Η βόμβα των 100 τρισ. και το μήνυμα που δεν μπορεί να αγνοήσει καμία κυβέρνηση

Ημερομηνία: 24-08-2026



Από την Ουάσιγκτον έως το Τόκιο και από το Λονδίνο έως το Βερολίνο, οι αποδόσεις ανεβαίνουν και οι κυβερνήσεις ανακαλύπτουν ξανά τη δύναμη μιας αγοράς που μπορεί να ανατρέψει οικονομικούς σχεδιασμούς.

Ακόμη και η παρέμβαση του Σκοτ Μπέσεντ άντεξε μόλις μία ημέρα και έφερε στην επιφάνεια ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα: ποιος θα χρηματοδοτήσει τα ολοένα μεγαλύτερα χρέη του κόσμου – και με ποιο τίμημα.

Η εντυπωσιακά σύντομη διάρκεια της ανακούφισης μετά την απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να διπλασιάσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων ήταν ίσως το πιο ηχηρό μήνυμα μιας ταραχώδους εβδομάδας.

Ο Μπέσεντ έριξε το βάρος στο κύμα πωλήσεων που σαρώνει την αγορά χρέους, οι αποδόσεις αποκλιμακώθηκαν απότομα – και την επόμενη ημέρα άρχισαν πάλι να ανεβαίνουν.

Το 30ετές αμερικανικό κρατικό ομόλογο έκλεισε την εβδομάδα με απόδοση περίπου 5,27%, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών, και το 10ετές στο 4,73%. Η παρέμβαση είχε κερδίσει χρόνο. Δεν είχε λύσει το πρόβλημα.

Και αυτό το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από τον Σκοτ Μπέσεντ ή τα 40 τρισ. δολάρια του αμερικανικού χρέους.

Οι αγορές ομολόγων από τις ΗΠΑ έως την Ευρώπη και την Ιαπωνία επανατιμολογούν έναν κόσμο που έχει αλλάξει: με τεράστια δημόσια ελλείμματα, αυξημένες αμυντικές δαπάνες, επίμονο πληθωρισμό και μια επενδυτική έκρηξη στην τεχνητή νοημοσύνη που απαιτεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια. Όλοι χρειάζονται περισσότερα χρήματα την ίδια στιγμή.

Και οι επενδυτές αρχίζουν να ζητούν ακριβότερο τίμημα για να τα δώσουν.

Η προειδοποίηση των αγορών

Στις ΗΠΑ η ένταση είναι μεγαλύτερη επειδή τα μεγέθη είναι πρωτοφανή. Το ομοσπονδιακό χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια, το δημοσιονομικό έλλειμμα πλησιάζει τα 1,8 τρισ. δολάρια στο τρέχον οικονομικό έτος και οι καθαρές πληρωμές τόκων οδεύουν πάνω από το 1 τρισ. δολάρια ετησίως.

Αυτοί οι αριθμοί ήταν γνωστοί εδώ και χρόνια. Αυτό που αλλάζει είναι η διάθεση των επενδυτών να τους προσπερνούν.

Οι «τιμωροί των ομολόγων» – οι επενδυτές που πουλούν κρατικούς τίτλους όταν θεωρούν ότι η δημοσιονομική πολιτική μιας χώρας ξεφεύγει – έχουν επιστρέψει στη συζήτηση της Wall Street.

«Είμαι νευρική, γιατί ο Μπέσεντ απέτυχε να βάλει ένα όριο στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις», λέει στο MarketWatch η Τρέισι Τσεν της Brandywine Global. Κατά την ίδια, η συμπεριφορά της αγοράς δείχνει ότι οι επενδυτές δεν έχουν πειστεί ακόμη από την Ουάσιγκτον.

Η προειδοποίηση είναι ακόμη πιο βαριά από τον δισεκατομμυριούχο επενδυτή Τζον Άρνολντ: η σημερινή αναταραχή μπορεί να αποδειχθεί ακόμη ένα προσωρινό επεισόδιο. Εάν όμως η δημοσιονομική πορεία δεν αλλάξει, θεωρεί ότι «κάποια στιγμή θα υπάρξει κρίση».

Γιατί απέτυχε να πείσει ο Μπέσεντ

Η κίνηση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών ήταν ασυνήθιστα επιθετική.

Οι επαναγορές μακροπρόθεσμων τίτλων διπλασιάζονται σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια ανά πράξη, με στόχο να αφαιρεθεί μέρος της προσφοράς από την αγορά και να περιοριστεί η πίεση στις αποδόσεις. Η πρώτη αντίδραση ήταν εντυπωσιακή: οι μακροπρόθεσμες αμερικανικές αποδόσεις έπεσαν έως και 10 μονάδες βάσης, παρασύροντας χαμηλότερα και τις ευρωπαϊκές.

