Λιτανείες για καταστροφές

Ημερομηνία: 09-08-2026



Το καλοκαίρι προσφέρεται για περισσότερες παρέες. Και οι παρέες, όταν η συζήτηση φτάσει στις πυρκαγιές που μαίνονται κάθε χρόνο στη χώρα μας, χρησιμοποιούν αβίαστα φράσεις που φανερώνουν κάτι βαθύτερο από απλή γλωσσική συνήθεια: «να βάλει ο Θεός το χέρι του», «ας κάνουμε ένα τρισάγιο», «ο Θεός να μας λυπηθεί», «ας βγει μια λιτανεία να σταματήσει το κακό» και άλλες παρόμοιες φράσεις.

Ορισμένοι τις πιστεύουν βαθιά, άλλοι τις επαναλαμβάνουν μηχανικά, αλλά όμως πιστεύω ότι όλοι τις αναγνωρίζουν ως μέρος του πολιτισμικού αποθέματος του τόπου μας. Αυτή η τάση να αντιμετωπίζουμε τις καταστροφές όχι μόνο με επιστημονικές και τεχνικές προσεγγίσεις αλλά και με προσευχές, τρισάγια και λιτανείες δεν είναι τωρινή ιδιαιτερότητα. Έχει ρίζες που φτάνουν στην καρδιά της πρωτοβυζαντινής Κωνσταντινούπολης και όπως θα διαπιστώσετε, η γενεαλογία της είναι πιο περίπλοκη και πιο πολιτική απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.

Όταν οι σεισμοί οδήγησαν σε γιορτές

Αφορμή για τα γραφόμενα αποτελεί η διδακτορική διατριβή του Mark Roosien (Roosien, 2018) η οποία τεκμηριώνει κάτι που ξαφνιάζει τον σημερινό αναγνώστη: η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης του 5ου και 6ου αιώνα καθιέρωσε επίσημες ετήσιες γιορτές για τους σεισμούς που έπληξαν την πόλη.

Ναι, γιορτές. Όχι απλώς δεήσεις την ώρα του κινδύνου, αλλά καθιερωμένες τελετές στο εορτολόγιο, που ξεκινούσαν το βράδυ της παραμονής και ολοκληρώνονταν το απόγευμα της επομένης. Η ανασύσταση της ακολουθίας από τον Roosien αποκαλύπτει μια τελετουργία μεγάλης κλίμακας. Την παραμονή της ημερομηνίας του σεισμού κυρίως του 447 μ.Χ. διαβάζονταν αναγνώσματα από τον Ιερεμία, στα οποία ο προφήτης κατακεραυνώνει τον λαό για την απιστία και την ειδωλολατρία του.

Το πρωί ξεκινούσε μια λιτανεία περίπου έντεκα χιλιομέτρων από την Αγία Σοφία, μέσω της Χρυσής Πύλης, ως το Πεδίον (Campus tribunalis) του Εβδόμου στις ακτές της Προποντίδας: ακριβώς τη διαδρομή που είχαν ακολουθήσει οι κάτοικοι όταν εκκένωναν την πόλη κατά τους σεισμούς. Σε όλη τη διαδρομή ο λαός έψαλλε ασταμάτητα τον Τρισάγιο ύμνο, «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς…» και μετανοητικούς ύμνους όπως το «Κύριε, ημάρτομεν, ηνομήσαμεν». Η ημέρα κορυφωνόταν με τη Θεία Λειτουργία στον Έβδομο ή «το Πεδίον του Εβδόμου». Στους σεισμούς του 438 μ.Χ. και του 447 μ.Χ. το «Πεδίον του Εβδόμου» λειτούργησε ως ο φυσικός χώρος διαφυγής: εκεί κατέφυγε το μεγαλύτερο μέρος των περίπου 200.000 κατοίκων για να γλιτώσει από τα καταρρέοντα κτίρια και εκεί ικέτευαν μέχρι να σταματήσει το συμβάν (Roosien, 2018).

Μια από τις πιο παραστατικές περιγραφές στο σύγγραμμα αυτό είναι αυτή της επετείου της 26ης Ιανουαρίου 457. Δέκα χρόνια μετά τον καταστροφικό σεισμό του 447, ο αυτοκράτορας Μαρκιανός βάδισε επικεφαλής της λιτανείας, έβγαλε τα υποδήματά του και περπάτησε ξυπόλυτος στο ψύχος του Ιανουαρίου, μοιράζοντας ελεημοσύνη στους φτωχούς και τους ανάπηρους του σεισμού. Ο Πατριάρχης Ανατόλιος, βλέποντας τον αυτοκράτορα να τον «νικά» σε ευλάβεια, έβγαλε και εκείνος τα υποδήματά του και βάδισαν μαζί ξυπόλυτοι ως το απόγευμα (Θεόδωρος Αναγνώστης, όπως παρατίθεται σε Roosien, 2018). Ο Μαρκιανός αναπαριστούσε συνειδητά τη πράξη του προκατόχου του Θεοδοσίου Β΄, ο οποίος την ημέρα του σεισμού του 447 είχε βαδίσει ανυπόδητος, με πόδια ματωμένα, μπροστά από τον λαό που εγκατέλειπε την πόλη (Roosien, 2018).

Η ακολουθία δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός. Ο Roosien εντοπίζει τις ρίζες της σε ένα «τελετουργικό ρεπερτόριο» που αναδύθηκε από τις αυθόρμητες, λαϊκές αντιδράσεις στους σεισμούς: την εκκένωση της πόλης, τη συγκέντρωση σε ανοιχτούς χώρους, τους ψαλμούς και τις ικεσίες από την πίεση των θανάτων και των καταστροφών. Ξεχωριστή θέση στην ιστορία αυτή κατέχει το Τρισάγιο. Κατά τη θρυλική παράδοση που αναπτύχθηκε γύρω από τον σεισμό του 438 μ.Χ., ο ύμνος αποκαλύφθηκε θαυματουργικά σε ένα παιδί που ανυψώθηκε στον ουρανό, ενώ ο λαός προσευχόταν στον Έβδομο και όταν το παιδί επέστρεψε και δίδαξε τον ύμνο, ο σεισμός σταμάτησε. Ο θρύλος αξιοποιήθηκε αργότερα στις θεολογικές διαμάχες για το πρόσωπο του Χριστού: ο Πατριάρχης Ακάκιος τον επικαλέστηκε για να αποδείξει ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν ο τόπος όπου ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε τον ορθόδοξο ύμνο, άρα ήταν το επίκεντρο της ορθοδοξίας (Roosien, 2018). Το τρισάγιο που τελούμε στις ημέρες μας για τους κεκοιμημένους κουβαλά, στους περισσότερους/ες εν αγνοία μας, αυτή τη σεισμική προϊστορία.

Τι σήμαινε όμως όλο αυτό; Για τους Βυζαντινούς ο σεισμός δεν ήταν απλώς ένα γεωλογικό συμβάν σε μια πόλη χτισμένη κοντά σε ρήγμα. Ήταν σημάδι ότι ο Θεός ήταν θυμωμένος με τις αμαρτίες όλων και ο μόνος τρόπος να γυρίσει ο θυμός σε έλεος ήταν να μετανοήσει όλη η κοινότητα μαζί. Η λιτανεία αναπαρήγαγε με τον ίδιο τρόπο τη διαδρομή που είχε ακολουθήσει ο κόσμος όταν έφευγε πανικόβλητος από την πόλη. Οι ύμνοι κρατούσαν ζωντανό τον τρόμο και τη μετάνοια εκείνης της στιγμής. Και η επανάληψή της κάθε χρόνο έβαζε το τοπικό γεγονός δίπλα στα μεγάλα γεγονότα της θείας ιστορίας (Roosien, 2018).

Εδώ η μετάνοια δεν ήταν προετοιμασία για γιορτή, όπως στη Σαρακοστή, ούτε ατομική άσκηση αγιότητας. Ήταν τρόπος να καταλαβαίνει η κοινότητα τη θέση της μέσα στον κόσμο και την ιστορία. Και σε αντίθεση με τα Ιεροσόλυμα, όπου οι λιτανείες αναπαριστούσαν γεγονότα της ζωής του Χριστού στους τόπους όπου συνέβησαν, το μιμητικό στοιχείο των λιτανειών της Κωνσταντινούπολης αφορούσε τη δική της τοπική ιστορία, ένδειξη ότι η πόλη δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως αντίγραφο της Αγίας Πόλης, αλλά ως τόπο όπου άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο της ιστορίας της σωτηρίας. Δεν επρόκειτο άλλωστε για μεμονωμένο φαινόμενο: μεταξύ 5ου και 9ου αιώνα η Εκκλησία της Πόλης καθιέρωσε ετήσιες ακολουθίες για εννέα συνολικά σεισμούς (Roosien, 2018).

