Η πράσινη μετάβαση ως παράγοντας κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων

Ημερομηνία: 31-03-2026



Η ΠΡΆΣΙΝΗ μετάβαση δεν αποτελεί αποκλειστικά περιβαλλοντική ή τεχνολογική πρόκληση. Αναδεικνύεται πλέον σε έναν κρίσιμο παράγοντα χρηματοοικονομικής αποτίμησης, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.

ΣΕ ΈΝΑ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ αυστηρότερου κανονιστικού πλαισίου για τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα, υψηλότερου κόστους εκπομπών και εντεινόμενης πίεσης για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, οι επιχειρήσεις που επιμένουν σε ένα παραγωγικό μοντέλο υψηλού ανθρακικού αποτυπώματος είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν σημαντική οικονομική επιβάρυνση. Η πίεση στην κερδοφορία από την αύξηση της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών και των φόρων άνθρακα, η ανάγκη για δαπανηρές επενδύσεις προσαρμογής στους στόχους της πράσινης μετάβασης, αλλά και η πιθανή απομείωση περιουσιακών στοιχείων, συνιστούν παράγοντες που μπορούν να μεταβάλουν την πιστοληπτική εικόνα μιας επιχείρησης.

ΑΥΤΌ ΑΚΡΙΒΏΣ αποτυπώνει ο λεγόμενος κίνδυνος μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα, δηλαδή τον κίνδυνο που απορρέει από την προσαρμογή σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Καθώς ο κίνδυνος αυτός συνεπάγεται οικονομικές ζημιές και μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα αθέτησης των υποχρεώσεων μιας επιχείρησης, μεταφέρεται ευθέως στους ισολογισμούς των τραπεζών που τη χρηματοδοτούν.

ΣΤΗΝ ΠΡΌΣΦΑΤΗ ερευνητική εργασία μας, μοντελοποιούμε πώς η απόκλιση μιας επιχείρησης από μια πορεία απανθρακοποίησης συμβατή με τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας με ορίζοντα το 2050, όπως αυτός αποτυπώνεται στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, επηρεάζει την αξία της, την πιθανότητα αθέτησης και, τελικώς, το επιτόκιο με το οποίο θα έπρεπε να δανείζεται από τα τραπεζικά ιδρύματα. Βάσει του υποδείγματος που αναπτύξαμε, μια μεγαλύτερη απόκλιση από ένα συνεπές μονοπάτι προσαρμογής προς την κλιματική ουδετερότητα συνεπάγεται αναλογικά μεγαλύτερη επιβάρυνση στην αποτίμηση της επιχείρησης, υψηλότερη πιθανότητα αθέτησης και, κατ’ επέκταση, ακριβότερη τραπεζική χρηματοδότηση.

ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΊΑ ΜΑΣ χρησιμοποιούμε ένα δείγμα μεγάλων επιχειρήσεων της Ευρωζώνης και εκτιμούμε την επίδραση του κινδύνου μετάβασης στην πιστοληπτική τους εικόνα και στο κόστος δανεισμού τους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, όταν ο κίνδυνος μετάβασης ενσωματώνεται στην πιστοληπτική αξιολόγηση, η μέση πιθανότητα αθέτησης αυξάνεται από 2,94% σε 3,85%, δηλαδή κατά 0,91 ποσοστιαίες μονάδες. Η μεταβολή αυτή, με βάση τη δομή του υποδείγματος, αντιστοιχεί σε αύξηση του κόστους δανεισμού που μπορεί να φτάνει τη 1,42 ποσοστιαία μονάδα κατά μέσο όρο. Για τις επιχειρήσεις που αποκλίνουν περισσότερο από την πορεία απανθρακοποίησης, η πρόσθετη επιβάρυνση που υποδεικνύει το μοντέλο μπορεί να κινηθεί σε ακόμη μεγαλύτερα επίπεδα, ανάλογα με τον κλάδο και την ένταση των εκπομπών.

ΤΟ ΕΎΡΗΜΑ αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι οι τράπεζες τιμολογούν ήδη πλήρως τον κίνδυνο μετάβασης με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. Σημαίνει, όμως, ότι η χρηματοοικονομική του επίπτωση μπορεί να είναι μετρήσιμη και ότι, υπό ένα συνεπές πλαίσιο αποτίμησης, ο κίνδυνος αυτός θα έπρεπε να αντανακλάται ουσιαστικά στο κόστος της πίστωσης. Στο ίδιο πνεύμα, η εμπειρική μας ανάλυση δείχνει ότι τράπεζες με ισχυρότερο περιβαλλοντικό προφίλ τείνουν να χορηγούν δάνεια με υψηλότερα επιτόκια, γεγονός που υποδηλώνει ότι ορισμένα τμήματα του τραπεζικού συστήματος έχουν ήδη αρχίσει να ενσωματώνουν πιο ενεργά τέτοιους κινδύνους στην τιμολόγησή τους.

