Νέα ευρήματα αποκαλύπτουν τον κόσμο των φυτοφάγων ζώων πριν τους δεινοσαύρους
Ομάδα παλαιοντολόγων στη Βραζιλία εντόπισε ένα νέο είδος (και γένος) ρυγχοσαύρου, μιας εξαφανισμένης ομάδας φυτοφάγων ερπετών, ανακάλυψη που φωτίζει το οικοσύστημα των φυτοφάγων ζώων πριν την εμφάνιση των δεινοσαύρων.
Οι ρυγχόσαυροι ήταν τετράποδα ερπετά με βαρελοειδές σώμα και ράμφη που έμοιαζαν με εκείνα των παπαγάλων. Οι ερευνητές μελέτησαν ένα μερικό κρανίο και κάτω γνάθους που βρέθηκαν σε πετρώματα της Τριασικής περιόδου. Το είδος ονομάστηκε Isodapedon varzealis και φαίνεται να αντιπροσωπεύει έναν ξεχωριστό κλάδο μέσα σε μια ομάδα που παλαιότερα θεωρούνταν λιγότερο ποικιλόμορφη.
Οι ρυγχοσαύροι ήταν από τα πιο άφθονα φυτοφάγα της εποχής τους εξαπλωμένοι σε μεγάλο μέρος της υπερηπείρου Παγγαίας και σε ορισμένες περιοχές αποτελούσαν τη μεγάλη πλειονότητα των απολιθωμένων σπονδυλωτών. Η εξειδικευμένη ανατομική δομή σίτισης τους που περιλάμβανε ένα χωρίς δόντια ράμφος και σειρές από δόντια για άλεσμα τους επέτρεπε να επεξεργάζονται σκληρή βλάστηση και να κυριαρχούν στα χερσαία οικοσυστήματα.
«Οι ρυγχόσαυροι μια πρώιμα αποκλίνουσα ομάδα μέσα στα Αρχοσαυρόμορφα ζώα αντιπροσωπεύονται από αρκετά είδη που κατανέμονται κυρίως στη Μέση και Ύστερη Τριασική περίοδο αν και η προέλευσή τους ανάγεται στην Πρώιμη Τριασική. Οι ρυγχοσαύροι εξαπλώθηκαν σχεδόν σε ολόκληρη την Παγγαία και το απολιθωμένο αρχείο τους εκτείνεται σε πολλές σημερινές περιοχές, όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή, ο Καναδάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ζιμπάμπουε, η Τανζανία, η Νότια Αφρική, η Μαδαγασκάρη, η Ινδία, η Αγγλία και η Σκωτία. Μέχρι την Ύστερη Τριασική περίοδο, οι ρυγχοσαύροι είχαν σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο ως πρωτογενείς καταναλωτές στα χερσαία οικοσυστήματα. Λόγω της αφθονίας τους ιδιαίτερα σε σχηματισμούς της Ύστερης Τριασικής, οι ρυγχοσαύροι αποτελούν επίσης σημαντικούς βιοστρωματογραφικούς δείκτες, φτάνοντας να αποτελούν έως και το 90% των απολιθωμένων σπονδυλωτών σε ορισμένες θέσεις» αναφέρει η παλαιοντολόγος Τζέουνγκ Χε Σιφελμπέιν του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου της Σάντα Μαρία.
Η ανακάλυψη
Το ολότυπο δείγμα του Isodapedon varzealis ανακαλύφθηκε στη θέση Várzea do Agudo στην πολιτεία Rio Grande do Sul της Βραζιλίας. Το απολίθωμα χρονολογείται περίπου πριν από 230 εκατομμύρια χρόνια, στην Καρνιανή εποχή της Τριασικής περιόδου. Η άνω γνάθος του Isodapedon varzealis παρουσιάζει συμμετρικές περιοχές με δόντια, ένα ασυνήθιστο χαρακτηριστικό μεταξύ των συγγενών του, καθώς και μια μοναδική διαμόρφωση της κάτω γνάθου που υποδηλώνει διαφορετικό τρόπο διατροφής σε σχέση με άλλους γνωστούς ρυγχοσαύρους.
Μια φυλογενετική ανάλυση δείχνει ότι το είδος βρίσκεται εκτός των ήδη γνωστών νοτιοαμερικανικών μελών της υποομάδας του γνωστής ως hyperodapedontine. Τα ευρήματα αμφισβητούν την παραδοσιακή ταξινόμηση αυτών των ερπετών και υποστηρίζουν έναν πιο περιορισμένο ορισμό του γνωστού γένους Hyperodapedon περιορίζοντάς το στο αρχικό του είδος τύπο.
Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν επίσης μια ευρύτερη και πιο σύνθετη εξελικτική ακτινοβολία των ρυγχοσαύρων από ό,τι θεωρούνταν μέχρι τώρα. Στενά συγγενικές μορφές φαίνεται να εξαπλώθηκαν ευρέως στη νοτιοδυτική Γκοντβάνα, το νότιο τμήμα της Παγγαίας, διατηρώντας σχετικά συντηρητικά μορφολογικά χαρακτηριστικά.
«Ο μοναδικός συνδυασμός κρανιογναθικών χαρακτηριστικών του Isodapedon varzealis συμπεριλαμβανομένων των συμμετρικών περιοχών δοντιών στην άνω γνάθο και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάτω γνάθου το διαφοροποιεί από σύγχρονα είδη όπως τα Macrocephalosaurus mariensis και Hyperodapedon sp» ανέφεραν οι ερευνητές.
«Αυτές οι διαφορές πιθανότατα αντικατοπτρίζουν διαφορετικές οικολογικές στρατηγικές μέσα σε μια ποικιλόμορφη ομάδα φυτοφάγων, κάτι που μπορεί να υποδηλώνει καταμερισμό οικολογικών θέσεων σε μια περίοδο έντονων περιβαλλοντικών και φυτικών αλλαγών που σχετίζονται με το Καρνιανό Πλουβιακό Επεισόδιο. Επιπλέον, οι συγγένειές του με πρώιμα αποκλίνουσες μορφές υπεροδαπεδοντίνων από την Αργεντινή και πιθανώς τη Ζιμπάμπουε υποδηλώνουν μια ευρεία, μορφολογικά συντηρητική εξάπλωση στη νοτιοδυτική Γκοντβάνα αναδεικνύοντας οικολογική σταθερότητα πριν από την εμφάνιση πιο εξελιγμένων και γεωγραφικά περιορισμένων γενεαλογικών γραμμών».
Naftemporiki.gr


