Ο Έλληνας που σκούπιζε τον δρόμο μετά τα γυρίσματα
Δεν είχε χρήματα ούτε για να καθαρίζει τον δρόμο μετά τα γυρίσματα. Είχε όμως μια ιδέα που έμελλε να γεννήσει έναν από τους μεγαλύτερους μύθους του παγκόσμιου σινεμά.
Τα αυτοκίνητα έχουν συγκρουστεί, τα γυρίσματα της ημέρας έχουν τελειώσει και η αυστραλιανή νύχτα έχει πέσει πάνω από τον δρόμο. Στην άσφαλτο έχουν μείνει σπασμένα γυαλιά, κομμάτια μετάλλου και συντρίμμια από ακόμη ένα κινηματογραφικό τρακάρισμα. Κανονικά, κάπου εδώ θα εμφανιζόταν το συνεργείο της παραγωγής για να καθαρίσει.
Μόνο που συνεργείο δεν υπάρχει. Η ταινία δεν έχει χρήματα για τέτοιες πολυτέλειες.
Έτσι, δύο άνδρες μένουν πίσω και αρχίζουν να σκουπίζουν μόνοι τους τον δρόμο. Ο ένας είναι ο παραγωγός Μπάιρον Κένεντι. Ο άλλος είναι ένας νεαρός γιατρός ελληνικής καταγωγής που προσπαθεί να γυρίσει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του.
Λέγεται Τζορτζ Μίλερ. Το συνολικό budget είναι μόλις 350.000 αυστραλιανά δολάρια. Τα σενάρια μοιράζονται στους ηθοποιούς με μοτοσικλέτα, το μοντάζ γίνεται σε δανεικό διαμέρισμα και οι άνθρωποι που υποδύονται τη συμμορία των μηχανόβιων αναγκάζονται να ταξιδεύουν πάνω στις μηχανές τους, επειδή η παραγωγή δεν έχει χρήματα για να τους μεταφέρει.
Η ταινία λέγεται Mad Max. Και αυτό που εκείνη τη στιγμή μοιάζει με μια σχεδόν αυτοσχέδια αυστραλιανή παραγωγή θα εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κινηματογραφικά σύμπαντα στον κόσμο.
Πίσω του βρίσκεται ένας άνθρωπος που, σύμφωνα με την αρχική πορεία που είχε χαράξει στη ζωή του, δεν θα έπρεπε να βρίσκεται καν εκεί.
Θα έπρεπε να βρίσκεται σε ένα νοσοκομείο.
Ο Γιώργος Μηλιώτης από τα Κύθηρα
Ο Τζορτζ Μίλερ γεννιέται στην Αυστραλία το 1945, αλλά η οικογενειακή ιστορία του αρχίζει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Ο πατέρας του, Δημήτρης, κατάγεται από τα Μητάτα των Κυθήρων και φτάνει στην Αυστραλία παιδί. Η οικογένεια φέρει το όνομα Μηλιώτης, το οποίο αγγλοποιείται σε Miller, ενώ η μητέρα του, Άντζελα, προέρχεται από ελληνική οικογένεια της Μικράς Ασίας που ξεριζώνεται μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Ο Τζορτζ μεγαλώνει με τα τρία αδέλφια του στην Τσιντσίλα, μια μικρή αγροτική πόλη του Κουίνσλαντ. Δίδυμος αδελφός του είναι ο Τζον και οι δυο τους ακολουθούν μαζί τον ίδιο, φαινομενικά ασφαλή δρόμο.
Σπουδάζουν Ιατρική στο University of New South Wales. Ο Μίλερ δεν αντιμετωπίζει τις σπουδές του ως μια σύντομη παρένθεση μέχρι να καταφέρει να γίνει σκηνοθέτης. Ολοκληρώνει κανονικά την Ιατρική και εργάζεται στο St Vincent’s Hospital του Σίδνεϊ. Την ίδια εποχή, όμως, αρχίζει να τον τραβά όλο και περισσότερο μια δεύτερη ζωή. Ο κινηματογράφος.
Στο τελευταίο έτος της Ιατρικής φτιάχνει μαζί με τον μικρότερο αδελφό του, Κρις, μια ταινία διάρκειας μόλις ενός λεπτού και τη στέλνει σε φοιτητικό διαγωνισμό.
Κερδίζουν το πρώτο βραβείο. Και το βραβείο αυτό θα αποδειχθεί πολύ πιο σημαντικό από όσο θα μπορούσε τότε να φανταστεί.
Του ανοίγει τον δρόμο για ένα κινηματογραφικό workshop στη Μελβούρνη. Εκεί, το 1971, γνωρίζει τον άνθρωπο με τον οποίο θα αρχίσει να μετατρέπει το πάθος του σε επάγγελμα: Τον Μπάιρον Κένεντι.
Γιατρός τη μία ημέρα, κινηματογραφιστής την άλλη
Για ένα διάστημα ο Μίλερ ζει ουσιαστικά δύο ζωές. Από τη μία βρίσκεται η Ιατρική και από την άλλη οι μικρές, πειραματικές κινηματογραφικές παραγωγές που κάνει μαζί με τον Κένεντι.
Τα χρήματα που βγάζει ως γιατρός βοηθούν να χρηματοδοτεί το πραγματικό του πάθος. Η οικογένειά του δεν είναι ενθουσιασμένη με την ιδέα ότι εγκαταλείπει μια ασφαλή ιατρική καριέρα για έναν κόσμο τόσο αβέβαιο όσο το σινεμά. Ο ίδιος, όμως, έχει ήδη αρχίσει να κινείται προς άλλη κατεύθυνση.
Η Ιατρική δεν θα χαθεί ποτέ πραγματικά από τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και εργάζεται.
Οι βάρδιες, τα επείγοντα περιστατικά, η ανάγκη να παίρνει γρήγορες αποφάσεις και η επαφή με το απρόβλεπτο τον εκπαιδεύουν σε κάτι που αργότερα θα αποδειχθεί πολύτιμο και στα κινηματογραφικά πλατό: να λειτουργεί υπό πίεση και να λύνει προβλήματα την ώρα που εμφανίζονται.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη πιο πρακτική σύνδεση ανάμεσα στις δύο ζωές του.
Η Ιατρική βοηθά να πληρωθεί το όνειρο. Ο Μίλερ δουλεύει ως γιατρός ενώ μαζί με τον Κένεντι συγκεντρώνουν χρήματα για μια ταινία που κανείς τους δεν γνωρίζει αν θα καταφέρει ποτέ να φτάσει στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Το Mad Max.
Μια ταινία που δεν είχε χρήματα ούτε για δεύτερο φακό
Η φιλοδοξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη από το πορτοφόλι τους. Θέλουν να φτιάξουν μια πραγματική ταινία δράσης, με αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, καταδιώξεις και θεαματικές συγκρούσεις. Διαθέτουν όμως συνολικά περίπου 350.000 αυστραλιανά δολάρια.
Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος αντάρτικου κινηματογράφου, όπου κάθε δολάριο πρέπει να μετρήσει.
Ο Μίλερ και ο Κένεντι τυπώνουν μόνοι τους τα σενάρια και ανεβαίνουν στη μοτοσικλέτα για να τα παραδώσουν στο καστ και στο συνεργείο.
Οι ηθοποιοί που παίζουν τους μηχανόβιους δεν μπορούν να μεταφερθούν αεροπορικώς, επειδή δεν υπάρχουν χρήματα. Έτσι ανεβαίνουν στις μηχανές τους και κάνουν μόνοι τους τη διαδρομή, μετατρέποντας ουσιαστικά το ταξίδι σε πρόβα για τη συμμορία που θα υποδυθούν.
Το μοντάζ της ταινίας γίνεται σε ένα διαμέρισμα που τους έχει δανείσει φίλος. Ο ήχος δουλεύεται στο σαλόνι και η εικόνα στην κουζίνα.
Ακόμη και οι κινηματογραφικοί φακοί αποτελούν πρόβλημα. Η παραγωγή αποκτά παλιούς φακούς Todd-AO, καταπονημένους από προηγούμενα γυρίσματα δράσης. Μόνο ένας λειτουργεί όπως πρέπει.
Χρόνια αργότερα, η χαρακτηριστική χρήση του ευρυγώνιου φακού θα θεωρείται μέρος της ιδιαίτερης κινηματογραφικής γλώσσας του Μίλερ.
Η πραγματικότητα της πρώτης ταινίας είναι πολύ λιγότερο ρομαντική.
Χρησιμοποιεί αυτόν τον φακό επειδή, πολύ απλά, αυτόν έχει.
Και μετά σκούπιζαν τον δρόμο
Ίσως καμία εικόνα να μη συμπυκνώνει καλύτερα εκείνα τα γυρίσματα από όσα συνέβαιναν όταν οι κάμερες έκλειναν. Το Mad Max χρειάζεται συγκρούσεις.
Οι συγκρούσεις αφήνουν πίσω τους σπασμένα αυτοκίνητα, μέταλλα και γυαλιά.
Και η παραγωγή πρέπει να παραδώσει τον δρόμο καθαρό.
Ο Μίλερ και ο Κένεντι μένουν λοιπόν μετά τα γυρίσματα και σκουπίζουν οι ίδιοι την άσφαλτο.
Δεν είναι ένας ωραίος μύθος που κατασκευάστηκε χρόνια αργότερα για να ενισχύσει τον θρύλο της ταινίας. Το έχει αφηγηθεί ο ίδιος ο Μίλερ.
Ο άνθρωπος που δεκαετίες αργότερα θα διευθύνει τεράστιες κινηματογραφικές παραγωγές ξεκινά μαζεύοντας τα σπασμένα γυαλιά της ταινίας του επειδή δεν υπάρχει κανείς άλλος για να το κάνει.
Ο άγνωστος Μελ Γκίμπσον
Υπάρχει όμως ακόμη ένα πρόσωπο που πρόκειται να αλλάξει τη μοίρα του Mad Max. Ένας νεαρός, σχεδόν άγνωστος ηθοποιός. Ο Μελ Γκίμπσον.
Ο Μίλερ δεν διαθέτει χρήματα για μεγάλο σταρ — και ίσως αυτό αποδεικνύεται ακόμη ένα πλεονέκτημα της φτώχειας της παραγωγής.
Ο Γκίμπσον γίνεται ο Μαξ Ροκατάνσκι, ο αστυνομικός ενός κόσμου που αρχίζει να καταρρέει, και αποκτά τον ρόλο που θα τον μετατρέψει σε διεθνές κινηματογραφικό όνομα.
Το Mad Max βγαίνει στις αίθουσες το 1979.
Και τότε συμβαίνει κάτι που δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν οι άνθρωποι που λίγους μήνες νωρίτερα μοίραζαν μόνοι τους τα σενάρια και σκούπιζαν τους δρόμους μετά τα γυρίσματα.
Η μικρή αυστραλιανή ταινία αρχίζει να κατακτά τον κόσμο.
Από τα 350.000 δολάρια σε έναν παγκόσμιο μύθο
Το Mad Max δεν μοιάζει με τις μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές της εποχής.
Είναι ωμό, παράξενο, βίαιο και σχεδόν πρωτόγονο στην ενέργειά του. Ο κόσμος του δεν εξηγείται υπερβολικά. Ο θεατής μπαίνει κατευθείαν μέσα σε μια κοινωνία που καταρρέει και σε έναν δρόμο όπου η ταχύτητα έχει αρχίσει να αντικαθιστά τον νόμο.