Με αυτή τη λογική, η λιτανεία είναι αυτό που ο Michel de Certeau ονομάζει «χωρική πρακτική»: ο κόσμος οικειοποιείται τον δρόμο, αντίθετα από τον σκοπό για τον οποίο φτιάχτηκε (Certeau, 1984, όπως παρατίθεται σε Roosien, 2018). Οι δρόμοι που φτιάχτηκαν για το εμπόριο και την κυκλοφορία γεμίζουν πρόσωπα που προσεύχονται. Η πόλη γίνεται, κατά τον Χρυσόστομο, εκκλησία. Η τελετή μετέτρεπε το χάος σε αφήγηση και τοποθετούσε την κοινότητα μέσα σε μια ιστορία όπου ο Θεός δεν είναι αδιάφορος παρατηρητής αλλά ενεργός συνομιλητής.

Όλα αυτά όμως αφορούν την Κωνσταντινούπολη του 5ου αιώνα. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτή η εικόνα μπορεί να μεταφερθεί, χωρίς επιφυλάξεις, στη σημερινή Ελλάδα.

Πρώτον, η άμεση συσχέτιση των βυζαντινών λιτανειών με το σημερινό «ας βγει μια λιτανεία να σταματήσει το κακό» είναι επισφαλής: η σύγχρονη ελληνορθόδοξη ταυτότητα διαμορφώθηκε ως σύνθεση θρησκείας και έθνους κυρίως τον 19ο αιώνα (Roudometof, 2011) και οι φράσεις της παρέας μπορεί να δείχνουν όχι ενεργή θρησκευτική ζωή, αλλά μια πίστη λανθάνουσα, που παραμένει αδιατύπωτη ώσπου να τη «χρειαστεί» μια κρίση, δηλαδή μιας πίστης που ενεργοποιείται στις καταστροφές, όχι στην καθημερινή πρακτική (Davie, 1990).

Δεύτερον, το νόημα που δίνουμε σε μια καταστροφή δεν είναι ποτέ αθώο πολιτικά. Τότε, η προσοχή στρεφόταν από τα αίτια στην αρετή του ηγεμόνα.

Σήμερα, οι αφηγήσεις που ψάχνουν έναν ένοχο κάνουν συχνά το ίδιο: κρύβουν τα πραγματικά αίτια, όπως την ελλιπή πρόληψη και διαχείριση των δασών (Karyotakis και Lo, 2024). Το νόημα των λιτανειών, όσο κι αν κάνει το βάρος πιο υποφερτό, δεν αντικαθιστά τη δράση: η λιτανεία παρηγορεί και δίνει νόημα, δεν καθαρίζει όμως ζώνες πυρασφάλειας.

Το δικό μας ερώτημα όμως είναι διαφορετικό: σήμερα γνωρίζουμε τα φυσικά αίτια και διαθέτουμε τα εργαλεία: αντισεισμικούς κανονισμούς, διαχείριση δασών, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης. Και όμως, ακόμα και η σύγκριση με το Βυζάντιο δεν είναι υπέρ μας. Η βυζαντινή τελετή, όσο κι αν μας ξενίζει η θεολογία της, «έλεγε» στην κοινότητα κάτι απαιτητικό: η καταστροφή είναι υπόθεση όλων μας, όχι κάποιου άλλου (Roosien, 2018). Οι σημερινές δημόσιες αφηγήσεις κάνουν συχνά το αντίθετο: μεταθέτουν την ευθύνη σε έναν εξωτερικό ένοχο, τον εμπρηστή, τον μετανάστη, την κλιματική κρίση…, απαλλάσσοντας τη συλλογικότητα από κάθε αυτοκριτική και προστατεύοντας πρώτα απ’ όλα αυτούς που κυβερνούν από τις δικές τους ευθύνες από την υποχρέωση να λογοδοτήσουν.

Το «κατηγορείν άλλους», ειδικά τους πιο ευάλωτους της κοινωνίας, είναι μια κοινή και απλοϊκή στρατηγική που υιοθετούν οι κυβερνήσεις για να αποφύγουν τη δική τους ευθύνη, ενώ η πραγματική αιτία παραμένει η ανεπαρκής επένδυση στην πρόληψη και στη διαχείριση των δασών. Ο ξυπόλυτος Μαρκιανός τελούσε δημόσια μια χειρονομία λογοδοσίας που δεν συναντά κανείς σε σύγχρονο ηγέτη μπροστά σε καμένη γη. Και η ετήσια επανάληψη της γιορτής κρατούσε τη μνήμη της καταστροφής ζωντανή για αιώνες, ενώ ο δικός μας κύκλος ειδήσεων την εξαντλεί σε λίγες εβδομάδες, ώσπου να μας αιφνιδιάσει η επόμενη. Η ευθύνη που η τελετή απέδιδε στη συλλογική μετάνοια δεν μεταφέρεται σήμερα στην πρόληψη και στην πολιτική διαχείριση, όπως θα όφειλε. Λείπει το στοιχείο που εκείνη διέθετε: συλλογική αυτοκριτική, δημόσια λογοδοσία της εξουσίας, θεσμοθετημένη μνήμη. Χωρίς αυτά, η ευθύνη δεν κατευθύνεται στην πρόληψη, αλλά μετατρέπεται εύκολα σε κυνήγι ενός βολικού ενόχου (Karyotakis και Lo, 2024).

Όταν λοιπόν κάποιος/α στην παρέα πει «ας βάλει ο Θεός το χέρι του», αξίζει να θυμηθούμε και τα δύο σκέλη αυτής της ιστορίας. Πίσω από τη φράση βρίσκεται μια μακρόχρονη παράδοση: ο τρόπος που οι κοινότητες αντιμετώπιζαν την καταστροφή όλοι μαζί, όχι ο καθένας μόνος του. Η παράδοση αυτή δεν μας έφτασε άθικτη, δεν την παραλάβαμε απευθείας από τους Βυζαντινούς, αλλά μέσα από πολλά ενδιάμεσα στάδια, κείμενα, θρύλους, λαϊκές συνήθειες που άλλαζαν στην πορεία.

Φυσικά ούτε κρατήθηκε συνεχής, αφού υπήρξαν εποχές και τόποι όπου ξεχάστηκε εντελώς και άλλες όπου ξαναγεννήθηκε με άλλη μορφή. Κι όμως, κάτι από αυτήν επιβιώνει ακόμα σήμερα, η ίδια η παράδοση που κάποτε έβγαλε έναν αυτοκράτορα ξυπόλυτο στο κρύο μαζί με τον λαό του. Και ότι η ίδια αυτή παράδοση μάς προειδοποιεί: το νόημα των καταστροφών ήταν και είναι πεδίο εξουσίας. Η γη θα συνεχίσει να σείεται και τα δάση να καίγονται. Το ζητούμενο είναι να μην αφήσουμε τη λιτανεία, κυριολεκτική ή μεταφορική, να πάρει τη θέση της ευθύνης.

*Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας

Βιβλιογραφία

Davie, G. (1990) «Believing Without Belonging: Is This the Future of Religion in Britain?», Social Compass, 37(4), pp. 455-469
Karyotakis, M.-A. και Lo, K. (2024) «The political ecology of wildfire: Media and the politics of blame in the Evros wildfires in Greece», Trees, Forests and People, 18, 100682.
Roosien, M. (2018) The Liturgical Commemoration of Earthquakes in Late Antique Constantinople: At the Intersection of Ritual, Environment, and Empire. Διδακτορική διατριβή. University of Notre Dame. Διαθέσιμο σε: https://curate.nd.edu/
Roudometof, V. (2011) «Eastern Orthodox Christianity and the Uses of the Past in Contemporary Greece», Religions, 2(2), pp. 95-113. https://www.mdpi.com/2077-1444/2/2/95

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος