Ο Στουρνάρας και η γιατρειά της ευπάθειας
Η Ελλάδα είχε ένα έλλειμμα περίπου 14 δισ. ευρώ στις συναλλαγές της με το εξωτερικό το 2025. Δηλαδή, απ’ ό,τι αγοράζουμε για να καταναλώσουμε (από μηχανές για εργοστάσια μέχρι αποσμητικά, τρόφιμα κ.λπ.) μας λείπει το προαναφερόμενο ποσό, που είναι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και δανειζόμαστε για να το καλύψουμε.
Παρουσιάζοντας την έκθεσή του για το 2025, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, το χαρακτήρισε ως «τη βασική πηγή της ευπάθειας της οικονομίας και το 2026». Μια κατάσταση ιδιόμορφη, που μετά το 2011 απαιτεί σταθερά πάνω από 10 δισ. ευρώ ετησίως, πλην των ετών 2012-2019 που το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών είχε βρεθεί σε χαμηλά επίπεδα, λόγω της εσωτερικής υποτίμησης που σάρωσε εισοδήματα και επιχειρηματική δραστηριότητα. Το χαμηλότερο ήταν το 2015 (2,62 δισ.) και το υψηλότερο το 2022 (22,4 δισ.).
Αυτό που λείπει κάθε χρόνο και απεικονίζεται στο εξωτερικό ισοζύγιο, το δανείζεται ο ιδιωτικός τομέας, ο οποίος είναι αυτός που παράγει το εισόδημα και τον πλούτο της χώρας, τον οποίο υπερφορολογεί το κράτος εν συνεχεία, για να κινείται. Το ετήσιο έλλειμμα πάει και προστίθεται στο ακαθάριστο εξωτερικό χρέος, το οποίο στο εννεάμηνο του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν 590 δισ. ευρώ.
Γι’ αυτό και ο κεντρικός τραπεζίτης το απεικόνισε με ιατρικό όρο και το χαρακτήρισε ως την κρίσιμη «ευπάθεια της οικονομίας». Αυξάνει το εξωτερικό χρέος (επιδοτεί θέσεις εργασίας σε άλλες χώρες), δηλαδή την εξάρτηση της χώρας, ενώ προκαλεί και πτώση της ανταγωνιστικότητας από την οποία εξαρτώνται τα εισοδήματα και πολλά άλλα.
Χθες το πρωί, ο ίδιος, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ, έφερε την Ιταλία ως παράδειγμα χώρας που από ελλειμματική στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, έγινε πλεονασματική. Η διαφορά, όπως είπε, έγινε με τη στήριξη της επιχειρηματικότητας (ούτως ή άλλως η Ιταλία έχει μεγάλες βιομηχανίες) και κυρίως με την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων…
Με άλλα λόγια, αυτό που είπε ο διοικητής της ΤτΕ είναι ότι αντιμετωπίζοντας τα αντικίνητρα των επενδύσεων (δικαστήρια, γραφειοκρατία, ενεργειακό κόστος κ.λπ.) η επιχειρηματικότητα φουντώνει και αυξάνεται ο πλούτος που παράγει ο ιδιωτικός τομέας. Έτσι μειώνεται και εκείνο το έλλειμμα που χτυπάει κατευθείαν στην ανταγωνιστικότητα, ενώ αλλάζει η δομή της οικονομίας που γίνεται περισσότερο φιλική στην καινοτομία.
Αν τα παραπάνω τοποθετηθούν εντός του βεβαρημένου γεωπολιτικού σκηνικού, καταλαβαίνει κανείς πόσο κρίσιμο είναι η Ελλάδα να έχει ισχυρή παραγωγική βάση -βιομηχανία και μεταποίηση μαζί με πρωτογενή τομέα- και να μην εξαρτάται από τις υπηρεσίες και τον ευμετάβλητο τουρισμό. Οι εργαζόμενοι θα είναι καλύτερα αμειβόμενοι, ενώ το κόστος για τις επιχειρήσεις (που σήμερα είναι υψηλό, σχεδόν παράλογο) θα εκλογικευτεί και, το κυριότερο, θα γυρίζουν ευκολότερα οι Έλληνες του εξωτερικού, ενώ οι γιατροί μας δεν θα φεύγουν για χώρες με μεγαλύτερους μισθούς.