Το αποτέλεσμα όμως εξανεμίστηκε γρήγορα. Η αιτία βρίσκεται στην ίδια τη φύση της παρέμβασης. Οι επαναγορές μπορούν να βελτιώσουν τη ρευστότητα και να περιορίσουν προσωρινά την προσφορά μακροπρόθεσμων τίτλων. Δεν μειώνουν το συνολικό χρέος, ούτε το δημοσιονομικό έλλειμμα που δημιουργεί την ανάγκη για νέο δανεισμό.

Ουσιαστικά, η Ουάσιγκτον μπορεί να αλλάξει πότε και σε ποιες διάρκειες δανείζεται. Δεν μπορεί με μια τεχνική κίνηση να εξαφανίσει τον λογαριασμό.

Το sell-off δεν έχει αμερικανικό διαβατήριο

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της σημερινής αναταραχής.

Η άνοδος των αποδόσεων είναι παγκόσμια. Η απόδοση του 10ετούς ιαπωνικού κρατικού ομολόγου έφτασε τις τελευταίες ημέρες κοντά στο 3%, σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από τη δεκαετία του 1990. Στη Γερμανία, η αντίστοιχη απόδοση βρέθηκε κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2011, ενώ ισχυρές πιέσεις έχουν δεχθεί και οι αγορές της Γαλλίας και της Βρετανίας.

Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ είχαν ένα τεράστιο πλεονέκτημα: οι μεγαλύτεροι επενδυτές του κόσμου είχαν λίγες πραγματικά ανταγωνιστικές εναλλακτικές.

Τα επιτόκια στην Ιαπωνία βρίσκονταν κοντά στο μηδέν. Μεγάλο μέρος της Ευρώπης πέρασε χρόνια ακόμη και με αρνητικές αποδόσεις. Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα πρόσφεραν ασφάλεια, ρευστότητα και καλύτερη απόδοση.

Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια. Τα 30ετή ιαπωνικά κρατικά ομόλογα προσφέρουν πλέον περισσότερο από 4%, τα βρετανικά αντίστοιχης διάρκειας έχουν φτάσει κοντά στο 5,8% και οι αποδόσεις στην Ευρώπη έχουν ανέβει αισθητά.

Οι μεγάλοι διαχειριστές κεφαλαίων, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν πλέον να αναζητήσουν υψηλές αποδόσεις και εκτός ΗΠΑ.

Όπως το έθεσε ο Άιρα Τζέρσεϊ της Bloomberg Intelligence, «οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον η μοναδική επιλογή».

Η μεγάλη μάχη για τα κεφάλαια

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, λιγότερο προφανής δύναμη πίσω από την άνοδο των αποδόσεων. Οι κυβερνήσεις δεν ανταγωνίζονται πλέον μόνο μεταξύ τους.

Οι τεχνολογικοί κολοσσοί χρειάζονται τεράστια ποσά για να χρηματοδοτήσουν κέντρα δεδομένων, chips, ενεργειακές εγκαταστάσεις και τις υπόλοιπες υποδομές της τεχνητής νοημοσύνης. Η Alphabet έχει φτάσει να εκδίδει ομόλογα διάρκειας έως και 40 ετών.

Την ίδια ώρα, η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες, οι κυβερνήσεις χρειάζονται κεφάλαια για ενεργειακές και άλλες υποδομές και η γήρανση του πληθυσμού διογκώνει τις υποχρεώσεις για συντάξεις και υγεία.

Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτοφανής σύγκρουση αναγκών.

Κράτη και επιχειρήσεις απευθύνονται στην ίδια παγκόσμια δεξαμενή αποταμιεύσεων και ζητούν από τους επενδυτές να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα δημόσια χρέη, επανεξοπλισμό, ενεργειακή μετάβαση και την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης.

Όσο περισσότεροι ζητούν κεφάλαια, τόσο υψηλότερη γίνεται η απόδοση που απαιτείται για να προσελκυστούν.

Και στη μέση ο πληθωρισμός

Το παζλ συμπληρώνεται από έναν κίνδυνο που οι κεντρικές τράπεζες πίστευαν ότι είχαν αρχίσει να θέτουν υπό έλεγχο.

Η άνοδος του πετρελαίου μετά τον πόλεμο με το Ιράν επανέφερε τις πληθωριστικές ανησυχίες. Παράλληλα, οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες και η αβεβαιότητα για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής κάνουν τους επενδυτές πιο επιφυλακτικούς απέναντι στα ομόλογα μεγάλης διάρκειας.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό όριο των παρεμβάσεων του Μπέσεντ.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών μπορεί να επαναγοράσει ομόλογα. Μπορεί να περιορίσει τις εκδόσεις μεγάλης διάρκειας και να στραφεί περισσότερο στον βραχυπρόθεσμο δανεισμό.

