Και μετά λέμε για παθογένειες
Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν έριξε πρόσφατα μια «βόμβα», προκειμένου να προσελκύσει κεφάλαια και επενδυτές από το εξωτερικό, τώρα που στο Ντουμπάι γίνεται ένας χαμός και πολλοί θέλουν να φύγουν.
Όσοι πάνε τα λεφτά τους στην Τουρκία αλλά και τα κέρδη από επιχειρήσεις που έχουν σε τρίτες χώρες, δεν θα φορολογούνται για 20 χρόνια γι’ αυτά τα χρήματα. Θα φορολογούνται μόνο τα εισοδήματα που παράγονται στην Τουρκία, ενώ προϋπόθεση είναι οι συγκεκριμένοι να μην είναι φορολογικοί κάτοικοι της Τουρκίας τα τρία τελευταία χρόνια…
Είναι βέβαιο ότι αυτή την ευκαιρία θα την εκμεταλλευτούν πολλοί… Αν το αντιδιαστείλουμε με την Ελλάδα, που αναζητούμε επενδυτές, μελαγχολία θα αισθανθούμε, καθώς εμείς όλο λέμε και λέμε και, όπως είπε ο πρόεδρος της Eurobank, Γ. Ζανιάς, στο Forum των Δελφών, «καιρός να πάμε παρακάτω, ώστε να σταματήσουμε συνέχεια να μιλάμε για παθογένειες που μας καθυστερούν…».
Και αυτές οι παθογένειες κάποια στιγμή γίνονται δικαιολογίες και άλλοθι που χρησιμοποιούνται για να αποφεύγουμε την αλήθεια. Έχουμε ένα τεράστιο κράτος, δυσκίνητο, που κοστίζει υπερβολικά με πολλούς υπαλλήλους που αμείβονται με χαμηλούς μισθούς. Αν υπήρχε αξιολόγηση και είχαμε τους μισούς από αυτούς, τότε θα μπορούσαμε να δίνουμε διπλούς και τριπλούς μισθούς στους άξιους. Το ίδιο ισχύει και με τα ΑΕΙ που, αν είχαμε λιγότερα, θα είχαν και μεγαλύτερη αξία τα πτυχία και, αν τα συνδυάζαμε με την αγορά εργασίας, τα αποτελέσματα θα ήταν καλύτερα για την ανάπτυξη της χώρας.
Αντί να ενισχύσουμε τη μεταποίηση και τη βιομηχανία που αντέχουν περισσότερο στις κρίσεις, με ό,τι πόρους μπορούμε και έχουν υψηλή προστιθέμενη αξία, επιμένουμε να βλέπουμε ως λύση των προβλημάτων μας τον τουρισμό, που, για να παραγάγει το προϊόν του, εισάγει το 80% αυτών που χρησιμοποιεί. Ειρήσθω εν παρόδω, σε σχέση με το 2008 (που δεν το έχουμε πιάσει ακόμα στους δείκτες), η βιομηχανία είναι η μόνη δραστηριότητα που έχει σήμερα αυξήσει τη συμμετοχή της στο ΑΕΠ σε 11%, από 8,5% που ήταν τότε.
Αντί να διοχετεύσουμε στον κλάδο αυτόν το μεγαλύτερο ποσό από τα 36 δισ. του Ταμείου Ανασυγκρότησης, ξοδέψαμε πολλά σε κατανάλωση (με διάφορες ονομασίες), που κατευθύνονταν στις εισαγωγές αλλά και χρηματοδοτήσεις τομέων χαμηλής προστιθέμενης αξίας, προκειμένου να πετύχουμε απορροφήσεις. Και μετά κατηγορούμε τις τράπεζες ότι δεν δίνουν δάνεια (στις ΜμΕ), που είναι και αλήθεια, αλλά είναι όμως η μισή αλήθεια. Περίπου 2,5 εκατ. Έλληνες, δηλαδή το 1/4 του πληθυσμού είναι «κόκκινο» και δεν περνάει ούτε έξω από την τράπεζα, εξ ου και τα 80 δισ. «κόκκινα» δάνεια που διαχειρίζονται οι servicers. Kαι, για να το καλύψουμε αυτό, ρίχνουμε την ευθύνη στις τράπεζες, που δήθεν δεν δίνουν δάνεια και παράλληλα ανοίγουμε προγράμματα για κουρεία, νυχάδικα και καφέ μιας σεζόν… Και μετά λέμε για παθογένειες…


