Οι «αόρατοι» φύλακες της γεωλογικής πραγματικότητας

Ημερομηνία: 01-01-2026



Η Ελλάδα ζει μόνιμα πάνω σε ένα ενεργό γεωδυναμικό υπόβαθρο, που δεν ησυχάζει ποτέ. Κυριολεκτικά. Βρίσκεται στο σταυροδρόμι ενεργών τεκτονικών πλακών, με έντονη σεισμικότητα, ενεργά και ανενεργά ρήγματα και ηφαίστεια, εκτεταμένες καρστικές ζώνες, χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής που διαβρώνονται, καθώς και έναν υπόγειο φυσικό πλούτο που στήριξε ιστορικά την οικονομία και τον πολιτισμό της.

Κι όμως, μέσα σε αυτό το δυναμικό και συχνά επικίνδυνο γεωλογικό περιβάλλον, ένας επιστημονικός κλάδος παραμένει συστηματικά στο περιθώριο της δημόσιας διοίκησης: οι γεωλόγοι.

Η απαξίωση είναι προφανής και βαθιά πολιτική. Ενώ το κράτος καλείται να διαχειριστεί σεισμούς, πλημμύρες, κατολισθήσεις, διάβρωση ακτών, λειψυδρία και κρίσιμες ενεργειακές επιλογές, η επιστημονική ειδικότητα που «γνωρίζει το έδαφος και το υπέδαφος» αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα. Όχι μόνο σε επίπεδο στελέχωσης, αλλά και σε επίπεδο θεσμικής κουλτούρας. Η «ακτινογραφία» της απασχόλησης των γεωλόγων στην Ελλάδα αποκαλύπτει ένα σαφές μοτίβο. Η πλειονότητα των επαγγελματιών απορροφάται από τον ιδιωτικό τομέα: σε γεωτεχνικά γραφεία, σε περιβαλλοντικές μελέτες, σε εξορυκτικές δραστηριότητες (μάρμαρα, βιομηχανικά ορυκτά, μέταλλα), καθώς και τους τομείς του γεωτουρισμού και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αντίθετα, ο δημόσιος τομέας εμφανίζεται υποστελεχωμένος σε βαθμό θεσμικής ανεπάρκειας. Η βασική δεξαμενή απασχόλησης γεωλόγων στο Δημόσιο εκτός από τα ΑΕΙ και τους επίσης ελάχιστους απασχολούμενους στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παραμένει η Ελληνική Αρχή Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ, πρώην ΙΓΜΕ). Ωστόσο, η υπηρεσία αυτή έχει υποστεί επί δεκαετίες συρρίκνωση προσωπικού, γήρανση στελεχών και περιορισμό του επιχειρησιακού της ρόλου, παρά το γεγονός ότι αποτελεί τον θεσμικό πυλώνα της γεωλογικής γνώσης της χώρας.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης: η συντριπτική πλειοψηφία των δήμων και περιφερειών της Ελλάδας δεν διαθέτουν ούτε έναν/μια γεωλόγο στην οργανική τους σύνθεση, παρότι καλούνται να διαχειριστούν μεταξύ άλλων πλημμυρικά φαινόμενα, κατολισθήσεις, προβλήματα θεμελιώσεων και ζητήματα υδροδότησης. Η απουσία γεωλόγων από τις καίριες αυτές δημόσιες θέσεις δεν είναι συντεχνιακό αίτημα. Είναι ζήτημα δημόσιας ασφάλειας. Στην Πολιτική Προστασία, η γεωλογία δεν αφορά την αποκατάσταση ζημιών αλλά, κυρίως την πρόληψη. Στη διαχείριση των υδατικών πόρων, επιβάλλεται η επιστημονική κατανόηση των νομοτελειών του υπόγειου νερού που είναι απαραίτητη για τον στρατηγικό σχεδιασμό της διαχείρισής του, τον οποίο δεν μπορεί να υποκαταστήσει καμία αποσπασματική τεχνική λύση. Στα δημόσια έργα, κάθε δρόμος, κάθε γέφυρα, κάθε λιμενική εγκατάσταση… θεμελιώνεται, κυριολεκτικά, πάνω σε γεωλογικό υπόβαθρο, οι παράμετροι του οποίου στις περισσότερες των περιπτώσεων είτε παραμένουν άγνωστοι, είτε παραγκωνίζονται. Η απουσία μόνιμης γεωλογικής επίβλεψης από τον δημόσιο τομέα οδηγεί συχνά σε τεχνικές αστοχίες, καθυστερήσεις και υπερκοστολογήσεις. Στο περιβάλλον, η χωροθέτηση ΧΥΤΑ, η αποκατάσταση λατομείων και η προστασία των ακτών από τη διάβρωση απαιτούν γεωλογική τεκμηρίωση, όχι διαχειριστικά ευχολόγια.

Το πιο αντιφατικό στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει υψηλού επιπέδου γεωλογική εκπαίδευση. Τα πανεπιστημιακά τμήματα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας παρέχουν εκπαίδευση υψηλού επιπέδου, εναρμονισμένη με τα διεθνή ακαδημαϊκά πρότυπα. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου οδηγείται στο εξωτερικό, την ώρα που οι ελληνικές υποδομές παραμένουν ευάλωτες και «θωρακισμένες» μόνο στα χαρτιά. Στο ίδιο μονοπάτι ακολουθούν και οι μηχανικοί μεταλλείων–μεταλλουργοί καθώς και οι μηχανικοί ορυκτών πόρων, επιστήμονες με ισχυρό γεωλογικό υπόβαθρο, οι οποίοι αδυνατούν να βρουν πεδίο δημιουργικής απασχόλησης στη χώρα. Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση «brain drain» που δεν οφείλεται στην έλλειψη γνώσης, αλλά στην απουσία μακρόπνοης πολιτικής βούλησης.

Ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδας, είτε βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό υπό ξένο έλεγχο, είτε παραμένει ανενεργός, αδυνατώντας να λειτουργήσει ως μοχλός επιστημονικής, βιομηχανικής και ενεργειακής υποστήριξης. Το κλείσιμο των λιγνιτωρυχείων, που επί δεκαετίες παρείχαν φθηνή ηλεκτρική ενέργεια, στηρίζοντας νοικοκυριά και βιομηχανία, έκλεισε τον κύκλο φθηνής ηλεκτροπαραγωγής, χωρίς όμως ταυτόχρονα να ενεργοποιήσει έναν νέο κύκλο σχεδιασμένης μετάβασης και αξιοποίησης της συσσωρευμένης τεχνογνωσίας και του ανθρώπινου δυναμικού. Την ίδια στιγμή, η χώρα εξαγγέλλει «στρατηγικά ανοίγματα» προς την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, σε ένα πεδίο υψηλού ρίσκου, γεωπολιτικής εξάρτησης και τεχνικής πολυπλοκότητας. Η αντίφαση δεν είναι απλώς θεωρητική, είναι άκρως πολιτική: αποδομείται ένα υπαρκτό παραγωγικό και για δεκαετίες αποδοτικό σύστημα στο όνομα μιας άκριτης απολιγνιτοποίησης, ενώ προβάλλονται ενεργειακά αφηγήματα που θυμίζουν περισσότερο επικοινωνιακή διαχείριση παρά συγκροτημένη εθνική στρατηγική και τεκμηριώνουν την απουσία μακρόπνοων σχεδιασμών και εθνικής πολιτικής βούλησης.

Δεν είναι τυχαίο ότι το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας επισημαίνει επανειλημμένα πως δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή στρατηγική ανθεκτικότητας στις δημόσιες υποδομές χωρίς τον επιστήμονα που γνωρίζει σε βάθος το έδαφος και το υπέδαφος. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα κράτη που επενδύουν στην πρόληψη μέσω γεωλογικής χαρτογράφησης, μόνιμης τεχνικής παρακολούθησης και θεσμικής παρουσίας γεωλόγων, μειώνουν μακροπρόθεσμα το κόστος των φυσικών καταστροφών και ενισχύουν την κοινωνική ασφάλεια.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: Η στελέχωση των Περιφερειών και των Τεχνικών Υπηρεσιών των Δήμων με γεωλόγους δεν αποτελεί πολυτέλεια ούτε «επαγγελματική διεκδίκηση». Είναι βασική προϋπόθεση για να μεταβεί η χώρα από τη λογική της διαχείρισης κρίσεων, στη λογική της πρόληψης κρίσεων. Όσο το κράτος επιμένει να αγνοεί τους «αόρατους» φύλακες της γεωλογικής του πραγματικότητας, το κόστος, οικονομικό, κοινωνικό και ανθρώπινο, θα αυξάνεται μετά από κάθε σεισμό, κάθε πλημμύρα, κάθε κατάρρευση, που θα μπορούσε να είχε είτε προβλεφθεί, είτε έγκαιρα αντιμετωπιστεί!

*Ο Μανόλης Μανούτσογλου είναι Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος