Με υποβάθμιση της νέας βόμβας Ντίλιαν και επιθέσεις σε Κεσσέ και Σαμαρά το Μαξίμου προσπαθεί να ξεφύγει από τις υποκλοπές
Μία μεγάλη ανοιχτή πληγή για την κυβέρνηση στο δρόμο προς τις εκλογές, αποτελεί η υπόθεση των υποκλοπών, η οποία όχι μόνο δεν κλείνει παρά τη διαρκή κυβερνητική προσπάθεια συσκότισης και μπλοκαρίσματος κάθε διερεύνησής της, αλλά παράγει διαρκώς νέες αποκαλύψεις που θρυμματίζουν τα προεκλογικά αφηγήματα που θέλει να χτίσει το Μαξίμου, όπως λ.χ. το «νομιμότητα παντού», το οποίο αποδεικνύεται διάτρητο με κάθε νέο μπλόκο στη διερεύνηση του σκανδάλου.
Τώρα η κυβέρνηση βρίσκεται για άλλη μια φορά με την πλάτη στον τοίχο μετά την καταγγελία του συνηγόρου θυμάτων των υποκλοπών Ζαχαρία Κεσσέ, ότι «για πρώτη φορά, επίσημα, εγγράφως και σε δικαστικό έγγραφο» ο ιδρυτής της Intellexa Ταλ Ντίλιαν δηλώνει ότι «ο ίδιος πούλησε το Predator στις κρατικές αρχές στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι η πώληση αυτή ήταν απολύτως νόμιμη. Δεν αρνείται την πώληση του Predator στην Ελλάδα. Αντιθέτως, αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στη χρήση του λογισμικού για παράνομες παρακολουθήσεις».
Αντίδραση Μαξίμου
Η αντίδραση, λοιπόν, του μεγάρου Μαξίμου είναι να προσπαθήσει να υποβαθμίσει την αποκάλυψη, να επιτεθεί στον συνήγορο των θυμάτων του Predator και να οχυρωθεί εκ νέου πίσω από τις εισαγγελικές διατάξεις του Αρείου Πάγου που δεν είδαν κρατική εμπλοκή στην υπόθεση, κόντρα στην απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη να λέει (Παραπολιτικά 90,1) ότι «δεν μιλάμε για “αποκαλύψεις Ντίλιαν”. Αν καταλαβαίνω καλά αναφέρεστε σε μια ανάρτηση συνηγόρου, αν δεν κάνω λάθος, πολιτικής αγωγής. Είναι δηλώσεις συνηγόρου» και να κάνει λόγο για «προσπάθεια κάποιων να συντηρήσουν την υπόθεση αυτή», πραγματοποιώντας επίθεση σε βάρος του συνηγόρου των θυμάτων των υποκλοπών Ζαχ. Κεσσέ, με τη φράση ότι «κάποιοι επιμένουν να συντηρούν το θέμα, γιατί αυτό θεωρούν ότι τους εξυπηρετεί. Είτε είναι πολιτικά κόμματα, είτε οποιοσδήποτε άλλος που έχει ένα συμφέρον, μπορεί να είναι συνήγορος στην υπόθεση ή οτιδήποτε».
Μοναδική γραμμή άμυνας του Μαξίμου παραμένει η οχύρωση πίσω από τις εισαγγελικές διατάξεις του Αρείου Πάγου, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να λέει ότι από 2022 «μέχρι σήμερα η δικαιοσύνη πήρε όλα τα δεδομένα και έβγαλε κάποιες αποφάσεις. Το γεγονός ότι κάποιοι επειδή δεν έχουν πρόγραμμα, επειδή δεν έχουν έναν άλλο, ένα άλλο αφήγημα να παρουσιάσουν στον κόσμο, θέλουν να μιλάμε μόνο γι’ αυτό το θέμα, δεν σημαίνει ότι εμείς θα υποκαταστήσουμε τη δικαιοσύνη ή θα τους κάνουμε τη χάρη».
Όταν βέβαια η μοναδική απόφαση της Δικαιοσύνης είναι αυτή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία ζήτησε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά εισέπραξε το αμετακίνητο «Όχι» των εισαγγελικών διατάξεων (και όχι αποφάσεων) του Αρείου Πάγου, που επικαλείται τώρα το Μαξίμου. Και όταν βέβαια τα νέα στοιχεία (όπως το νέο δικαστικό έγγραφο), τα οποία παραθέτει ο κ. Κεσσές, είναι αδιαμφισβήτητο ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη στις εισαγγελικές διατάξεις.
Και αναφορικά με το γεγονός ότι ο Ντίλιαν καταγγέλλει πλέον ανοιχτά την κυβέρνηση για τη χρήση του παράνομου λογισμικού Predator, μόνιμη επωδός του Μαξίμου είναι ότι «θα υπάρξει ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπου εκεί όποιος θέλει να πει οτιδήποτε θα το πει εκεί», αποσιωπώντας έτσι το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο έχει αντικείμενο την ενοχή ή όχι του Ντίλιαν και των άλλων τριών «ιδιωτών» και όχι τη σχέση Predator και κρατικών αρχών ασφαλείας που δείχνουν τα νέα στοιχεία, για τα οποία η Δικαιοσύνη αρνείται να κάνει έρευνα (αρνούμενη να ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο παρά την απόφαση του Πλημμελειοδικείου), ενώ και η ίδια η κυβέρνηση αρνείται να κάνει οποιαδήποτε διερεύνηση σε ό,τι την αφορά, παραπέμποντας στη Δικαιοσύνη.
Η αίτηση Σαμαρά
Αυτό εξάλλου κατήγγειλε και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς με τις αλλεπάλληλες δημόσιες παρεμβάσεις του πριν φτάσει να καταθέσει την αίτησή του στον Άρειο Πάγο, ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της παγίδευσής του με το παράνομο λογισμικό.
Και οι πρώτες αντιδράσεις του Μαξίμου για την κίνηση αυτή του κ. Σαμαρά περιείχαν «καρφιά» και μια διάθεση απαξίωσης του πρώην πρωθυπουργού, ενώ τώρα το μέγαρο Μαξίμου του επιτίθεται ευθέως και τον κατηγορεί ότι κατέθεσε την αίτηση στον Άρειο Πάγο για τη διερεύνηση της παρακολούθησής του, επειδή θέλει να κάνει κόμμα, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να κάνει λόγο για το «περίεργο του timing» και να υποστηρίζει ότι «μπορεί να μην σχετίζεται με το προαναγγελθέν νέο κόμμα. Δεν το ξέρω. Μπορεί και να σχετίζεται… Ξέρετε ποιος θα δώσει την απάντηση; Ο κύριος Σαμαράς θα δώσει την απάντηση αν τελικά κάνει κόμμα όντως. (Δημοσιογράφος: Πάντως, αν κάνει κόμμα, για να μην το αφήσουμε κι αυτό να πέσει έτσι κάτω…)… Άσχετο, δεν θα ‘ναι».
Εκ των υστέρων αποστάσεις από Γεωργιάδη
Όσο για τις δηλώσεις Γεωργιάδη (στο πλαίσιο του αμήχανου κυβερνητικού blame game σε βάρος του κ. Σαμαρά) περί διερεύνησης του ενδεχομένου συγκυβέρνησης με τον Αντ. Σαμαρά, αλλά υπό την προϋπόθεση να μη θέσει θέμα Μητσοτάκη, η πρώτη αντίδραση του Μαξίμου δια του κυβερνητικού εκπροσώπου, δεν ήταν να αποκλείσει τα λεγόμενα του αντιπροέδρου της ΝΔ, αλλά περιορίστηκε να μιλήσει για μία «πολλαπλώς υποθετική» ερώτηση και να προσθέσει ότι «πρωθυπουργούς θεωρούμε ότι εκλέγουν οι πολίτες και όχι κάποιοι σε κλειστές πόρτες».
Η δεύτερη αντίδραση του Μαξίμου -και πάλι μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου- ήταν να σπεύσει πλέον να πει ότι η θέση Γεωργιάδη δεν είναι θέση Μητσοτάκη, λέγοντας ότι «ο μόνος στόχος μας είναι η αυτοδυναμία» και ότι «η μόνη πολιτική δύναμη που θα μπορούσαμε να συζητήσουμε, σε περίπτωση που ο κόσμος δεν μας δώσει αυτοδυναμία, […] θα ήταν ένα σοβαρό ΠΑΣΟΚ, όπως ήταν το ΠΑΣΟΚ του κυρίου Βενιζέλου ή της αείμνηστης Φώφης Γεννηματά. Αλλά το ΠΑΣΟΚ Ανδρουλάκη έχει αποδειχθεί ένα κόμμα που παίζει ακριβώς στο ίδιο γήπεδο με τον κύριο Τσίπρα».
Στο Μαξίμου εκ των υστέρων σκέφτηκαν ότι μια ανοιχτή συζήτηση περί συγκυβέρνησης με τον κ. Σαμαρά στέλνει απευθείας ψηφοφόρους στο νέο του κόμμα και έσπευσαν να την κλείσουν.


