Λίντσεϊ Γκράχαμ: O επικριτής του Τραμπ που έγινε πιστός σύμμαχος
Για περισσότερα από τριάντα χρόνια ο Λίντσεϊ Γκράχαμ αποτελούσε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Άλλοτε μετριοπαθής συντηρητικός που αναζητούσε διακομματικές συναινέσεις και άλλοτε αδιαπραγμάτευτο «γεράκι» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, κατάφερε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο σχεδόν σε κάθε μεγάλη πολιτική και γεωπολιτική κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
Η πολιτική του διαδρομή, όμως, έμεινε στην ιστορία κυρίως επειδή αντικατόπτρισε όσο λίγες τη μεταμόρφωση του ίδιου του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Από άνθρωπος που χαρακτήριζε τον Ντόναλντ Τραμπ «τον πιο ακατάλληλο υποψήφιο στην ιστορία των Ρεπουμπλικανών», εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο στενούς πολιτικούς και προσωπικούς του συμμάχους στο Καπιτώλιο.
Τα δύσκολα χρόνια και η είσοδος στην πολιτική
Γεννημένος στη Νότια Καρολίνα, ο Γκράχαμ γνώρισε από νωρίς τις δυσκολίες. Ως φοιτητής έχασε και τους δύο γονείς του μέσα σε διάστημα μόλις δεκαπέντε μηνών και ανέλαβε ουσιαστικά την ανατροφή της μικρότερης αδελφής του, την οποία αργότερα υιοθέτησε.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν απέκτησε παιδιά.
Σπούδασε Νομική και υπηρέτησε στην Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ ως στρατιωτικός εισαγγελέας και συνήγορος υπεράσπισης, εμπειρία που επηρέασε καθοριστικά τις απόψεις του για την εθνική ασφάλεια και τον στρατό.
Η πολιτική του καριέρα ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στη Νότια Καρολίνα. Το 1994 εκλέγεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων και το 2002 περνά στη Γερουσία, όπου παρέιμενε μέχρι τον θάνατό του. Διεκδικούσε μάλιστα φέτος την πέμπτη επανεκλογή του.
Το «γεράκι» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής
Ο Γκράχαμ καθιερώθηκε ως ένας από τους πλέον παρεμβατικούς Ρεπουμπλικανούς σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής.
Υπήρξε από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ το 2003, υπερασπίστηκε με πάθος την αύξηση των αμερικανικών στρατευμάτων το 2007 και αντιτάχθηκε διαχρονικά σε κάθε πρόωρη αποχώρηση των ΗΠΑ από το Ιράκ και το Αφγανιστάν, προειδοποιώντας ότι κάτι τέτοιο θα άνοιγε τον δρόμο στην τρομοκρατία.
Στο Ιράν διατήρησε επί χρόνια μία από τις πιο σκληρές γραμμές στη Γερουσία. Αντιτάχθηκε στη συμφωνία για τα πυρηνικά του 2015, ζητούσε ακόμη και προληπτικά στρατιωτικά πλήγματα κατά της Τεχεράνης και, μετά την έναρξη του πολέμου του 2026, στήριξε ανοιχτά τον πόλεμο.
Χ.com/@Benjamin Netanyahu
Εξίσου σταθερή υπήρξε η στήριξή του προς το Ισραήλ. Υπερασπίστηκε επανειλημμένα την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς τη χώρα, πραγματοποίησε πολλές επισκέψεις στην περιοχή μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου και διατηρούσε στενή σχέση με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος τον χαρακτήριζε «έναν από τους μεγαλύτερους φίλους του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον». Ο Νετανιάχου έγραψε ότι θρηνεί την απώλεια ενός φίλου, ενώ ο πρόεδρος του Ισραήλ, Χέρτσογκ, δήλωσε σοκαρισμένος και συντετριμμένος.
Μετά τη ρωσική εισβολή το 2022 εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σταθερούς υποστηρικτές της Ουκρανίας στο αμερικανικό Κογκρέσο. Επισκέφθηκε το Κίεβο δέκα φορές μέσα στον πόλεμο, ζητώντας διαρκώς μεγαλύτερη στρατιωτική βοήθεια και αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η τελευταία του επίσκεψη πραγματοποιήθηκε μόλις λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του.

