Νέες ευκαιρίες ανάπτυξης για λιμάνια, ναυπηγεία και logistics
Νέο κεφάλαιο για τα ελληνικά λιμάνια, τα logistics και τη ναυπηγική βιομηχανία ανοίγει η εμβάθυνση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ινδίας, μετά τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου των δύο πλευρών.
Η European Union-India Free Trade Agreement, που σφραγίστηκε έπειτα από δύο δεκαετίες διαπραγματεύσεων, δημιουργεί ένα νέο, διευρυμένο πεδίο ευκαιριών, καλύπτοντας αγορά περίπου 2 δισ. ανθρώπων.
Η σταδιακή άρση δασμών σχεδόν στο σύνολο των εμπορικών ροών, από αυτοκίνητα και μηχανήματα έως φάρμακα, υφάσματα και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για τους ελληνικούς λιμένες, αλλά και ανταγωνιστικές προκλήσεις, που η Ελλάδα καλείται να αξιοποιήσει στρατηγικά.
Στο ίδιο γεωοικονομικό πλαίσιο εντάσσεται και το στρατηγικό άνοιγμα των Ναυπηγείων Σαλαμίνας στην ινδική ναυπηγική βιομηχανία, μέσω συνεργασίας για τη μεταφορά ελληνικής τεχνογνωσίας σε ένα φιλόδοξο project νέας ναυπηγικής μονάδας στην Ινδία.
Η σύζευξη εμπορίου, λιμένων και ναυπηγικής βιομηχανίας αναδεικνύει τη ναυτιλία σε βασικό πυλώνα της ελληνοϊνδικής στρατηγικής συνεργασίας, με μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Κομβικός ρόλος
«Η επισφράγιση των εμπορικών σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ινδίας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο αναδιάταξης των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Διαδρομές όπως ο IMEC, η Ανατολική Μεσόγειος και η Διώρυγα του Σουέζ επανακαθορίζουν τον ρόλο των θαλάσσιων πυλών της Ευρώπης και σε αυτό το περιβάλλον τα ελληνικά λιμάνια βρίσκονται εκ των πραγμάτων στο επίκεντρο» τόνισε στη «Ν» ο πρόεδρος της Ένωσης Λιμένων Ελλάδος (ΕΛΙΜΕ) και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Οργανισμού Λιμένος Πάτρας (ΟΛΠΑ) Παναγιώτης Αναστασόπουλος.
Πρόσθεσε ότι η αξιοποίηση των ελληνικών λιμανιών ως κεντρικών ευρωπαϊκών κόμβων logistics αποτελεί πλέον στρατηγική ανάγκη για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Για να ανταποκριθούμε,
απαιτούνται υποδομές υψηλής χωρητικότητας, ισχυρή και λειτουργική αλυσίδα συνδυασμένων μεταφορών, ψηφιακά και τελωνειακά εργαλεία ταχείας διακίνησης φορτίων, καθώς και ασφάλεια και ανθεκτικότητα στις λειτουργίες.
Τόνισε ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη εργαστεί συστηματικά προς αυτή την κατεύθυνση, επενδύοντας σε λιμενικές υποδομές, διασυνδέσεις και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ενώ πρόσθεσε ότι η ΕΛΙΜΕ συμβάλλει ενεργά ώστε τα ελληνικά λιμάνια να είναι έτοιμα να υποδεχθούν και να εξυπηρετήσουν τις νέες εμπορικές ροές με όρους αξιοπιστίας, αλλά και γεωστρατηγικής αξίας στις ιστορικές αυτές στιγμές.
Από την πλευρά του, ο Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος του ΕΒΕΠ, τόνισε ότι η εμπορική συμφωνία Ε.Ε.- Ινδίας έχει ισχυρή γεωπολιτική και οικονομική σημασία, ενισχύοντας την πολυμερή στρατηγική της Ευρώπης και δημιουργώντας ευκαιρίες για επενδύσεις, τεχνογνωσία και εφοδιαστικές αλυσίδες μέσω Ελλάδας, με αιχμή την ελληνική ναυτιλία και τη θέση της χώρας ως πύλης εισόδου στην Ε.Ε.
Ο Νίκος Φιριππής, πρόεδρος του Σωματείου Ναυτικών Πρακτόρων Αττικής – Πειραιά, αναφερόμενος στις προοπτικές που μπορεί να ανοίξει για την Ελλάδα η εμπορική συμφωνία Ε.Ε.-Ινδίας, επισήμανε στη «Ν» ότι τα ενδεχόμενα οφέλη θα φανούν μόνο σε βάθος χρόνου.
Όπως τονίζει, σήμερα οι ποσότητες προϊόντων που ανταλλάσσονται μέσω της χώρας μας παραμένουν περιορισμένες, γεγονός που δεν επιτρέπει άμεσες προσδοκίες για θεαματική αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας ως πύλης εισόδου της Ινδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Πρόκειται για μια διαπραγμάτευση που έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια. Δεν είναι κάτι καινούργιο, απλώς τώρα έχει ενεργοποιηθεί» υπογραμμίζει, προσθέτοντας ότι είναι ακόμη πρόωρο να αποτιμηθούν τα πραγματικά οφέλη, ιδιαίτερα για τα παραλιμενικά επαγγέλματα.
Επισημαίνει εξάλλου ότι σε ναυτιλιακό επίπεδο, ο κλάδος που εκτιμάται ότι θα ωφεληθεί περισσότερο είναι τα bulk carriers, ενώ περιορισμένη αναμένεται η επίδραση στα πλοία μεταφοράς καυσίμων, καθώς η Ινδία παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας.
Τα μεγάλα λιμάνια
Ο ρόλος του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς είναι σημαντικός, καθώς ο Πειραιάς αποτελεί ένα από τα πρώτα λιμάνια εισόδου των ασιατικών φορτίων στην Ευρώπη μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.
Η αύξηση των εμπορικών ροών από την Ινδία μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τη δραστηριότητα μεταφόρτωσης (transshipment), αλλά και τη διανομή φορτίων προς την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη.
Όσον αφορά τον καθοριστικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας ως βασική πύλη εισόδου φορτίων προς την Ελλάδα, την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, ο εμπορικός διευθυντής του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιά PCT S.A. Τάσος Βαμβακίδης αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη σιδηροδρομική διασύνδεση του λιμανιού.
Όπως επισημαίνει, υπό την προϋπόθεση της πλήρους επαναλειτουργίας της Διώρυγας του Σουέζ, η εταιρεία προσδοκά σημαντική αύξηση των διακινούμενων φορτίων μέσω του Πειραιά, τόσο για τις ινδικές εισαγωγές στην ευρωπαϊκή και τη βαλκανική αγορά όσο και για τις εξαγωγές της Ε.Ε. προς την Ινδία.
«Η σιδηροδρομική σύνδεση αποτελεί ένα από τα βασικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του Πειραιά» τονίζει, σημειώνοντας ότι επιτρέπει την ταχεία και αξιόπιστη προώθηση φορτίων έως τα ευρωπαϊκά σύνορα και τη διασύνδεσή τους με το ευρύτερο ευρωπαϊκό δίκτυο.
Η γραμμή συνδέει απευθείας τους Προβλήτες ΙΙ και ΙΙΙ του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων με το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο μέσω του Θριασίου Πεδίου, ενώ εξυπηρετεί τακτικά block trains προς βασικούς προορισμούς της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης.
Περιφερειακή πύλη
Παράλληλα, και ο Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης μπορεί να διαδραματίσει ρόλο περιφερειακής λιμενικής πύλης για τα Βαλκάνια, καθώς διαθέτει σιδηροδρομική σύνδεση, εξυπηρετώντας φορτία με τελικό προορισμό αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η γεωγραφική του θέση, σε συνδυασμό με τις οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις, δημιουργεί προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός δεύτερου ισχυρού logistics hub στη Βόρεια Ελλάδα.
Θετική για την Ε.Ε. και με ουσιαστικές προοπτικές για τα ελληνικά λιμάνια χαρακτήρισε τη συμφωνία Ε.Ε.-Ινδίας ο Μηνάς Παπαδάκης, διευθύνων σύμβουλος του Οργανισμού Λιμένος Ηρακλείου (ΟΛΗ), μιλώντας στη «Ν».
Όπως σημείωσε, η Ινδία αποτελεί την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως σε όρους ονομαστικού ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά τη συμφωνία ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για την ευρωπαϊκή εξωστρέφεια.
Η σταδιακή κατάργηση δασμών σε εισαγωγές και εξαγωγές αναμένεται να τονώσει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές, δημιουργώντας ταυτόχρονα αμοιβαία οφέλη και για την ινδική οικονομία.
Στο λιμενικό πεδίο, ο κ. Παπαδάκης εκτίμησε ότι πρωταγωνιστικό ρόλο θα διαδραματίσουν τα μεγάλα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, τα οποία διαθέτουν απευθείας σιδηροδρομική σύνδεση, επιτρέποντας την άμεση μεταφόρτωση και προώθηση φορτίων προς την ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
Παράλληλα, αναφέρθηκε και στον Βόλο, το λιμάνι του οποίου έχει δυνατότητες ενίσχυσης της διαμετακομιστικής αλυσίδας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Λιμάνι Ηρακλείου, το οποίο -όπως τόνισε- βρίσκεται πάνω σε διεθνή θαλάσσια διαδρομή και περιβάλλεται από ισχυρή αγροτική παραγωγή, στοιχείο που μπορεί να ενισχύσει τη διαμετακόμιση φορτίων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το λιμάνι διαθέτει επαρκή δυναμικότητα για να υποστηρίξει αυξημένες ροές, ενώ πρόσθετες προοπτικές ανοίγονται και μέσω της συνδυαστικής μεταφοράς λιμένα-αεροδρομίου.