Ακριβώς αυτή η διαφορετικότητα γίνεται το πλεονέκτημά του. Η ταινία εξελίσσεται σε τεράστια διεθνή επιτυχία και γεννά κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή συνέχεια. Γεννά έναν μύθο.
Το Mad Max 2 διευρύνει το μεταποκαλυπτικό σύμπαν. Ακολουθεί το Mad Max Beyond Thunderdome και, δεκαετίες αργότερα, όταν πολλοί θεωρούν ότι ο Μαξ ανήκει οριστικά στην κινηματογραφική ιστορία, ο Μίλερ επιστρέφει.
Και το κάνει με τρόπο που ελάχιστοι σκηνοθέτες της γενιάς του θα τολμούσαν.

Στα 70 του ξαναφτιάχνει το Mad Max από την αρχή
Το 2015 ο Τζορτζ Μίλερ είναι 70 ετών. Θα μπορούσε να απολαμβάνει την ιδιότητα του δημιουργού ενός κλασικού franchise και να παρακολουθεί μια νεότερη γενιά να το αναλαμβάνει.
Αντί γι’ αυτό σκηνοθετεί ο ίδιος το Mad Max: Fury Road. Δεν επιχειρεί απλώς να αναβιώσει το παλιό του δημιούργημα. Το ξανασκέφτεται από την αρχή.
Το αποτέλεσμα γίνεται μία από τις πιο πολυσυζητημένες και επιδραστικές ταινίες δράσης του 21ου αιώνα, αποσπά δέκα υποψηφιότητες για Όσκαρ και κερδίζει έξι.
Ο άνθρωπος που είχε ξεκινήσει με έναν λειτουργικό φακό και μια σκούπα αποδεικνύει, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ότι μπορεί ακόμη να αλλάζει τους κανόνες του είδους που ο ίδιος βοήθησε να διαμορφωθεί.
Η κλίμακα πλέον δεν θυμίζει σε τίποτα το 1979.
Σχεδόν μισό αιώνα μετά το πρώτο Mad Max, οι παραγωγές αυτού του κινηματογραφικού κόσμου κοστίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια και απασχολούν χιλιάδες ανθρώπους.
Από δύο άνδρες που σκουπίζουν τον δρόμο σε ολόκληρες στρατιές τεχνικών. Ο ίδιος δημιουργός. Το ίδιο σύμπαν.

Photo by Vianney Le Caer/Invision/APΑπό το Mad Max στο… Babe και το Happy Feet
Κι όμως, υπάρχει κάτι ακόμη πιο παράξενο στην καριέρα του Μίλερ.
Ο άνθρωπος που έγινε διάσημος καταστρέφοντας αυτοκίνητα και δημιουργώντας έναν από τους πιο βίαιους δυστοπικούς κόσμους του κινηματογράφου βρίσκεται επίσης πίσω από το Babe, την τρυφερή ιστορία ενός μικρού γουρουνιού που αρνείται τον ρόλο που του έχει επιφυλάξει η ζωή.
Και ύστερα σκηνοθετεί το Happy Feet, με πιγκουίνους που τραγουδούν και χορεύουν. Η ταινία τού χαρίζει το Όσκαρ καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων.
Εκ πρώτης όψεως, ο Μαξ, το γουρουνάκι Babe και οι πιγκουίνοι δεν έχουν απολύτως τίποτα κοινό.
Κι όμως, πίσω από αυτές τις φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες βρίσκεται μια παρόμοια εμμονή: ήρωες που δεν χωρούν στη θέση που τους έχει ορίσει ο κόσμος και αναγκάζονται να ανακαλύψουν ποιοι πραγματικά είναι.
Κάπου εδώ συναντάμε ξανά και την ελληνική καταγωγή του Μίλερ.
Τα Κύθηρα πίσω από το Mad Max
Ο Μίλερ επισκέπτεται για πρώτη φορά τα Κύθηρα το 1989. Και εκεί καταλαβαίνει ξαφνικά κάτι για τον πατέρα του που μέχρι τότε δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Βλέπει το καμένο από τον ήλιο χορτάρι, ακούει τα τζιτζίκια, αισθάνεται την ένταση του φωτός και αναγνωρίζει κάτι από το τοπίο της παιδικής του ηλικίας στην αγροτική Αυστραλία.
Ο πατέρας του είχε φύγει από τα Κύθηρα σε ηλικία εννέα ετών. Όταν ο γιος του φτάνει στο νησί πολλές δεκαετίες αργότερα, συνειδητοποιεί γιατί εκείνος είχε αισθανθεί τόσο άνετα στο Κουίνσλαντ.
Με έναν παράξενο τρόπο, είχε ξαναβρεί στην Αυστραλία κάτι από τα Κύθηρα που άφησε πίσω του.
Η σύνδεση όμως δεν περιορίζεται στο τοπίο. Ο ίδιος ο Μίλερ έχει μιλήσει για τη σχέση της ελληνικής του καταγωγής με την αφήγηση ιστοριών, τους μύθους που περνούν από γενιά σε γενιά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν μέσα από αυτούς να καταλάβουν τον κόσμο.
Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαξ είναι, στην καρδιά του, ακριβώς αυτό. Ένας σύγχρονος μυθικός ήρωας.
Ένας μοναχικός πολεμιστής που περιπλανιέται σε έναν εχθρικό κόσμο, όπως οι ήρωες ιστοριών πολύ παλαιότερων από το σινεμά.

Wikimedia CommonsΟ γιατρός που δεν εγκατέλειψε ποτέ πραγματικά την Ιατρική
Ο Τζορτζ Μίλερ άλλαξε επάγγελμα, αλλά ίσως δεν εγκατέλειψε ποτέ πραγματικά την πρώτη του εκπαίδευση.
Στο νοσοκομείο έμαθε να παρατηρεί τον άνθρωπο, να παίρνει αποφάσεις όταν ο χρόνος πιέζει και να αντιμετωπίζει το χάος χωρίς να γνωρίζει ποιο θα είναι το επόμενο πρόβλημα.
Στο κινηματογραφικό πλατό έκανε, κατά κάποιον τρόπο, το ίδιο.
Μόνο που αντί για ασθενείς είχε ηθοποιούς, μηχανές, κάμερες και αυτοκίνητα που έπρεπε να συντριβούν ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.
Και η απόσταση ανάμεσα στις δύο ζωές του μοιάζει τελικά μικρότερη απ’ όσο φαίνεται.
Κάποτε ο γιος του Δημήτρη Μηλιώτη από τα Κύθηρα εργαζόταν ως γιατρός και έριχνε τα χρήματα που κέρδιζε σε μια κινηματογραφική περιπέτεια που κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει πού θα οδηγήσει.
Όταν τελείωναν τα γυρίσματα, έπαιρνε τη σκούπα και καθάριζε μαζί με τον συνεργάτη του τα σπασμένα γυαλιά από την άσφαλτο.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, το Mad Max αποτελεί κομμάτι της παγκόσμιας κινηματογραφικής μυθολογίας.
Και ίσως το πιο απίθανο πλάνο ολόκληρης της ιστορίας του να μην γυρίστηκε ποτέ.
Ένας γιατρός ελληνικής καταγωγής, σε έναν αυστραλιανό δρόμο, να σκουπίζει τα συντρίμμια μιας ταινίας των 350.000 δολαρίων, χωρίς να γνωρίζει ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή έχει ήδη αρχίσει να χτίζει έναν θρύλο.
Για τις πηγές στο τέλος, θα κρατούσα κυρίως το National Film and Sound Archive της Αυστραλίας για το παρασκήνιο του Mad Max, τις συνεντεύξεις του ίδιου του Μίλερ και τις πηγές για την κυθηραϊκή οικογενειακή του ιστορία. Έτσι δεν θα φορτώσουμε το τέλος με δέκα δευτερογενή δημοσιεύματα.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


