Κατήφορος είναι αν δεν το βλέπουμε

Ημερομηνία: 31-01-2026



Η καταναλωτική εμπιστοσύνη είναι ένας δείκτης που καταγράφει τις προσδοκίες των πολιτών για το μέλλον τους. Από αυτές τις προσδοκίες εξαρτάται και η καταναλωτική συμπεριφορά τους, που είναι -ειδικά για την ελληνική οικονομία- κινητήριος δύναμη με όλη τη σημασία της λέξης.

Όταν δούμε συγκεντρωτικά στοιχεία της Eurostat για τον συγκεκριμένο δείκτη, φαίνεται πόσο γκρίζο είναι το μέλλον για τους κατοίκους της χώρας μας και πόσο απέχουμε έστω να φτάσουμε τους μέσους όρους της Ε.Ε. (στη βελτίωση της ζωής) για να συγκλίνουμε κάποτε…

Η ευρωστατιστική που καταρτίζει τον σχετικό δείκτη στηρίζεται σε έρευνες στις οποίες τα νοικοκυριά απαντούν πώς βλέπουν: την οικονομική τους κατάσταση, την οικονομία γενικά, την εξέλιξη της ανεργίας και τη δυνατότητα αποταμίευσης.

Και μπορεί η ανεργία να μειώνεται, αλλά οι αμοιβές και η παραγωγικότητα παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα νέο υπόστρωμα φτωχών εργαζομένων, που αδυνατούν να ζήσουν αξιοπρεπώς, όπως τουλάχιστον ζούσαν κάποτε οι πατεράδες τους.

Σήμερα η Ελλάδα στο θέμα της καταναλωτικής εμπιστοσύνης απέχει 33 μονάδες από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Είναι στην τελευταία θέση, με μεγάλη απόσταση (17 μονάδες) ακόμα και από τη δεύτερη χειρότερη χώρα, που είναι η Ρουμανία. Με βάση τον δείκτη είμαστε μια χώρα που βρισκόμαστε σήμερα δώδεκα φορές σε χειρότερη θέση σε σχέση με την αντίστοιχη το 2019. Τότε ο δείκτης ήταν στο -3,9 και τον Δεκέμβριο του 2025 έκλεισε στο -47.

Το 2019 η χώρα ξεκίνησε με δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης στο -3,9, που ήταν καλύτερος από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (-4,4). Τότε ήμασταν δωδέκατη χώρα στην κατάταξη από το τέλος, αλλά κοντά με τη Γερμανία και τη Φιλανδία.

Έτσι έχουμε το παράδοξο από τη μία πλευρά η κυβέρνηση να επαίρεται για βελτίωση των δημοσιονομικών (μέσω φορολογίας), καταπολέμηση της φοροδιαφυγής κ.λπ. και απ’ την άλλη τα στοιχεία του δείκτη να δείχνουν τη δυσαρμονία του κόσμου με τις κυβερνητικές αναφορές περί επιτυχιών. Η κοινωνία δεν βλέπει βελτίωση στην καθημερινότητα, η αγοραστική δύναμη συνεχίζει να υποχωρεί, η ακρίβεια επιμένει, ενώ ούτε αποταμιεύσεις μπορούν να κάνουν οι περισσότεροι.

Όσον αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας, με την πορεία που ακολουθούμε δεν πρόκειται ποτέ να γυρίσει στα επίπεδα προ κρίσης. Κι αυτό γιατί έχουμε οδηγηθεί σε μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, η παραγωγικότητα του οποίου είναι πολύ χαμηλότερη σε σχέση με τη βιομηχανία και τη μεταποίηση. Και από την παραγωγικότητα -που θέλει επενδύσεις- εξαρτώνται οι αμοιβές. Όπως δε έγραφε πρόσφατα το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) σε έκθεσή του, η Ελλάδα έχει τη δεύτερη υψηλότερη πραγματική φορολόγηση της εργασίας στην Ε.Ε.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος