Ο «εφιάλτης» της Μαρίν Λε Πεν στοιχειώνει το Βερολίνο
«Ο πρόεδρος της Γαλλίας είναι φίλος μου, όποιος κι αν είναι αυτός», δήλωνε πριν από μερικούς μήνες ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς. Τι γίνεται όμως αν η επόμενη ένοικος του Μεγάρου των Ηλυσίων είναι η Μαρίν Λε Πεν;
Αυτό το ερώτημα πλανάται πλέον επίμονα στους διαδρόμους της εξουσίας στο Βερολίνο. Παρά την πρόσφατη καταδίκη της για υπεξαίρεση —την οποία προσπαθεί να ανατρέψει μέσω έφεσης— οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να τη δείχνουν ως το απόλυτο φαβορί για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027. Μια ενδεχόμενη νίκη της θα σκόρπιζε χαμόγελα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ίλον Μασκ, αλλά θα κλόνιζε συθέμελα το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Αν και ο «Εθνικός Συναγερμός» δεν ζητά πλέον Φρέξιτ, η ιδεολογία του «Η Γαλλία Πρώτα» προμηνύει σφοδρές συγκρούσεις με τις Βρυξέλλες για τις δαπάνες, το εμπόριο και την ασφάλεια.
Ο φόβος της ακροδεξιάς παγώνει τη συνεργασία
Ο φόβος μπροστά στο ενδεχόμενο μιας «Προέδρου Λε Πεν» δυσχεραίνει ήδη τη συνεργασία των δύο χωρών, τη στιγμή μάλιστα που η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με τις απειλές του Τραμπ, τα ρωσικά ντρόουνς και την τεχνολογική αντεπίθεση της Κίνας που αποδεκατίζει την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Τα σημάδια της καχυποψίας είναι ήδη ορατά. Η οριστική ακύρωση του κοινού γαλλογερμανικού μαχητικού αεροσκάφους FCAS νωρίτερα φέτος, έγινε με το βλέμμα των Γερμανών στραμμένο στον κίνδυνο μιας λαϊκιστικής γαλλικής κυβέρνησης. Παράλληλα, στις συζητήσεις για την ευρωπαϊκή πυρηνική άμυνα, ο Γενς Σπαν της γερμανικής αντιπολίτευσης (CDU) ξεκαθάρισε ότι η Γερμανία δεν θα ήθελε να εξαρτάται από τη Λε Πεν ή τον Νάιτζελ Φαράζ. Ακόμη και η πρόσφατη εξαγορά γερμανικής νεοφυούς επιχείρησης (startup) τεχνητής νοημοσύνης από την καναδική Κοχίρ έναντι 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ερμηνεύτηκε από ορισμένους ως μια προσπάθεια του Βερολίνου να διαφοροποιήσει τις συνεργασίες του μακριά από το Παρίσι.
Δημοσιονομικός εκτροχιασμός και σχέδια έκτακτης ανάγκης
Την ίδια ώρα, η Γαλλία υπό τον Εμανουέλ Μακρόν μοιάζει να έχει κολλήσει, αντιμέτωπη με ένα τεράστιο έλλειμμα που θα μπορούσε να αγγίξει το 7% του ΑΕΠ μέχρι το 2030. Από την πλευρά της, η Γερμανία επιδεικνύει μια λιγότερο «νοσταλγική» και περισσότερο ρεαλιστική στάση, ειδικά βλέποντας τη Λε Πεν να υπόσχεται μειώσεις στο όριο συνταξιοδότησης από τα 64 στα 62 έτη.
Ο καθηγητής Τίμο Λοχότσκι του Πανεπιστημίου Εφαρμοσμένων Επιστημών Κουαντρίγκα του Βερολίνου σημειώνει ότι αντί για ευσεβείς πόθους σχετικά με τη Γαλλία, η Γερμανία θα πρέπει να προετοιμαστεί για τη δημιουργία νέων συμμαχιών και τη διαφοροποίηση των τεχνολογικών της εταίρων ώστε να ελαχιστοποιήσει το ρίσκο, παρομοιάζοντας την κατάσταση με τις προετοιμασίες που είχαν γίνει για το Μπρέξιτ. Ήδη, τραπεζικοί κύκλοι αρχίζουν να μιλούν για τη Γαλλία με τον τρόπο που μιλούσαν κάποτε για το Ηνωμένο Βασίλειο, αντιμετωπίζοντας τις δραστηριότητές τους στη Φρανκφούρτη ως «ανάχωμα» έναντι του γαλλικού πολιτικού ρίσκου.
Κοινά προβλήματα, κοινές λύσεις
Παρά την κρυφή ικανοποίηση κάποιων στο Βερολίνο για τις δημοσιονομικές επιδόσεις του Παρισιού, η αλήθεια είναι ότι οι δύο χώρες υποφέρουν από την ίδια βασική ασθένεια: αναιμική οικονομική ανάπτυξη, η οποία και τροφοδοτεί την άνοδο της ακροδεξιάς.
Η Γερμανία, αν και βλέπει τον Μερτς να προσπαθεί να σπάσει κάποια δημοσιονομικά ταμπού, αντιμετωπίζει τα δικά της δομικά προβλήματα μετά από δεκαετίες εξάρτησης από τις κινεζικές εξαγωγές, τη ρωσική ενέργεια και την ασφάλεια των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το Μπλούμπεργκ Εκόνομικς, το γερμανικό ΑΕΠ από το 2019 υπολείπεται κατά ένα εντυπωσιακό 7% σε σχέση με τις υπόλοιπες προηγμένες οικονομίες.
Ο πρόεδρος της Άιρμπας, Ρενέ Ομπερμάν, έχει ήδη απευθύνει έκκληση να σταματήσει ο «βιομηχανικός εθνικισμός» στην άμυνα. Τα δεδομένα της αγοράς εξάλλου δείχνουν την τεράστια αλληλεξάρτησή τους, αφού η Γαλλία αποτελεί τον δεύτερο σημαντικότερο εξαγωγικό εταίρο της Γερμανίας, ακριβώς πίσω από τις ΗΠΑ.
Το Βερολίνο και το Παρίσι παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένα. Αντί λοιπόν να υψώνουν τείχη προστασίας το ένα απέναντι στο άλλο, οι δύο πλευρές οφείλουν να εστιάσουν επειγόντως στην ανάπτυξη. Ο Μερτς έχει δεσμευτεί για μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση των προτάσεων του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, για την ανταγωνιστικότητα, ενώ ξεκαθάρισε ότι δεν θα εμποδίσει διασυνοριακές συγχωνεύσεις, όπως η πρόταση της Γιούνικρεντιτ για την Κομέρτσμπανκ.
Όπως επισημαίνει και ο Γιαν Βέρνερτ από το Ινστιτούτο Ζακ Ντελόρ, τα γεγονότα είναι πεισματάρικα όταν πρόκειται για την οικονομική αλληλεξάρτηση των δύο κρατών. Οι δύο χώρες πρέπει να δουλέψουν μαζί για την ανάπτυξη — όσο οι ηγέτες τους παραμένουν ακόμα φίλοι.
Με πληροφορίες από Bloomberg
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


