Πέντε ημέρες χωρίζουν την απόρριψη του σχεδίου διάσωσης από την υπογραφή του νόμου που δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση εξουσία να κινητοποιήσει έως 700 δισ. δολάρια. Στο μεταξύ, η Wall Street βουλιάζει και το Κογκρέσο καλείται να αποφασίσει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει το κράτος για να αποτρέψει μια κατάρρευση.
Η αίθουσα της Βουλής των Αντιπροσώπων ψηφίζει «όχι». Έξω, η αγορά μετρά το κόστος. Είναι 29 Σεπτεμβρίου 2008. Το σχέδιο διάσωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος απορρίπτεται με 228 ψήφους κατά και 205 υπέρ. Λίγες ώρες αργότερα, ο Dow Jones κλείνει με απώλειες 777,68 μονάδων, σχεδόν 7%. Τότε είναι η μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του σε μονάδες.
Η απόσταση ανάμεσα στην ψηφοφορία και την αγορά είναι μόλις λίγες ώρες. Η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική απόφαση και στις συνέπειές της αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη.
Πέντε ημέρες αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου, το Κογκρέσο ψηφίζει ξανά. Αυτή τη φορά το σχέδιο περνά με 263 ψήφους υπέρ και 171 κατά. Ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους υπογράφει τον νόμο. Το κράτος μόλις έχει δεσμευτεί να βάλει στην κρίση έως 700 δισ. δολάρια.
Η αγορά δεν περιμένει την Ουάσιγκτον
Η κρίση έχει ήδη περάσει από τις τράπεζες σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η Lehman Brothers έχει καταθέσει αίτηση πτώχευσης. Η ασφαλιστική AIG βρίσκεται στο χείλος της κατάρρευσης και η Federal Reserve έχει εγκρίνει έκτακτη χρηματοδότηση έως 85 δισ. δολάρια για να τη στηρίξει.
Η εμπιστοσύνη στερεύει. Οι τράπεζες διστάζουν να δανείσουν η μία την άλλη, οι αγορές βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης παγώνουν και επιχειρήσεις που χρειάζονται κεφάλαιο για την καθημερινή τους λειτουργία κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς πρόσβαση σε χρήμα.
Ο υπουργός Οικονομικών Χένρι Πολσον και ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Μπεν Μπερνάνκι ζητούν από το Κογκρέσο να δράσει γρήγορα.
Το σχέδιο προβλέπει αρχικά ότι το υπουργείο Οικονομικών θα αγοράσει προβληματικά περιουσιακά στοιχεία από τις τράπεζες, πολλά από τα οποία συνδέονται με στεγαστικά δάνεια. Η απομάκρυνσή τους από τους ισολογισμούς των τραπεζών, ελπίζει η κυβέρνηση, θα περιορίσει την αβεβαιότητα και θα ξανανοίξει τη στρόφιγγα της πίστωσης.
Το «όχι» της πρώτης ψηφοφορίας
Το σχέδιο συναντά μια άλλη κρίση: την οργή των ψηφοφόρων. Για πολλούς, η διάσωση των τραπεζών μοιάζει με λευκή επιταγή προς εκείνους που συνέβαλαν στη δημιουργία της κρίσης. Γιατί να αναλάβουν οι φορολογούμενοι το κόστος των λανθασμένων αποφάσεων της Wall Street;
Αυτό το ερώτημα φτάνει στα γραφεία των βουλευτών μαζί με τις πιέσεις των κομμάτων και τον φόβο μιας ιστορικής οικονομικής αναταραχής. Στην ψηφοφορία της 29ης Σεπτεμβρίου, η πρόταση απορρίπτεται. Η πτώση των αγορών κάνει το πολιτικό κόστος της αδράνειας ορατό, αλλά δεν εξαφανίζει τις αντιρρήσεις για τη διάσωση.
Το αρχικό σχέδιο επιστρέφει με αλλαγές. Η Γερουσία εγκρίνει αναθεωρημένο κείμενο και η Βουλή καλείται να ψηφίσει ξανά. Η νέα ψηφοφορία γίνεται στις 3 Οκτωβρίου. Με 263 ψήφους υπέρ, το νομοσχέδιο περνά. Ο Μπους το υπογράφει και το υπουργείο Οικονομικών αποκτά την εξουσία να διαθέσει έως 700 δισ. δολάρια μέσω του προγράμματος διάσωσης.
Το σχέδιο αλλάζει πριν εφαρμοστεί
Η υπογραφή δεν κλείνει τη συζήτηση. Αλλάζει το ίδιο το σχέδιο. Η αγορά των προβληματικών τίτλων αποδεικνύεται δύσκολη και χρονοβόρα, ενώ η κρίση βαθαίνει. Έτσι, το υπουργείο Οικονομικών μετακινεί το βάρος από την αγορά επισφαλών στοιχείων στην απευθείας ενίσχυση τραπεζών. Αποκτά προνομιούχες μετοχές και διοχετεύει κεφάλαια στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, με στόχο να ενισχύσει τους ισολογισμούς τους και να στηρίξει τη δυνατότητά τους να δανείζουν.
Στις 14 Οκτωβρίου ανακοινώνεται ότι 250 δισ. δολάρια θα διατεθούν για την ενίσχυση αμερικανικών τραπεζών. Η κρατική παρέμβαση αποκτά συγκεκριμένη μορφή: η κυβέρνηση δεν περιορίζεται να αγοράζει προβληματικά δάνεια· γίνεται μέτοχος των ίδιων των τραπεζών που επιχειρεί να κρατήσει όρθιες.
Ένα όριο, όχι ένας λογαριασμός
Τα 700 δισ. δολάρια γίνονται το σύμβολο της διάσωσης, αλλά δεν είναι το ποσό που τελικά δαπανάται. Το Κογκρέσο εγκρίνει ένα ανώτατο όριο χρηματοδότησης.
Όταν ολοκληρώνονται τα προγράμματα, οι συνολικές εκταμιεύσεις φτάνουν τα 443,5 δισ. δολάρια. Το Γραφείο Λογοδοσίας της αμερικανικής κυβέρνησης υπολογίζει το τελικό κόστος του προγράμματος στα 31 δισ. δολάρια, καθώς σημαντικό μέρος των χρημάτων επιστρέφει μέσω αποπληρωμών και επενδύσεων.
Η υπογραφή της 3ης Οκτωβρίου δεν εξαφανίζει την ύφεση ούτε αναιρεί τις απώλειες νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αποτυπώνει, όμως, ένα κρίσιμο όριο: τη στιγμή που ο φόβος της κατάρρευσης γίνεται μεγαλύτερος από τον φόβο της κρατικής παρέμβασης.
Και αφήνει ένα ερώτημα που κάθε κρίση επαναφέρει: όταν η πτώση μιας τράπεζας απειλεί να συμπαρασύρει ολόκληρη την οικονομία, ποιος πληρώνει για να κρατηθεί το σύστημα όρθιο — και ποιος αποφασίζει τους όρους της διάσωσης;
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.