Η ΕΝΣΩΜΆΤΩΣΗ του κλιματικού κινδύνου έχει ήδη τεθεί στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής εποπτείας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε πραγματοποιήσει το 2022 μια πρώτη, διερευνητική άσκηση κλιματικών ακραίων σεναρίων, με βασικό στόχο τη χαρτογράφηση της έκθεσης των τραπεζών στους σχετικούς κινδύνους, αλλά και των μεθοδολογικών αδυναμιών στην αποτύπωσή τους. Έκτοτε, όμως, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί εμφανώς, από την απλή αναγνώριση του κινδύνου προς τη συστηματικότερη εποπτική ενσωμάτωσή του. Παρά ταύτα, οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί πλήρως στον πυρήνα των σχετικών ασκήσεων, αλλά εξετάζονται συμπληρωματικά μέσω ειδικών επεκτάσεων και μακροπροληπτικών αναλύσεων. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, τα επόμενα χρόνια αναμένεται πιο συστηματική και τυποποιημένη ενσωμάτωσή τους στο πλαίσιο των τακτικών stress tests, με ορίζοντα το 2027 και μετά. Εξάλλου, σε προσομοίωσή της το 2025, η ΕΚΤ έδειξε ότι η ενσωμάτωση κλιματικών σεναρίων στην αξιολόγηση του τραπεζικού κινδύνου θα οδηγούσε σε σημαντική αύξηση των πιθανοτήτων αθέτησης των επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, σε μεγαλύτερες πιστωτικές ζημιές για τις τράπεζες, ιδίως στους κλάδους υψηλής ενεργειακής έντασης.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΉ οικονομία, η συζήτηση αυτή αποκτά ένα ιδιαίτερο βάρος. Ο μεγάλος αριθμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η περιορισμένη διαθεσιμότητα περιβαλλοντικών δεδομένων και η άνιση ικανότητα εκπόνησης αξιόπιστων σχεδίων μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα αποτελούν ορισμένες από τις βασικές προκλήσεις. Σταδιακά μεταβαίνουμε σε ένα περιβάλλον στο οποίο επιχειρήσεις με κατά τα άλλα υγιή λειτουργικά χαρακτηριστικά θα αντιμετωπίζουν ακριβότερη ή πιο περιορισμένη χρηματοδότηση, λόγω αδυναμίας προσαρμογής στις επιταγές της πράσινης μετάβασης. Αυτό συνεπάγεται ότι η ενεργειακή και περιβαλλοντική αναβάθμιση εξελίσσεται σταδιακά σε όρο χρηματοδοτικής επιλεξιμότητας.

ΤΟ ΖΗΤΟΎΜΕΝΟ, ωστόσο, δεν είναι ένα τραπεζικό σύστημα που θα λειτουργεί τιμωρητικά, αλλά ένας μηχανισμός που θα συμβάλει ενεργά στη χρηματοδότηση μιας ομαλής μετάβασης προς την κλιματική ουδετερότητα με ορίζοντα το 2050. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των τραπεζών καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικός: αφενός οφείλουν να αποτυπώνουν και να τιμολογούν εγκαίρως τον σχετικό κίνδυνο, αφετέρου να κατευθύνουν κεφάλαια προς επιχειρήσεις που μετασχηματίζονται, επενδύουν εγκαίρως και περιορίζουν σταδιακά το ανθρακικό τους αποτύπωμα.

ΤΟ ΖΗΤΟΎΜΕΝΟ, συνεπώς, δεν είναι απλώς μια πιο «πράσινη» οικονομία, αλλά μια μετάβαση που θα είναι και χρηματοδοτικά βιώσιμη. Εντέλει, η επιτυχία της πράσινης μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, αλλά και από την ικανότητα των επιχειρήσεων να μετασχηματίσουν το παραγωγικό τους μοντέλο και τη βούληση του χρηματοπιστωτικού συστήματος να χρηματοδοτήσει εγκαίρως τον μετασχηματισμό της πραγματικής οικονομίας.

* O Ευ. Σαλάχας είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

** Το άρθρο βασίζεται σε συν-συγγραφική ερευνητική εργασία με τίτλο «Climate-Neutrality Transition and Banks’ Loan Pricing», που δημοσιεύθηκε στο Journal of Financial Research τον Μάρτιο του 2026.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος