Οι «μπαφιασμένοι» της εξουσίας
«Μήπως έχεις πιει κάναν μπάφο πριν μπεις στο στούντιο;», ήταν η αποστροφή του Άδωνι Γεωργιάδη σε δημοσιογράφο που τόλμησε να τον ρωτήσει για το εάν θα έβλεπε άλλον πρωθυπουργό εκτός από τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε μία κυβέρνηση συνεργασίας.
Το ερώτημα είναι εύλογο από αυτά που επιβάλλεται να θέτει ένας δημοσιογράφος στην συγκυρία που προσδιορίζεται από το ότι κανένα κόμμα δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Επίσης οι πιθανοί πρωταγωνιστές σε μία κυβέρνηση συνεργασίας είτε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος βάζουν σαν προϋπόθεση να παραμερίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ο δε δημοσιογράφος μετριοπαθής μόνο για αντιμητσοτακικό μένος δεν μπορεί να κατηγορηθεί, μάλλον στους φιλικούς στην κυβέρνηση συγκαταλέγεται. Πιο πιθανό είναι να βρίσκεται υπό διαρκή επήρεια ουσιών κάποιος που δεν αντιλαμβάνεται το ερώτημα.
Θα μπορούσε να είναι ένας αστεϊσμός ή μία εφηβική πλάκα του αντιπροέδρου του κόμματος, όπως δικαιολογήθηκε στην συνέχεια. Εάν ήταν η πρώτη. Πρόσφατα επιτέθηκε σε άλλη δημοσιογράφο γιατί το κανάλι της πρόβαλε την Μαρία Καρυστιανού που όπως είπε είχε ιατρείο κβαντικής ιατρικής. Όταν του παρατήρησε ορθώς η δημοσιογράφος ότι και εκείνος πούλαγε νανογιλέκα έχασε την ψυχραιμία του και έκανε επίθεση λέγοντας ότι το κανάλι της πρόβαλε τα ξυλόλια. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε επίσης επιτεθεί σε δημοσιογράφο άλλου καναλιού “για την μίρλα τους και την μιζέρια όταν μιλούν για την ακρίβεια”. “Τόσο λεφτά δίνει ο Κυριάκος κι εσείς γκρινιάζετε, όχι να μην κάνετε κριτική”, είπε σε έντονο ύφος. Αλλά και ο γραμματέας της ΝΔ, Κώστας Κυρανάκης πρόσφατα πάλι επιτέθηκε προσωπικά σε δημοσιογράφο γιατί είπε ότι υπάρχουν οικογένειες που δεν βγάζουν τον μήνα. “Εσείς δεν έχετε πάρει αύξηση από το 20191”, απάντησε ο γραμματέας. Μάταια προσπαθούσε η δημοσιογράφος να του πει ότι το θέμα δεν είναι προσωπικό. Δεν πρόκειται μόνο για αστείες γραφικότητες που μας διασκεδάζουν. Πίσω από αυτές τις εκφράσεις κρύβεται μία επικίνδυνη αντίληψη της εξουσίας.
Κι άλλα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, όπως πχ. η Σοφία Βούλτεψη έχουν κατά καιρούς επιστρέψει την κριτική. Οι πιο “πονηροί” έχουν το δήθεν καταλυτικό επιχείρημα: “δηλαδή εσείς δεν βλέπετε τίποτε θετικό στα επτά χρόνια της διακυβέρνησης Μητσοτάκη;”.
Το ερώτημα είναι παραπλανητικό και αστείο. Σε κάθε μακρά περίοδο διακυβέρνησης υπάρχουν θετικά και αρνητικά. Όμως η αποστολή της δημοσιογραφίας και ο ρόλος των δημοσιογράφων δεν είναι να αναδεικνύουν τα θετικά της όποιας κυβέρνησης. Γι αυτό τον σκοπό έχουν υπουργεία με συμβούλους επικοινωνίας, γραφεία Τύπου και έναν ολόκληρο επικοινωνιακό μηχανισμό – ενίοτε ομάδες αλήθειας που δρουν παρασκηνιακά και μετατρέπουν την επικοινωνία σε προπαγάνδα. Η παρούσα κυβέρνηση έχει το ρεκόρ.
Η αποστολή της δημοσιογραφίας είναι να αναδεικνύει τα κακώς κείμενα και να ασκεί κριτική. Η υψηλότερη μορφή της, σύμφωνα με τον Μάικλ Σάντσον (καθηγητής στο Κολούμπια και συνεργάτης του ιστορικού εκδότη της Ουάσινγκτον Ποστ) στο βιβλίο του “Δημοσιογραφία” είναι η “δημοσιογραφία της λογοδοσίας”. Εκείνη η μορφή που συμπυκνώνει την έρευνα, το ρεπορτάζ, την ανάλυση και υποχρεώνει τους εκπροσώπους της εξουσίας σε λογοδοσία. Οτιδήποτε άλλο θα λέγαμε είναι δημόσιες σχέσεις.
Μέσα από την αντιμετώπιση της δημοσιογραφικής κριτικής η κυβέρνηση Μητσοτάκη βγάζει καθεστωτική νοοτροπία. Δεν βλέπει τον θεσμικό της ρόλο ως στοιχείο ισορροπίας σε μία δημοκρατία, θεωρεί ότι η αποστολή της είναι να εξυμνεί τον αναντικατάστατο ηγέτη (Μωϋσή ή τσιτάχ κλπ), να λιβανίζει, να λευκαίνει ,τα σκάνδαλα, την διαφθορά, τις γκάφες της κυβέρνησης. Το δυστύχημα για την χώρα είναι ότι μετά από επτά χρόνια αρκετά ΜΜΕ και δημοσιογράφοι -ίσως και η πλειονότητα- κυρίως της νεότερης γενιάς ευθυγραμμίζονται με την αντίληψη της εξουσίας αναιρώντας τον ρόλο τους.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