O Λίντσεϊ Γκράχαμ στο Κίεβο /REUTERS/Valentyn Ogirenko

Ukrainian Presidential Press Service/Handout via REUTERSΗ σχέση με τον Τζον ΜακΚέιν
Πριν από τον Τραμπ, ο άνθρωπος που καθόρισε περισσότερο την πολιτική του διαδρομή ήταν ο γερουσιαστής της Αριζόνα Τζον ΜακΚέιν.
Οι δύο άνδρες αποτέλεσαν για χρόνια αχώριστο δίδυμο στη Γερουσία και συνεργάστηκαν σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πρωτοβουλίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Μαζί προώθησαν και μια από τις πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις του μεταναστευτικού, η οποία συνδύαζε αυστηρότερους συνοριακούς ελέγχους με έναν δρόμο προς τη νομιμοποίηση εκατομμυρίων μεταναστών.
Η φιλία τους παρέμεινε αδιατάρακτη μέχρι τον θάνατο του ΜακΚέιν το 2018.
Από πολέμιος του Τραμπ στον πιο πιστό σύμμαχό του
Ίσως καμία πολιτική μεταστροφή στην Ουάσιγκτον να μην ήταν πιο εντυπωσιακή.
Στις προκριματικές εκλογές του 2016 ο Γκράχαμ κατηγορούσε τον Τραμπ ότι οδηγεί το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στην καταστροφή.
Τον χαρακτήριζε «τον πιο ελαττωματικό υποψήφιο στην ιστορία του κόμματος», τον καλούσε να «πάει στο διάβολο» μετά την πρότασή του για απαγόρευση εισόδου μουσουλμάνων στις ΗΠΑ και αρνήθηκε ακόμη και να τον ψηφίσει στις προεδρικές εκλογές.
Όλα άλλαξαν μετά από μια συνάντησή τους τον Μάρτιο του 2017.
Σταδιακά ο Γκράχαμ εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο στενούς συνομιλητές του Αμερικανού προέδρου στη Γερουσία, στηρίζοντας σχεδόν όλες τις βασικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησής του.
Κάποια στιγμή έφτασε μάλιστα να αυτοχαρακτηριστεί το «Βόρειο Άστρο» του Τραμπ στο Κογκρέσο.

Ντόναλντ Τραμπ και Λίντσεϊ Γκράχαμ/REUTERS/Jonathan Ernst/File PhotoΟι μεγάλες πολιτικές μάχες
Ως πρόεδρος της πανίσχυρης Επιτροπής Δικαιοσύνης της Γερουσίας διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις δικαστικές επιλογές των Ρεπουμπλικανών.
Έμεινε ιδιαίτερα γνωστός για τη σφοδρή υπεράσπιση του Μπρετ Κάβανο κατά την ακρόασή του για το Ανώτατο Δικαστήριο, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία εις βάρος του «τη μεγαλύτερη πολιτική απάτη» που είχε ζήσει στην καριέρα του.
Κατά τη δεύτερη προεδρία Τραμπ πρωταγωνίστησε επίσης στην προώθηση του μεγάλου δημοσιονομικού πακέτου της κυβέρνησης, που περιλάμβανε φορολογικές μειώσεις και μεταρρυθμίσεις στις κοινωνικές δαπάνες.
Η σχέση του με την Ελλάδα και την Τουρκία
Στην Ελλάδα ο Λίντσεϊ Γκράχαμ ήταν γνωστός κυρίως για τη στάση του απέναντι στην Άγκυρα.
Κατά καιρούς άσκησε έντονη κριτική στην τουρκική πολιτική, ιδιαίτερα μετά την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία δεν μπορεί να απολαμβάνει τα προνόμια της συμμετοχής στο πρόγραμμα των F-35 όσο παραβιάζει την αμερικανική νομοθεσία.
Παρότι διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την τουρκική ηγεσία, δεν δίσταζε να υιοθετεί σκληρή στάση όταν έκρινε ότι η Άγκυρα απομακρύνεται από τις δεσμεύσεις της απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ.
Η πολιτική κληρονομιά
Ο Λίντσεϊ Γκράχαμ αφήνει πίσω του μια πολιτική διαδρομή που δύσκολα χωρά σε απλές ταμπέλες.
Ήταν συντηρητικός, αλλά συνεργάστηκε επανειλημμένα με Δημοκρατικούς. Ήταν από τους πιο σκληρούς επικριτές του Τραμπ, πριν εξελιχθεί σε έναν από τους πιο πιστούς συμμάχους του. Και παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας αμετακίνητος υπέρμαχος της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος και της ενεργού παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών στις διεθνείς εξελίξεις.
Για πολλούς, ενσάρκωσε όσο λίγοι τη μετάβαση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από την εποχή του Τζον ΜακΚέιν στην εποχή του Ντόναλντ Τραμπ. Και αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη πολιτική παρακαταθήκη που αφήνει πίσω του.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