Δεν μπορεί όμως να καθορίσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό ούτε να υποχρεώσει έναν επενδυτή να δεσμεύσει τα χρήματά του για 30 χρόνια με μικρότερη απόδοση από εκείνη που θεωρεί επαρκή.

Μπέσεντ και Γουόρς κοιτούν την ίδια αγορά διαφορετικά

Μέσα σε αυτή την αναταραχή έχει ανοίξει και ένα ασυνήθιστο μέτωπο ανάμεσα στους δύο ισχυρότερους οικονομικούς θεσμούς των ΗΠΑ.

Ο Μπέσεντ υποστηρίζει ότι οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις έχουν ξεφύγει από τα επίπεδα που δικαιολογούν τα θεμελιώδη δεδομένα και επιχειρεί ενεργά να τις συγκρατήσει.

Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, εμφανίζεται περισσότερο διατεθειμένος να αφήσει την αγορά να μιλήσει.

Η διαφορά δεν είναι θεωρητική. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επιχειρεί να επηρεάσει την καμπύλη των αποδόσεων την ώρα που η κεντρική τράπεζα δηλώνει ότι οι ίδιες οι τιμές της αγοράς αποτελούν πολύτιμο μήνυμα για την οικονομία.

Γι’ αυτό και η ομιλία του Γουόρς στο Jackson Hole αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι αγορές περιμένουν να ακούσουν πώς ερμηνεύει την άνοδο των αποδόσεων και εάν θεωρεί ότι αποτελεί πρόβλημα που απαιτεί αντίδραση ή έναν μηχανισμό με τον οποίο η οικονομία προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες.

Η αβεβαιότητα αυτή εξακολουθεί να βαραίνει τις αγορές και στην έναρξη της νέας εβδομάδας.

Όταν ανεβαίνουν οι αποδόσεις, ο λογαριασμός φτάνει παντού

Όσα συμβαίνουν στην αγορά ομολόγων δεν μένουν στις οθόνες των traders.

Τα κρατικά ομόλογα αποτελούν το σημείο αναφοράς για το κόστος του χρήματος σε ολόκληρη την οικονομία.

Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 10ετούς επηρεάζει άμεσα τα στεγαστικά δάνεια. Στην Ευρώπη, η άνοδος των κρατικών αποδόσεων περνά στο κόστος χρηματοδότησης τραπεζών και επιχειρήσεων. Για τις κυβερνήσεις, σημαίνει μεγαλύτερες δαπάνες τόκων και μικρότερα περιθώρια για άλλες πολιτικές.

Υπάρχει και μία ακόμη συνέπεια που παρακολουθεί στενά η Wall Street.

Όσο υψηλότερη γίνεται η απόδοση που προσφέρει ένα κρατικό ομόλογο, τόσο πιο δύσκολο είναι να δικαιολογηθούν πολύ υψηλές αποτιμήσεις στις μετοχές. Γιατί να αναλάβει κάποιος μεγάλο επενδυτικό κίνδυνο όταν μπορεί να εξασφαλίσει απόδοση κοντά στο 5% από έναν κρατικό τίτλο;

Έτσι, η αναταραχή που αρχίζει στα ομόλογα μπορεί να περάσει στις μετοχές, στην αγορά ακινήτων, στις επιχειρηματικές επενδύσεις και τελικά στην ανάπτυξη.

Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;

Δεν υπάρχει ακόμη κρίση στην παγκόσμια αγορά ομολόγων. Υπάρχει όμως μια αλλαγή που ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη από μια πρόσκαιρη έκρηξη μεταβλητότητας.

Για σχεδόν δύο δεκαετίες, κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και επενδυτές έμαθαν να λειτουργούν σε έναν κόσμο όπου τα χρήματα ήταν άφθονα και εξαιρετικά φθηνά. Τα κράτη μπορούσαν να αυξάνουν το χρέος τους χωρίς άμεση τιμωρία και οι επιχειρήσεις να χρηματοδοτούν τεράστιες επενδύσεις με πολύ χαμηλό κόστος.

Τώρα οι αγορές αρχίζουν να αμφισβητούν αυτή τη συνθήκη. Τα 40 τρισ. δολάρια των ΗΠΑ είναι η πιο εντυπωσιακή εκδοχή του προβλήματος, όχι η μοναδική. Το δημόσιο χρέος παγκοσμίως φτάνει τα 100 τρισ. δολάρια.

Η Ευρώπη χρειάζεται να χρηματοδοτήσει άμυνα και επενδύσεις. Η Ιαπωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τεράστιο δημόσιο χρέος και υψηλότερα επιτόκια. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί χρειάζονται πρωτοφανή κεφάλαια για την τεχνητή νοημοσύνη.

Κάποιος πρέπει να χρηματοδοτήσει όλα αυτά. Και η αγορά ομολόγων μόλις υπενθύμισε σε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις ότι είναι εκείνη που θα αποφασίσει με ποιο τίμημα.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος