Μαξίμου: Βάζει στο στόχαστρο τον Παυλόπουλο για τις υποκλοπές
Τον εκνευρισμό που προκαλεί στην κορυφή του «επιτελικού κράτους» η σφοδρή κριτική του Προκόπη Παυλόπουλου για την κρίση των θεσμών και το σκάνδαλο των υποκλοπών, φανέρωσε η επιλογή του μεγάρου Μαξίμου να βάλει στόχαστρό του τον πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας.
Χωρίς καμία απάντηση στην ουσία της κριτικής του κ. Παυλόπουλου για τις υποκλοπές, το Μαξίμου, μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ανέσυρε, για άλλη μια φορά, όλο το κυβερνητικό αφήγημα για την περίοδο διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, προκειμένου να εκτοξεύσει ένα «καρφί» σε βάρος του Π. Παυλόπουλου και ουσιαστικά να δημιουργήσει υπόνοιες αμφισβήτησης ότι επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ασκούσε αποτελεσματικά τον θεσμικό του ρόλο.
«Καρφί»
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι ο κ. Παυλόπουλος «ήταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε δύσκολα χρόνια για το κράτος Δικαίου», αναπαράγοντας ξανά όλη τη γνωστή κυβερνητική ρητορική σε βάρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντας λόγο για «παραϋπουργεία Δικαιοσύνης» για «παρεμβάσεις», για «φωτογραφικούς ποινικούς κώδικες» και για «αποφυλακίσεις εγκληματιών ο ένας μετά τον άλλον».
Για να επικαλεστεί, για άλλη μια φορά, την έκθεση της Κομισιόν για το Κράτος Δικαίου, προκειμένου να υποστηρίξει ότι «η Ελλάδα έχει κάνει βήματα προόδου» στα ζητήματα αυτά και εντέλει ουσιαστικά να χαρακτηρίσει τις τοποθετήσεις του κ. Παυλόπουλου «υποκειμενικές απόψεις», λέγοντας συγκεκριμένα ότι «σέβομαι κάθε υποκειμενική άποψη, αλλά εγώ είμαι εδώ για να παρουσιάζω την αντικειμενική πραγματικότητα».
Οι υποκλοπές «χαίνουσα πληγή στην καρδιά του κράτους Δικαίου»
Υπενθυμίζεται ότι ο Πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στην παρέμβασή του κατά την παρουσίαση της μονογραφίας της Αικατερίνας Παπανικολάου, με τίτλο «Επικοινωνιακό απόρρητο και Εθνική Ασφάλεια», είχε, μεταξύ άλλων, σημειώσει ότι «το διαβόητο πλέον σκάνδαλο των υποκλοπών, χαίνουσα πληγή στην καρδιά του Κράτους Δικαίου, η οποία εκθέτει το κύρος της Χώρας και διεθνώς, οφείλεται στο ότι τα αρμόδια όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας, δυστυχώς με την ανοχή ορισμένων εκ των εχόντων την σχετική δικαιοδοσία οργάνων της Δικαστικής Εξουσίας, ερμήνευσαν και ερμηνεύουν τις διατάξεις του άρθρου 19 του Συντάγματος ως εάν το προστατευόμενο έννομο αγαθό σε αυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο εντοπίζεται πρωτίστως στην Εθνική Ασφάλεια. Και όχι στην προστασία του δικαιώματος θωράκισης του απορρήτου των επικοινωνιών, όπου βεβαίως η ρήτρα της Εθνικής Ασφάλειας λειτουργεί, κατ’ αποτέλεσμα, αποκλειστικώς ως μέσο αποτροπής ενδεχόμενης καταχρηστικής, lato sensu, άσκησης του δικαιώματος τούτου».
Και είχε τονίσει ότι «φυσικά τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών -για να μην παρεξηγηθώ περισσότερο από τους «πρόθυμους» υποστηρικτές του ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι δα ούτε πρωτόγνωρο ούτε a priori καταδικαστέο θεσμικώς- ας αναλογισθούμε ότι τέτοιας μορφής εκτροπές όχι μόνο ροκανίζουν βασανιστικά τα θεμέλια της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Αλλά και παραπέμπουν σε εποχές -ας μην βιαστούμε να τις χαρακτηρίσουμε άπαξ διά παντός παρωχημένες- και ανάλογες απρόσωπες τυραννικές εξουσίες που θυμίζουν Κάφκα, ιδίως στην «Δίκη» και στον «Πύργο», ή και την ταινία (2006) του Φλόριαν-Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ «Οι ζωές των άλλων», η πλοκή της οποίας ανατρέχει στο Ανατολικό Βερολίνο του 1984.»


