Η βιτρίνα και η πραγματικότητα

Ημερομηνία: 21-08-2026



Η Ελλάδα δεν είναι χώρα χωρίς νόμους. Είναι χώρα με πάρα πολλούς νόμους, πάρα πολλές διαδικασίες, πάρα πολλές πλατφόρμες, και πολύ λίγη πραγματική λογοδοσία.

Αυτό είναι το ελληνικό παράδοξο της διαφθοράς. Δεν ζούμε σε ένα κράτος όπου η παρανομία εμφανίζεται πάντα γυμνή. Ζούμε σε ένα κράτος όπου η αδιαφάνεια συχνά φοράει κοστούμι νομιμότητας. Έχει ΦΕΚ, υπογραφές, επιτροπές, εισηγήσεις, αναρτήσεις, τροποποιήσεις συμβάσεων και ψηφιακό ίχνος. Μόνο που, όταν έρχεται η ώρα της ευθύνης, το ίχνος χάνεται μέσα στον λαβύρινθο.

Στους διεθνείς δείκτες η εικόνα είναι καθαρή και ενοχλητική. Στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Transparency International για το 2025, η Ελλάδα βαθμολογείται με 50/100 και κατατάσσεται 56η μεταξύ 182 χωρών. Δεν είναι εικόνα θεσμικής κατάρρευσης. Εξακολουθεί όμως να είναι πολύ χαμηλή επίδοση για χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, αναγνωρίζοντας βελτιώσεις σε σχέση με τον πάτο κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Στον Rule of Law Index 2025 του World Justice Project, η Ελλάδα κατατάσσεται 48η μεταξύ 143 χωρών, ενώ στην ειδική κατηγορία «απουσία διαφθοράς» βρίσκεται 53η.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι «δεν υπάρχει κράτος». Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει κράτος, αλλά πολύ συχνά λειτουργεί με δύο ταχύτητες: αυστηρό για τον αδύναμο, ελαστικό για τον ισχυρό.

Η διαφθορά στην Ελλάδα δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι κύκλος. Ξεκινά από την ευκαιρία: πολυνομία, γραφειοκρατία, αδύναμοι έλεγχοι, ασαφείς αρμοδιότητες. Συνεχίζει με το παράνομο όφελος: μίζα, ρουσφέτι, υπερκοστολόγηση, ευνοϊκή μεταχείριση. Έπειτα έρχεται η συγκάλυψη: φόβος καταγγελίας, εξαρτήσεις, καθυστερήσεις, «δεν ήξερα», «δεν υπέγραψα μόνος μου», «έτσι γινόταν πάντα». Ακολουθεί η απώλεια εμπιστοσύνης και πόρων. Και στο τέλος ο ίδιος φαύλος κύκλος επαναλαμβάνεται, επειδή κανείς δεν πλήρωσε πραγματικό τίμημα.

Αυτό ακριβώς είναι το βαθύτερο πρόβλημα: η διαφθορά δεν επιβιώνει επειδή είναι έξυπνη. Επιβιώνει επειδή είναι ανεκτή. Οι αιτίες είναι γνωστές. Υπερβολική γραφειοκρατία και πολύπλοκες διαδικασίες. Νόμοι που υπάρχουν, αλλά δεν εφαρμόζονται με συνέπεια. Έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας. Αδύναμοι ή καθυστερημένοι έλεγχοι. Σύγκρουση συμφερόντων. Πελατειακό κράτος. Ανοχή της κοινωνίας στο «έλα μωρέ, όλοι το κάνουν». Και, πάνω απ’ όλα, μια πολιτική κουλτούρα όπου η ευθύνη διαχέεται τόσο πολύ, ώστε στο τέλος δεν ανήκει σε κανέναν.

Ο ΟΟΣΑ αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την αντίφαση: στην Ελλάδα οι κανόνες για τη σύγκρουση συμφερόντων καλύπτουν το 100% των σχετικών κριτηρίων, αλλά η πρακτική εφαρμογή τους φτάνει μόλις στο 33%. Με άλλα λόγια, στα χαρτιά είμαστε άψογοι. Στην πράξη, χωλαίνουμε. Αυτή είναι η ελληνική διαφάνεια-βιτρίνα: κανόνες χωρίς συνέπειες.

Η μεγαλύτερη πληγή βρίσκεται στις δημόσιες συμβάσεις. Εκεί όπου πέφτει το μεγάλο χρήμα. Εκεί όπου η γραφειοκρατία γίνεται φίλτρο αποκλεισμού για τους πολλούς και παράθυρο ευκαιρίας για τους λίγους. Εκεί όπου ένα έργο ξεκινά με έναν προϋπολογισμό, συνεχίζεται με τροποποιήσεις, ακριβαίνει καθ’ οδόν, καθυστερεί, παραλαμβάνεται προβληματικά, και τελικά κανείς δεν εξηγεί με απλό τρόπο ποιος ευθύνεται.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο Rule of Law Report 2025 για την Ελλάδα, καταγράφει ότι το 97% των επιχειρήσεων θεωρούν πως η διαφθορά είναι διαδεδομένη στη χώρα, ενώ 48% πιστεύουν ότι η διαφθορά τις εμπόδισε να κερδίσουν δημόσιο διαγωνισμό ή δημόσια σύμβαση τα τελευταία τρία χρόνια. Ο μέσος όρος της ΕΕ για το αντίστοιχο τελευταίο ποσοστό είναι 25%. Αυτό δεν είναι απλώς ηθική ή πολιτική ντροπή. Είναι οικονομικό έγκλημα και φόρος κατά της ανάπτυξης.

Γιατί η διαφθορά δεν κλέβει μόνο χρήματα. Κλέβει ευκαιρίες. Κλέβει καλύτερα νοσοκομεία, ασφαλέστερους δρόμους, φθηνότερα έργα, αξιοπρεπείς υπηρεσίες, υγιή ανταγωνισμό. Κλέβει την εμπιστοσύνη του πολίτη ότι αξίζει να είναι έντιμος. Κλέβει την εμπιστοσύνη του επενδυτή ότι αξίζει να ρισκάρει σε μια χώρα όπου δεν ξέρει αν θα ανταγωνιστεί με επιχειρηματικούς όρους ή με πολιτικές διασυνδέσεις.

Οι συνέπειες είναι βαριές και καθημερινές: σπατάλη δημόσιου χρήματος, ακριβότερα έργα, κοινωνική αδικία, ανισότητες, μείωση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, αποθάρρυνση επενδύσεων, χαμηλότερη ανάπτυξη, φυγή ταλέντων. Το brain drain δεν είναι μόνο θέμα μισθών. Είναι και θέμα αξιοκρατίας. Ο νέος επιστήμονας δεν φεύγει μόνο επειδή πληρώνεται λίγο. Φεύγει και επειδή βλέπει ότι ο κόπος του μπορεί να αξίζει λιγότερο από μια γνωριμία. Φεύγει επειδή το σύστημα δεν δουλεύει.

Και εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι χωρίς περιστροφές: μια χώρα που δεν τιμωρεί τη διαφθορά των ισχυρών εκπαιδεύει τους πολίτες της στον κυνισμό, δηλαδή στη δυσπιστία για τα κίνητρα των άλλων ανθρώπων που οδηγεί σε περιφρόνηση για τις ηθικές αξίες.

Η δικαιοσύνη και η ατιμωρησία παίζουν κεντρικό ρόλο. Όταν μεγάλες υποθέσεις σέρνονται για χρόνια, όταν οι ευθύνες παραγράφονται, όταν οι διαδικασίες γίνονται πιο σημαντικές από την ουσία, τότε το μήνυμα είναι σαφές: όποιος έχει χρόνο, χρήμα και ισχύ μπορεί να αντέξει τον έλεγχο μέχρι να ξεθυμάνει.

Η διαφάνεια, όμως, χρειάζεται και ελευθερία του Τύπου. Χωρίς δημοσιογράφους που ερευνούν, χωρίς μέσα ενημέρωσης που δεν φοβούνται, χωρίς προστασία από εκφοβισμό, αγωγές και οικονομικές εξαρτήσεις, η διαφθορά δεν αποκαλύπτεται. Ή αποκαλύπτεται αργά, αποσπασματικά και με τεράστιο προσωπικό κόστος. Η Ελλάδα παραμένει προβληματική και σε αυτό το πεδίο: σύμφωνα με την Human Rights Watch, η χώρα κατατάχθηκε για τέταρτη χρονιά τελευταία μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ στον δείκτη ελευθερίας του Τύπου των Reporters Without Borders.

Άρα το πρόβλημα δεν λύνεται με άλλη μία γενική καμπάνια κατά της διαφθοράς. Η χώρα έχει χορτάσει από καμπάνιες, επιτροπές και βαρύγδουπες εξαγγελίες. Χρειάζεται μηχανισμό όπου η διαφθορά γίνεται δύσκολη, η απόκρυψη γίνεται επικίνδυνη και η λογοδοσία γίνεται αναπόφευκτη.

Πρώτον, απλοποίηση διαδικασιών. Όπου υπάρχει γραφειοκρατικός λαβύρινθος, υπάρχει ευκαιρία για συναλλαγή. Όσο περισσότερες υπογραφές, τόσο περισσότερα σημεία πίεσης. Όσο πιο ασαφής η διαδικασία, τόσο πιο εύκολα πουλιέται το λάδωμα του συστήματος.

Δεύτερον, δημόσιες συμβάσεις από την αρχή έως το τέλος σε πλήρη δημοσιότητα: προϋπολογισμός, προσφορές, ανάδοχος, τροποποιήσεις, τελικό κόστος, παραλαβή, πληρωμές και ποιοτικός έλεγχος. Όχι απλώς ανάρτηση εγγράφων. Πραγματική δυνατότητα ελέγχου.

Τρίτον, πλήρες και διαρκές πόθεν έσχες για πολιτικά πρόσωπα και κρίσιμους κρατικούς λειτουργούς, με πραγματικές διασταυρώσεις. Όχι δηλώσεις που κανείς δεν διαβάζει και κανείς δεν ελέγχει ουσιαστικά. Διασταύρωση με εισόδημα, ακίνητα, εταιρικές συμμετοχές, δάνεια, offshore διασυνδέσεις και πραγματικούς δικαιούχους, πάντα με σεβασμό στο νόμιμο πλαίσιο προστασίας δεδομένων.

Τέταρτον, ανεξάρτητοι έλεγχοι με δόντια. Όχι αρχές που εκδίδουν εκθέσεις για να μπαίνουν στα συρτάρια. Έλεγχοι με πρόσβαση σε στοιχεία, προθεσμίες, κυρώσεις και δημόσια λογοδοσία.

Πέμπτον, προστασία καταγγελλόντων. Αν ο έντιμος δημόσιος υπάλληλος, ο εργαζόμενος σε εταιρεία ή ο δημοσιογράφος φοβάται ότι θα καταστραφεί επειδή μίλησε, τότε το σύστημα έχει ήδη επιλέξει πλευρά. Έχει επιλέξει τη σιωπή.

Έκτον, ταχεία δικαιοσύνη. Η καθυστερημένη δικαιοσύνη σε υποθέσεις διαφθοράς δεν είναι ουδέτερη καθυστέρηση. Είναι πολιτικό και οικονομικό πλεονέκτημα για τον ισχυρό.

Έβδομον, παιδεία ακεραιότητας από μικρή ηλικία. Η διαφθορά δεν είναι μόνο ποινικό φαινόμενο. Είναι κοινωνική συνήθεια. Όταν το παιδί μεγαλώνει ακούγοντας ότι «χωρίς μέσο (δόντι, βύσμα) δεν γίνεται τίποτα», τότε το πρόβλημα έχει ήδη περάσει από το κράτος στην κουλτούρα.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελλάδα έχει θεσμούς. Έχει. Το ερώτημα είναι αν οι θεσμοί εφαρμόζονται. Αν όχι, τότε δεν μιλάμε για κράτος δικαίου. Μιλάμε για διοικητική σκηνογραφία.

Η χώρα χρειάζεται μια νέα συμφωνία διαφάνειας: κάθε δημόσιο ευρώ να αφήνει ίχνος, κάθε δημόσια απόφαση να έχει υπεύθυνο, κάθε σύμβαση να ελέγχεται, κάθε σύγκρουση συμφερόντων να δηλώνεται, κάθε καταγγελία να προστατεύεται, κάθε υπόθεση διαφθοράς να φτάνει γρήγορα σε αποτέλεσμα. Χωρίς συνέπειες, η διαφάνεια γίνεται βιτρίνα. Και η βιτρίνα, όσο φωτεινή κι αν είναι, δεν αλλάζει το εμπόρευμα που κρύβεται πίσω της.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία υπόσχεση «κάθαρσης». Χρειάζεται κανόνες που εφαρμόζονται, ελέγχους που δεν φοβούνται, δικαιοσύνη που δεν καθυστερεί και πολιτική ευθύνη που δεν εξαφανίζεται πίσω από υπογραφές τρίτων. Γιατί η διαφθορά δεν είναι μόνο κλοπή δημόσιου χρήματος. Είναι κλοπή εμπιστοσύνης. Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία δημοκρατία και καμία οικονομία δεν μπορεί να σταθεί όρθια.

* O Φάνης Τσουλουχάς είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Μερσέν. Το άρθρο περιέχει αυστηρά προσωπικές απόψεις που δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος