Ο άνθρωπος που νίκησε τη μεγαλύτερη βιομηχανία
Όταν ο Ελάιας Χάου επιστρέφει από την Αγγλία στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1849, δεν έχει σχεδόν τίποτε στην κατοχή του. Για να εξασφαλίσει το εισιτήριο της επιστροφής, έχει αναγκαστεί να βάλει ενέχυρο ακόμη και τη ραπτομηχανή και τα έγγραφα της πατέντας του.
Η σύζυγός του, Ελίζαμπεθ, βρίσκεται βαριά άρρωστη στη Μασαχουσέτη. Ο Χάου προλαβαίνει να φτάσει κοντά της λίγο πριν πεθάνει. Ο ίδιος είναι άνεργος, χρεωμένος και πατέρας τριών παιδιών. Η εφεύρεση στην οποία έχει αφιερώσει χρόνια μοιάζει να έχει καταστρέψει τη ζωή του.
Σύντομα, όμως, ανακαλύπτει κάτι ακόμη πιο οδυνηρό. Οι ραπτομηχανές έχουν αρχίσει να κατακτούν την αμερικανική αγορά. Εργοστάσια και εργαστήρια χρησιμοποιούν μηχανισμούς που βασίζονται σε κρίσιμα στοιχεία της δικής του πατέντας.
Άλλοι άνθρωποι έχουν καταφέρει να πουλήσουν αυτό που εκείνος δεν μπόρεσε.Ανάμεσά τους βρίσκεται ο άνθρωπος του οποίου το όνομα θα γίνει τελικά συνώνυμο της ραπτομηχανής: ο Άιζακ Σίνγκερ.
Η μηχανή που νίκησε πέντε μοδίστρες – και δεν πούλησε ούτε ένα κομμάτι
Ο Ελάιας Χάου δεν είναι ο πρώτος άνθρωπος που προσπαθεί να κατασκευάσει μια μηχανή ικανή να ράβει. Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα έχουν παρουσιαστεί διάφορα σχέδια, ενώ το 1830 ο Γάλλος Μπαρτελεμί Τιμονιέ έχει κατοχυρώσει μια μηχανή αλυσιδωτής ραφής.
Η προσπάθεια του Τιμονιέ καταλήγει βίαια. Ράφτες που φοβούνται ότι οι μηχανές θα τους αφήσουν χωρίς εργασία εισβάλλουν στο εργαστήριό του και καταστρέφουν δεκάδες μηχανές. Ο εφευρέτης θα πεθάνει αργότερα πάμφτωχος.
Στην Αμερική, ο Γουόλτερ Χαντ έχει επίσης κατασκευάσει από τη δεκαετία του 1830 μια μηχανή που δημιουργεί γαζί κλειδώματος, αλλά εγκαταλείπει την προσπάθεια χωρίς να κατοχυρώσει εγκαίρως την εφεύρεσή του.
Η ιστορία της ραπτομηχανής, επομένως, δεν είναι η ιστορία μιας μοναδικής στιγμής έμπνευσης. Είναι ένα μωσαϊκό από ιδέες, μηχανισμούς και αποτυχημένες προσπάθειες. Η καθοριστική συμβολή του Χάου είναι ότι συνδυάζει τα απαραίτητα στοιχεία σε μια λειτουργική μηχανή και, κυρίως, κατοχυρώνει νομικά τον μηχανισμό της.
Η μηχανή του χρησιμοποιεί δύο κλωστές. Μια βελόνα με την τρύπα κοντά στην αιχμή περνά την πρώτη κλωστή μέσα από το ύφασμα και μια παλινδρομική σαΐτα περνά τη δεύτερη μέσα από τη θηλιά, δημιουργώντας το ανθεκτικό γαζί κλειδώματος.
Το 1845, ο Χάου οργανώνει μια δημόσια επίδειξη. Βάζει τη μηχανή του να αναμετρηθεί με πέντε έμπειρες μοδίστρες και τις νικά σε ταχύτητα. Σύμφωνα με την Ιστορική Εταιρεία του Κέιμπριτζ, η μηχανή ολοκληρώνει πέντε ραφές προτού οποιαδήποτε από τις γυναίκες τελειώσει την πρώτη.
Το κοινό εντυπωσιάζεται. Οι παραγγελίες, όμως, είναι μηδενικές. Η μηχανή κοστίζει περίπου 300 δολάρια, ποσό απαγορευτικό για τον μέσο ράφτη. Παράλληλα, οι επαγγελματίες της ραπτικής τη βλέπουν ως απειλή για το εισόδημά τους. Η τεχνική υπεροχή δεν αρκεί για να δημιουργήσει αγορά.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 1846, ο Χάου λαμβάνει το αμερικανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας υπ’ αριθμόν 4.750. Το αυθεντικό σχέδιο της μηχανής διατηρείται σήμερα στα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ.
Στα χαρτιά, ο Χάου κατέχει μια τεχνολογία που μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πουλήσει ούτε μία μηχανή.
Ελάιας Χάου/Library of Congress/Wikimedia CommonsΟι 250 λίρες της Αγγλίας
Η τελευταία του ελπίδα βρίσκεται στην Ευρώπη. Ο αδελφός του, Αμάσα, ταξιδεύει στο Λονδίνο και παρουσιάζει τη μηχανή στον Γουίλιαμ Τόμας, έναν κατασκευαστή κορσέδων, ομπρελών και δερμάτινων ειδών.
Ο Τόμας αγοράζει μία μηχανή και τα δικαιώματα χρήσης της στη Βρετανία έναντι 250 λιρών. Ο Ελάιας μετακομίζει αργότερα με την οικογένειά του στο Λονδίνο, προκειμένου να προσαρμόσει την εφεύρεση στις ανάγκες της κατασκευής κορσέδων.
Η συνεργασία καταρρέει. Τα χρήματα εξαντλούνται και η υγεία της Ελίζαμπεθ επιδεινώνεται. Εκείνη επιστρέφει πρώτη στην Αμερική. Ο Χάου ακολουθεί σχεδόν άπορος, έχοντας υποθηκεύσει ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει.
Η ιστορία ότι χρειάστηκε να δανειστεί κοστούμι για την κηδεία της συζύγου του εμφανίζεται σε μεταγενέστερες βιογραφίες, αλλά δεν τεκμηριώνεται επαρκώς από τις ισχυρότερες ιστορικές πηγές. Η πραγματική εικόνα είναι ούτως ή άλλως σκληρή: ο Χάου έχει χάσει τη γυναίκα του, τα χρήματά του και τον έλεγχο της εφεύρεσής του.
Ο Σίνγκερ δεν είχε μόνο μηχανή – είχε επιχειρηματικό σχέδιο
Ο Άιζακ Σίνγκερ δεν είναι απλώς ένας «κλέφτης» που αντιγράφει αυτούσια τη μηχανή του Χάου. Είναι μηχανικός, πρώην ηθοποιός και κυρίως ένας ιδιοφυής επιχειρηματίας, ο οποίος αντιλαμβάνεται τι χρειάζεται για να μετατραπεί μια δύσχρηστη βιομηχανική κατασκευή σε εμπορικό προϊόν.
Η δική του μηχανή διαθέτει κάθετα τοποθετημένη βελόνα, οριζόντια επιφάνεια εργασίας, μηχανισμό που συγκρατεί σταθερά το ύφασμα και ποδοκίνητο σύστημα, ώστε ο χειριστής να έχει ελεύθερα και τα δύο χέρια.
Ο Σίνγκερ και ο συνεργάτης του, Έντουαρντ Κλαρκ, οργανώνουν παράλληλα ένα πρωτοποριακό δίκτυο πωλήσεων. Προσφέρουν επίδειξη και εκπαίδευση, επενδύουν επιθετικά στη διαφήμιση και εφαρμόζουν συστήματα αγοράς με δόσεις, φέρνοντας τη ραπτομηχανή μέσα στα σπίτια.
Ο Σίνγκερ δεν έχει απλώς βελτιώσει τη μηχανή. Έχει ανακαλύψει πώς να τη διαθέσει μαζικά. Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα: για να δημιουργήσει γαζί κλειδώματος, η μηχανή του χρησιμοποιεί τεχνολογία που καλύπτεται από την πατέντα του Χάου.

Wikimedia CommonsΟ άνθρωπος χωρίς εργοστάσιο κηρύσσει πόλεμο στη βιομηχανία
Ο Χάου αντιλαμβάνεται ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που του έχει απομείνει είναι ένα νομικό έγγραφο. Δανείζεται χρήματα, βρίσκει χρηματοδότες και αρχίζει να στέλνει απαιτήσεις στους κατασκευαστές.
Ορισμένοι δέχονται να πληρώσουν. Άλλοι, με πρώτο τον Σίνγκερ, αποφασίζουν να πολεμήσουν.
Η βασική υπερασπιστική γραμμή είναι ότι ο Χάου δεν μπορεί να θεωρείται εφευρέτης της ραπτομηχανής, καθώς ο Γουόλτερ Χαντ είχε κατασκευάσει παρόμοιο μηχανισμό νωρίτερα. Ο Χαντ, όμως, δεν είχε ζητήσει εγκαίρως δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ούτε είχε αξιοποιήσει εμπορικά την κατασκευή του.
Το 1854, οι αμερικανικές αρχές αναγνωρίζουν την ισχύ της πατέντας του Χάου. Οι εταιρείες που χρησιμοποιούν τον προστατευόμενο μηχανισμό οφείλουν πλέον να του καταβάλλουν δικαιώματα.
Ο φτωχός μηχανικός δεν χρειάζεται να νικήσει τη Singer στις πωλήσεις. Αντιθέτως τον συμφέρει να συνεχίσει η Singer να πουλά.
Ο «πόλεμος των ραπτομηχανών»
Η νίκη του Χάου δεν φέρνει ειρήνη. Στα μέσα της δεκαετίας του 1850, η κατασκευή μιας ανταγωνιστικής ραπτομηχανής απαιτεί τη χρήση πολλών διαφορετικών μηχανισμών, οι οποίοι προστατεύονται από πατέντες διαφορετικών εταιρειών.
Η Singer, η Wheeler & Wilson και η Grover & Baker αλληλομηνύονται. Κανένας κατασκευαστής δεν μπορεί να εξελίξει τη μηχανή του χωρίς να κινδυνεύει να παραβιάσει τα δικαιώματα κάποιου άλλου. Δημιουργείται αυτό που σήμερα θα ονομαζόταν «ναρκοπέδιο» ή πλέγμα πατεντών.
Τη λύση προτείνει ο Ορλάντο Πότερ, επικεφαλής της Grover & Baker: αντί να ξοδεύουν τα κέρδη τους στα δικαστήρια, οι ανταγωνιστές μπορούν να συγκεντρώσουν τις κρίσιμες πατέντες και να τις αδειοδοτούν ως ενιαίο πακέτο.
Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος χωρίς τον οποίο το σχέδιο δεν μπορεί να λειτουργήσει: ο Ελάιας Χάου.
Τα 5 δολάρια που έκαναν τον Χάου εκατομμυριούχο
Στις 24 Οκτωβρίου 1856, οι αντίπαλοι υπογράφουν τη Συμφωνία του Όλμπανι και δημιουργούν το Sewing Machine Combination. Πρόκειται για το πρώτο patent pool στην ιστορία της αμερικανικής βιομηχανίας.
Η Singer, η Wheeler & Wilson, η Grover & Baker και ο Χάου συνενώνουν εννέα κρίσιμες πατέντες. Οι εταιρείες μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν νόμιμα τους μηχανισμούς η μία της άλλης, ενώ ακόμη περισσότεροι κατασκευαστές αποκτούν πρόσβαση στην τεχνολογία καταβάλλοντας ενιαίο τέλος αδειοδότησης.
Ο Χάου δεν διαθέτει τότε μεγάλη παραγωγική εταιρεία. Κατέχει, όμως, μία από τις θεμελιώδεις πατέντες. Το συμβόλαιο προβλέπει ότι θα λαμβάνει 5 δολάρια για κάθε αδειοδοτημένη μηχανή που πωλείται στις Ηνωμένες Πολιτείες και ένα δολάριο για κάθε μηχανή που εξάγεται.
Από το 1856 έως τη λήξη της πατέντας του, το 1867, εκτιμάται ότι εισπράττει σχεδόν δύο εκατομμύρια δολάρια – μια αμύθητη περιουσία για την εποχή. Τα στοιχεία επιβεβαιώνονται από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και το βρετανικό Science Museum Group.
Μέσα σε λίγα χρόνια, ο άνθρωπος που είχε βάλει ενέχυρο την πατέντα του για να επιστρέψει στην πατρίδα του γίνεται ένας από τους πλουσιότερους εφευρέτες της γενιάς του.
Η συμφωνία που σταμάτησε τις μηνύσεις – όχι τον ανταγωνισμό
Το Sewing Machine Combination δεν συγχώνευσε τις εταιρείες και δεν καθόρισε κοινές τιμές. Οι κατασκευαστές εξακολουθούσαν να ανταγωνίζονται στην ποιότητα, στο κόστος, στη διαφήμιση και στο δίκτυο πωλήσεων. Απλώς σταμάτησαν να πολεμούν για τους βασικούς μηχανισμούς χωρίς τους οποίους καμία σύγχρονη ραπτομηχανή δεν μπορούσε να λειτουργήσει.
Το μοντέλο θα επανεμφανιζόταν αργότερα σε τεχνολογίες όπως το ραδιόφωνο, τα αεροσκάφη, τα DVD, οι τηλεπικοινωνίες και τα σύγχρονα πρότυπα ασύρματης σύνδεσης.
Δεν ήταν, ωστόσο, μια λύση χωρίς κόστος. Μελέτη των Ράιαν Λαμπ και Πέτρα Μόζερ, δημοσιευμένη στο Journal of Economic History, κατέληξε ότι το patent pool περιόρισε τις δικαστικές συγκρούσεις, αλλά φαίνεται ότι μείωσε την κατοχύρωση νέων εφευρέσεων και την καινοτομία, ιδιαίτερα μεταξύ των μελών του.
Το ίδιο εργαλείο που ξεμπλοκάρει μια αγορά μπορεί, εάν συγκεντρώσει υπερβολική δύναμη στους κατόχους των πατεντών, να υψώσει εμπόδια απέναντι στους επόμενους ανταγωνιστές.
Ποιος κέρδισε τελικά;
Ο Χάου κέρδισε στα δικαστήρια και έγινε εκατομμυριούχος. Ο Σίνγκερ, όμως, κέρδισε τη μάχη της μνήμης.
Με τη μαζική παραγωγή, την επιθετική διαφήμιση, τις δόσεις και το παγκόσμιο δίκτυο πωλήσεων, η Singer εξελίχθηκε σε μία από τις πρώτες πραγματικά πολυεθνικές μάρκες. Το όνομά της παραμένει συνώνυμο της ραπτομηχανής περισσότερο από ενάμιση αιώνα αργότερα.
Ο Ελάιας Χάου πεθαίνει το 1867, σε ηλικία μόλις 48 ετών – την ίδια χρονιά που λήγει η πατέντα του.
Η ιστορία του δεν αποδεικνύει ότι μία ιδέα αρκεί για να κατακτηθεί μια αγορά. Αποδεικνύει σχεδόν το αντίθετο. Ο Χάου είχε την κρίσιμη τεχνολογία, αλλά δεν διέθετε το προϊόν, το κεφάλαιο και το δίκτυο πωλήσεων που δημιούργησε ο Σίνγκερ. Ο Σίνγκερ είχε όλα τα υπόλοιπα, αλλά δεν μπορούσε να παρακάμψει την πατέντα του Χάου.
Χρειάστηκε να μοιραστούν την ίδια μηχανή για να κερδίσουν και οι δύο. Κάθε φορά που μια σύγχρονη εταιρεία πληρώνει για να χρησιμοποιήσει έναν αλγόριθμο, ένα πρότυπο τηλεπικοινωνιών ή ένα κρίσιμο τμήμα λογισμικού, επαναλαμβάνει σε διαφορετική κλίμακα τη συμφωνία του 1856.
Μπορεί να μη χρειάζεται να κατασκευάζεις το τελικό προϊόν για να ελέγξεις ένα κομμάτι της αγοράς. Μερικές φορές αρκεί να κατέχεις τη βελονιά χωρίς την οποία κανείς άλλος δεν μπορεί να ράψει.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


