Ντόναλντ Τραμπ – Ανώτατο Δικαστήριο: Η ρήξη που κανείς δεν περίμενε
Για σχεδόν μία δεκαετία, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετώπιζε το Ανώτατο Δικαστήριο ως θεσμικό στήριγμα, ως πολύτιμο σύμμαχο,
Οι αποφάσεις για την προεδρική ασυλία και για σειρά επειγόντων προσφυγών της κυβέρνησής του είχαν ενισχύσει την αίσθηση ότι η συντηρητική πλειοψηφία των 6-3 δύσκολα θα έβαζε φρένο στην όποια επιλογή πολιτικής ενός Αμερικανού προέδρου, ο οποίος επανεξελέγη θριαμβευτικά.
Η απόφαση, όμως, που ακύρωσε τους δασμούς του, έσπασε αυτό το σερί. Και τώρα περισσότερες από 300.000 επιχειρήσεις (που κατέβαλαν δασμούς ύψους έως από 133 δισ. έως και 170 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με υπολογισμούς του Bloomberg) θα διεκδικήσουν αποζημιώσεις.
Είχαν δε προηγηθεί ορισμένες «ενδείξεις» ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο να πει στα πάντα «ναι». Τον Δεκέμβριο, οι δικαστές έκριναν ότι ο Τραμπ δεν έχει την εξουσία να αναπτύσσει την Εθνοφρουρά σε αμερικανικές πόλεις κατά βούληση. Παράλληλα, εμφανίστηκαν επιφυλακτικοί απέναντι στις προσπάθειές του να αποπέμψει μέλος της Federal Reserve.
Το πλήγμα που «πόνεσε» τον Λευκό Οίκο
Με ψήφους 6-3, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο πρόεδρος υπερέβη την εξουσία του επιβάλλοντας σαρωτικούς δασμούς χωρίς σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο.
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, υπέγραψε την απόφαση, στηριζόμενος στη θεμελιώδη συνταγματική αρχή των ΗΠΑ ότι η φορολογική εξουσία – άρα και η επιβολή δασμών – ανήκει στη νομοθετική και όχι στην εκτελεστική εξουσία, δηλαδή στο Κογκρέσο.
Η αντίδραση Τραμπ ήταν οξεία. Χαρακτήρισε τους δικαστές που τάχθηκαν εναντίον του – ακόμη και δύο δικούς του διορισμούς – «ανόητους» και «υποτακτικούς», έκανε λόγο για επιρροή ξένων δυνάμεων, ενώ δήλωσε ότι «τελείωσαν οι μέρες που ήμουν καλό παιδί απέναντι στο Δικαστήριο».
Ο Τραμπ στο Κογκρέσο / MANDEL NGAN/Pool via REUTERS/Η δοκιμασία Ρόμπερτς
Η ειρωνεία είναι εμφανής. Ο ίδιος ο Ρόμπερτς είχε γράψει πριν δύο χρόνια την ιστορική απόφαση που παρείχε στον Τραμπ ευρεία ποινική ασυλία, διευκολύνοντας την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Το Δικαστήριο είχε επίσης μπλοκάρει προσπάθειες πολιτειών να τον αποκλείσουν από το ψηφοδέλτιο.
Όμως οι δασμοί ήταν ο πυρήνας της οικονομικής του στρατηγικής. Η ήττα είχε συμβολικό βάρος: για πρώτη φορά, το Δικαστήριο χάραξε σαφή «κόκκινη γραμμή» στην επεκτατική ερμηνεία της προεδρικής εξουσίας.
Παρότι η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναφοράς των δασμών με διαφορετική νομική βάση – και δεν απαντά ακόμη αν θα επιστραφούν δεκάδες δισεκατομμύρια που έχουν ήδη εισπραχθεί – το μήνυμα ήταν θεσμικό: υπάρχουν όρια.
Οι επόμενες συγκρούσεις
Η ένταση δεν τελειώνει εδώ. Το Δικαστήριο καλείται σύντομα να αποφανθεί για την απόπειρα Τραμπ να αποπέμψει διοικητή της Fed, καθώς και για την προσπάθειά του να καταργήσει την αυτόματη ιθαγένεια εκ γεννήσεως – δύο ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της συνταγματικής ισορροπίας.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο Τραμπ θα συνεχίσει να δοκιμάζει τα όρια. Το ερώτημα είναι αν το Δικαστήριο Ρόμπερτς θα συνεχίσει να του τα υπενθυμίζει.
Για έναν πρόεδρο που είχε συνηθίσει να κερδίζει στο Ανώτατο Δικαστήριο περίπου το 80% των επειγουσών προσφυγών του στη δεύτερη θητεία, η απόφαση για τους δασμούς ήταν σαφώς μία ηχηρή υπενθύμιση: Ακόμη και μια φιλική πλειοψηφία δεν ισοδυναμεί με λευκή επιταγή.

Στο κέντρο της φωτογραφίας ο δικαστής Τζον Ρόμπερτς/ Win McNamee/Pool via REUTERS/File PhotoΠού οδηγεί η ρήξη
Η σύγκρουση ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο θεσμικής έντασης. Ενδέχεται να σηματοδοτεί μια νέα φάση στη σχέση εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας στις ΗΠΑ.
Πρώτον, ενισχύεται η εικόνα ενός προέδρου που αμφισβητεί ευθέως τη νομιμοποιητική ισχύ των θεσμών όταν δεν τον δικαιώνουν.
Δεύτερον, το Δικαστήριο Ρόμπερτς φαίνεται να επιχειρεί μια λεπτή ισορροπία: να διατηρεί ευρύ πεδίο άσκησης προεδρικής εξουσίας, αλλά χωρίς να επιτρέπει την πλήρη παράκαμψη του Κογκρέσου. Αν η γραμμή αυτή παγιωθεί, οι επόμενες αποφάσεις – για τη Fed ή για την ιθαγένεια εκ γεννήσεως – θα αποκτήσουν χαρακτήρα δημοψηφίσματος για τα όρια της προεδρίας.
Τρίτον, σε πολιτικό επίπεδο, η ρήξη μπορεί να ενισχύσει τη ρητορική Τραμπ περί «βαθέος κράτους» και «ελιτ που μπλοκάρουν τη λαϊκή βούληση», τροφοδοτώντας τη βάση του ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων. Έχει επανειλημμένα αποδείξει εξάλλου πως μπορεί να μετατρέπει τις προκλήσεις σε ατού.
Η μεγάλη εικόνα, ωστόσο, είναι θεσμική: αν το Ανώτατο Δικαστήριο συνεχίσει να θέτει όρια, η προεδρία Τραμπ θα βρεθεί μπροστά σε ένα νέο πλαίσιο ελέγχων και ισορροπιών – λιγότερο προβλέψιμο και σαφώς πιο συγκρουσιακό.
naftemporiki.gr με πληροφορίες από Wall Street Journal, Politico