Η λειτουργία του νέου αεροδρομίου στο Καστέλι το 2028 δημιουργεί, όπως είπε, προϋποθέσεις ακόμη και για ανάπτυξη δραστηριοτήτων cargo, ενισχύοντας περαιτέρω τον ρόλο της Κρήτης στον χάρτη των ευρωπαϊκών logistics.
Περιορισμένη ελληνική παρουσία στο διμερές εμπόριο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναδεικνύεται σε κομβικό εμπορικό εταίρο της Ινδίας, αποτελώντας τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο, αμέσως μετά την Κίνα και μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με μερίδιο 11,5% στο συνολικό εμπόριο αγαθών της χώρας.
Το 2024-2025 το διμερές εμπόριο αγαθών Ε.Ε.-Ινδίας ξεπέρασε τα 120 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 71,4 δισ. ευρώ αφορούσαν εισαγωγές της Ε.Ε. από την Ινδία και 48,8 δισ. ευρώ εξαγωγές της Ε.Ε. προς την ινδική αγορά.
Η δυναμική αυτή αποτυπώνεται και σε βάθος χρόνου, καθώς την τελευταία δεκαετία το διμερές εμπόριο έχει διπλασιαστεί, με τις εισαγωγές της Ε.Ε. να καταγράφουν άνοδο 140% και τις εξαγωγές αύξηση 58%, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σημασία της Ινδίας για την ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική.
Το εμπόριο αφορά κυρίως μηχανήματα, αυτοκίνητα και γεωργικά προϊόντα από την Ε.Ε., ενώ από την Ινδία εισάγονται ρύζι και μπαχαρικά.
Σημειώνεται ότι παρά τη στρατηγική σημασία των σχέσεων ΗΠΑ-Ινδίας, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο βασικός προορισμός των ινδικών εξαγωγών, απορροφώντας σχεδόν το 20% του συνόλου, το τελευταίο διάστημα υπήρξαν εμπορικές εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Το οικονομικό έτος 2024-25 αποτέλεσε ορόσημο για την ινδική οικονομία, καθώς οι εξαγωγές υπηρεσιών κατέγραψαν ιστορικό υψηλό, αγγίζοντας τα 383,5 δισ. δολ., σύμφωνα με στοιχεία του Press Information Bureau (PIB).
Η ετήσια αύξηση 12%-13% υπερέβη κατά πολύ τον ρυθμό ανάπτυξης του εμπορίου αγαθών, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο των υπηρεσιών ως «ατμομηχανής» της ινδικής εξωστρέφειας.
Η δομή των εξαγωγών παραμένει έντονα προσανατολισμένη σε υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, με τον κλάδο Τηλεπικοινωνιών, Πληροφορικής και Υπηρεσιών Πληροφόρησης να συνεισφέρει άνω του 50%-60% των συνολικών εσόδων, σύμφωνα με το India Brand Equity Foundation (IBEF).
Παράλληλα, η ταχεία ανάπτυξη των Παγκόσμιων Κέντρων Ικανότητας (GCCs) ενισχύει τη μετάβαση από το παραδοσιακό outsourcing στη δημιουργία αξίας εντός της χώρας.
Το πλεόνασμα στο ισοζύγιο υπηρεσιών, που ανήλθε στα 188,5 δισ. δολ., λειτουργεί ως κρίσιμο μακροοικονομικό αντίβαρο στο έλλειμμα του εμπορίου αγαθών.
Στις εισαγωγές, η Κίνα διατηρεί την πρώτη θέση, ενώ η Ρωσία ακολουθεί λόγω των ενεργειακών ροών.
Η Ελλάδα, ωστόσο, παραμένει χαμηλά στην κατάταξη, γεγονός που αναδεικνύει σημαντικά περιθώρια ενίσχυσης των διμερών εμπορικών σχέσεων.
Με βάση τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του ινδικού Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (ΟΕΥ) για το οικονομικό έτος 2024-25, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο σημαντικότερος προορισμός των ινδικών εξαγωγών, απορροφώντας προϊόντα αξίας 78,5 δισ. δολ., που αντιστοιχούν στο 18,2% του συνόλου.
Ακολουθούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με 35,6 δισ. δολ. και η Ολλανδία με 22,3 δισ. δολ., επιβεβαιώνοντας τον κομβικό ρόλο συγκεκριμένων εμπορικών πυλών προς την Ευρώπη.
Αντίθετα, η Ελλάδα κατατάσσεται μόλις στην 70ή θέση μεταξύ των προορισμών των ινδικών εξαγωγών, με αξία 0,38 δισ. δολ. και μερίδιο μόλις 0,09%, γεγονός που αναδεικνύει τα περιορισμένα επίπεδα διμερούς εμπορίου, αλλά και τα σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στο πλαίσιο της ενίσχυσης των σχέσεων Ε.Ε.-Ινδίας.


