Ο Μαρκ Κάρνεϊ και η κρίση της φιλελεύθερης τάξης

Ημερομηνία: 31-01-2026



Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ο Μαρκ Κάρνεϊ εκφώνησε μια ομιλία που ενδέχεται να αποδειχθεί από τις πλέον καθοριστικές της σύγχρονης εποχής. Ουσιαστικά κάλεσε τους δυτικούς ομολόγους του να αναγνωρίσουν ότι η αμερικανοκεντρική δυτική φιλελεύθερη τάξη δεν μπορεί πλέον να επιβάλλεται πέρα από τα όρια της Συλλογικής Δύσης και λόγω αυτού του γεγονότος, φθίνει και εντός των ίδιων της των συνόρων.

Η Ιστορία, για ακόμη μία φορά, κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη από εκείνη που προέβλεψε ο Φουκουγιάμα με το «Τέλος της Ιστορίας». Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πλέον ούτε το χρόνο —ούτε την ανάγκη— να περιβάλλουν τη γεωπολιτική τους ατζέντα με φιλελεύθερες νομιμοποιήσεις, ούτε θα επιδιώξουν τη συμμετοχή της Ευρώπης μέσω της πειθούς. Αντιθέτως, θα απαιτούν όλο και περισσότερο από τρίτους, συμμάχους ή ανταγωνιστές.

Αντλώντας από ένα παράδειγμα της σοβιετικής περιόδου, αυτό του Τσέχου αντιφρονούντα Βάτσλαβ Χάβελ, για να υποστηρίξει το επιχείρημά του σχετικά με τη σύγχρονη παγκόσμια τάξη και παραλληλίζοντας τις σοβιετικές και τις αμερικανικές ιμπερεαλιστικές τροχιές, κάλεσε τους συνομιλητές του να αναγνωρίσουν τα ήδη ορατά σημάδια της παρακμής της παλαιάς τάξης πραγμάτων και να πάψουν να συντηρούν τις συμβολικές της «βιτρίνες».

Στο δοκίμιο του Χάβελ του 1978, «Η δύναμη των αδυνάτων», ένας μανάβης σε ένα κομμουνιστικό κράτος τοποθετεί στη βιτρίνα του το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!», όχι επειδή πιστεύει σε αυτό, αλλά για να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι το σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί. Κατά τον Κάρνεϊ, η Δύση βρίσκεται σήμερα σε μια αντίστοιχη κατάσταση: συνεχίζει να προβάλλει τα σύμβολα μιας τάξης που έχει ήδη χάσει τη συστημική της ισχύ.

Ο Κάρνεϊ και το αμερικανικό δολάριο

Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Διοικητή στην Τράπεζα της Αγγλίας, ο Μαρκ Κάρνεϊ εκφώνησε μια σημαντική ομιλία στο Συμπόσιο του Jackson Hole το 2019, στην οποία υποστήριξε την ανάγκη για μια νέα κατανομή ισχύος στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Υποστήριξε ότι το διεθνές νομισματικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα (IMFS) δεν ανταποκρίνεται πλέον στο σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκε, τονίζοντας ότι «μακροπρόθεσμα, χρειάζεται να αλλάξουμε τους κανόνες του παιχνιδιού».

Επίσης, επεσήμανε την πίεση που ασκεί το αμερικανικό δολάριο στην παγκόσμια οικονομία, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ασυμμετρίας μεταξύ του «υπέρμετρου προνομίου» του ως κυρίαρχου αποθεματικού νομίσματος και της φθίνουσας συμμετοχής των Ηνωμένων Πολιτειών στο διεθνές εμπόριο και στο παγκόσμιο οικονομικό προϊόν. Όπως παρατήρησε χαρακτηριστικά, «η δομή του υφιστάμενου διεθνούς νομισματικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος καθιστά ολοένα και δυσκολότερη για τους υπεύθυνους χάραξης νομισματικής πολιτικής την προσπάθεια να επιτυγχάνουν τους στόχους στις χώρες τους, να σταθεροποιούν τον πληθωρισμό και να διατηρούν την παραγωγή στο επίπεδο του δυνητικού προϊόντος».

Για τις αναδυόμενες οικονομίες (Emerging Market Economies – EMEs), ο ηγεμονικός ρόλος του δολαρίου δημιουργεί ιδιαίτερα έντονες πιέσεις, λόγω της «αυξανόμενης ασυμμετρίας μεταξύ της σημασίας του δολαρίου στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και της ολοένα και πιο πολυπολικής φύσης της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας».

Ο Κάρνει επισήμανε ακόμη, με εμπειρικά δεδομένα, ότι ενώ οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν μόλις περίπου το 10% του παγκόσμιου εμπορίου και περίπου το 15% του παγκόσμιου οικονομικού προϊόντος, σχεδόν το 70% των κρατών — σημαντικό μερίδιο της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής— χρησιμοποιούν το δολάριο ως νόμισμα αναφοράς (anchor currency). Με βάση τα παραπάνω, υποστήριξε την ανάγκη για ένα νέο διεθνές νομισματικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα (IMFS), επισημαίνοντας ότι «κάθε μονοπολικό σύστημα είναι ακατάλληλο για έναν πολυπολικό κόσμο και χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα πιο ισορροπημένο και αποτελεσματικό σύστημα».

Αξιοσημείωτο είναι ότι η εκτίμηση αυτή προηγήθηκε, τόσο της πανδημίας Covid-19 —η οποία ανέδειξε την έλλειψη ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού της Συλλογικής Δύσης και τη βιομηχανική της αδυναμία να ανταπεξέλθει σε μια κρίση τέτοιου μεγέθους— όσο και του πολέμου στην Ουκρανία, κατά τη διάρκεια του οποίου οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποίησαν τη χρηματοπιστωτική τους υπεροχή για να αποκλείσουν τη Ρωσία από κρίσιμους θεσμούς προσπαθώντας να της επιβάλουν καθεστώς παγκόσμιας χρηματοοικονομικής απομόνωσης.

Από την παρέμβαση του Μαρκ Κάρνεϊ το 2019 και μετά, οι δομικές ασυμμετρίες που είχε εντοπίσει όχι μόνο διατηρούνται, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ενταθεί. Το μερίδιο των ΗΠΑ στο παγκόσμιο εμπόριο αγαθών έχει υποχωρήσει περίπου στο 8,5%, ενώ η συμμετοχή τους στο παγκόσμιο οικονομικό προϊόν σε όρους ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης (PPP) παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερή, γύρω στο 14–15%.

Το δολάριο των ΗΠΑ εξακολουθεί να ασκεί δυσανάλογη νομισματική κεντρικότητα: τα νομίσματα που είναι «αγκυρωμένα» στο δολάριο εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν περίπου τα δύο τρίτα του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αντιθέτως, την ίδια στιγμή, το μερίδιο του δολαρίου στα επίσημα συναλλαγματικά αποθέματα έχει μειωθεί από τα 2/3 σε περίπου 58%, γεγονός που υποδηλώνει μια σταδιακή διάβρωση της κυριαρχίας του ως αποθεματικού νομίσματος, χωρίς όμως αντίστοιχη υποχώρηση του ρόλου του ως βασικού νομίσματος αναφοράς του συστήματος. Το προκύπτον χάσμα μεταξύ του οικονομικού βάρους των Ηνωμένων Πολιτειών και της νομισματικής τους εμβέλειας, παραμένει καθοριστικό χαρακτηριστικό του διεθνούς νομισματικού συστήματος.

Πεκίνο και Ντόχα

Ο Κάρνεϊ έφθασε στο Νταβός αφού ολοκλήρωσε επίσημες επισκέψεις στην Κίνα και το Κατάρ. Στα μέσα Ιανουαρίου του 2026 πραγματοποίησε την πρώτη επίσκεψη Καναδού πρωθυπουργού στο Πεκίνο από το 2017 και ανακοίνωσε την έναρξη μιας νέας στρατηγικής εταιρικής σχέσης με επίκεντρο την ενέργεια, το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς και τη συμφωνία για μείωση δασμών σε βασικά προϊόντα, σηματοδοτώντας μια σημαντική επανεκκίνηση στις σχέσεις Καναδά–Κίνας.

Η εξέλιξη αυτή ακολούθησε μια πολυετή περίοδο έντασης, με αφορμή τη σύλληψη το 2018 στο Βανκούβερ της οικονομικής διευθύντριας της Huawei, Μενγκ Γουαντσού, κατόπιν αιτήματος των Ηνωμένων Πολιτειών, στο πλαίσιο της συνθήκης έκδοσης Καναδά–ΗΠΑ, ένα επεισόδιο που δοκίμασε σε βάθος τις διμερείς σχέσεις, πριν από την επιστροφή της στην Κίνα το 2021.

Μετά το Πεκίνο, ο Κάρνεϊ επισκέφθηκε τη Ντόχα, όπου εξασφάλισε επίσης μια νέα στρατηγική εταιρική σχέση με το Κατάρ. Ο Κάρνεϊ ολοκλήρωσε στο Νταβός έναν σύντομο κύκλο διπλωματίας, ο οποίος όμως, σηματοδότησε μια σημαντική στρατηγική αναπροσαρμογή στη διεθνή πολιτική σκηνή για τον Καναδά, δομημένη γύρω από μια στρατηγική πέντε πυλώνων.

Πρώτον, κάλεσε σε διαφοροποίηση της οικονομικής και εμπορικής πολιτικής, με στόχο τη μείωση της ευαλωτότητας σε στρατηγικά σημεία συμφόρησης (choke points) και τον περιορισμό της έκθεσης σε μορφές οικονομικού εξαναγκασμού. Ενδεικτικά, η καναδική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το διεθνές εμπόριο, με μια γεωγραφικά ιδιαίτερα συγκεντρωμένη εξαγωγική δομή, καθώς περίπου τα 3/4 των καναδικών εξαγωγών κατευθύνονται προς τις ΗΠΑ. Επιδιώκοντας να μειώσει αυτή τη δομική εξάρτηση από μία μόνο αγορά, ο Κάρνεϊ αναδεικνύει την Κίνα ως εναλλακτική αγορά συγκρίσιμου μεγέθους, ικανή να στηρίξει μια ουσιαστική στρατηγική διαφοροποίησης.

Δεύτερον, τόνισε την ανάγκη για ένα αμοιβαία επωφελές πλαίσιο διμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων με διεθνείς εταίρους, σχεδιασμένο να λειτουργεί αυτοτελώς, χωρίς να δημιουργεί εισροές ή εκροές που να ευνοούν ή να ζημιώνουν τρίτα μέρη. Για παράδειγμα, τόσο ο Καναδάς όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι καθαροί εξαγωγείς φυσικού αερίου, ενώ η παραγωγή και η εξαγωγική δυναμικότητα LNG και στις δύο χώρες αυξάνονται σημαντικά. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τη δυνατότητα διαφοροποίησης των αγορών και του εμπορίου τους και μείωσης της αμοιβαίας τους έκθεσης. Ταυτόχρονα, η διατήρηση της διασυνδεδεμένης διασυνοριακής υποδομής αγωγών σημαίνει ότι οι αγορές φυσικού αερίου τους παραμένουν αλληλένδετες. Έτσι, ο Καναδάς θα μπορεί να εξάγει περισσότερο LNG στην Ασία τα επόμενα χρόνια διατηρώντας παράλληλα την ενεργειακή διασύνδεση με τις ΗΠΑ.

Τρίτον, υποστήριξε την επιδίωξη ισορροπημένων σχέσεων με τις μεγάλες δυνάμεις, αποφεύγοντας την υπερβολική εξάρτηση από οποιονδήποτε μεμονωμένο πόλο ισχύος. Ερωτηθείς στο Νταβός, αν η εμβάθυνση των σχέσεων με την Κίνα θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη σχέση του Καναδά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Κάρνεϊ υπογράμμισε την ανάγκη συγκρότησης ενός «πλέγματος συνεργασιών» (web of partnerships) που να περιλαμβάνει όλους τους βασικούς διεθνείς δρώντες, ενώ επισήμανε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο κύριος εμπορικός εταίρος του Καναδά.

Τέταρτον, ο Κάρνεϊ ανέδειξε τη σημασία της μη ευθυγράμμισης (non-alignment) για τις μεσαίες δυνάμεις: την αποφυγή, δηλαδή, ανάληψης στρατοπέδων, την αντίσταση στη μετατροπή τους σε πεδία ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και τη διατήρηση στρατηγικής ευελιξίας, ώστε να αποφεύγεται η δομική εξάρτηση.

Πέμπτον, πρότεινε την ανάπτυξη ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ των μεσαίων δυνάμεων, προκειμένου να ενισχύσουν τη συλλογική τους διαπραγματευτική ισχύ έναντι των μεγάλων δυνάμεων στο πλαίσιο του διεθνούς συστήματος.

Μια νέα κατευθυντήρια γραμμή πολιτικής για τις μεσαίες δυνάμεις;

Η ομιλία του Κάρνεϊ υπήρξε ιστορική, όχι μόνο λόγω της νηφαλιότητας και του αναλυτικού της βάθους, αλλά και επειδή προσφέρει στις μεσαίες δυνάμεις ένα στρατηγικό πλαίσιο για την πλοήγησή τους σε μια μη-δυτική εποχή διεθνούς πολιτικής, στο εσωτερικό ενός ολοένα και πιο πολυπολικού συστήματος έντονου ανταγωνισμού ισχύος.

Μιλά ως «εκ των έσω» παρατηρητής, ασκώντας κριτική σε ένα σύστημα που ολοένα και περισσότερο αδυνατεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις. Διατυπώνει πραγματιστικούς και εφικτούς στόχους, αποφεύγοντας τον αφηρημένο ιδεαλισμό υπέρ μιας λειτουργικής κατεύθυνσης πολιτικής. Προωθεί τη χρήση της οικονομικής

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος