Οι δύο «πληγές» που ανοίγουν στη Μέση Ανατολή, μακριά από το Ιράν

Ημερομηνία: 27-08-2026



Μετά από έξι μήνες πολέμου και πολλών μεταπτώσεων στη Μέση Ανατολή, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να επιβληθεί στο Ιράν δια της οικονομικής οδού.

Όσο όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες στρέφονται στην επιχείρηση «Οικονομικός Παρίας», και άρα δεν μπαίνει ένα τέλος στη σύγκρουση, τόσο μεγαλύτεροι κίνδυνοι εκτροχιασμού της κατάστασης ελλοχεύουν. Και οι κίνδυνοι αυτοί δεν αφορούν κατ’ ανάγκη το ίδιο το Ιράν. Ήδη διακρίνονται δύο μέτωπα που αν εξελιχθούν, θα μπορούσαν να έχουν ευρύτερες συνέπειες στην περιοχή.

Από τη  μία, είναι η ένταση ανάμεσα στις σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ με επίκεντρο τη Συρία και, από την άλλη, οι επιθέσεις των ανταρτών Χούθι της Υεμένης σε πλοία που σχετίζονται με τη Σαουδική Αραβία.

Η ένταση Τουρκίας και Ισραήλ

Η αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας έλαβε νέα τροπή την περασμένη εβδομάδα, μετά το ισραηλινό πλήγμα κατά συριακής αεροπορικής βάσης την οποία –σύμφωνα με πληροφορίες– είχε επισκεφθεί μόλις λίγες ώρες νωρίτερα τουρκική αντιπροσωπεία αρμόδια για θέματα άμυνας.

Το Ισραήλ κατηγόρησε τη Δαμασκό ότι επιχειρεί να παραβιάσει τις ρυθμίσεις ασφαλείας επιτρέποντας τη στρατιωτική παρουσία της Άγκυρας, ενώ η τουρκική κυβέρνηση κατήγγειλε  την ισραηλινή ενέργεια ως παραβίαση της κυριαρχίας της Συρίας και ζήτησε τη σύλληψη του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η λεκτική αντιπαράθεση κλιμακώθηκε με το γραφείο του Νετανιάχου να χαρακτηρίζει τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «αντισημίτη δικτάτορα», με το γραφείο επικοινωνίας του Ερντογάν να απαντά κάνοντας λόγο για «μικροπρεπείς πολιτικές τακτικές» του Ισραηλινού πρωθυπουργού και προσπάθειες «να παρουσιάσει την Τουρκία ως νέα απειλή».

Το θέμα είχε και συνέχεια, καθώς η αντιπαράθεση βρήκε την θέση της στην προεκλογική καμπάνια του Νετανιάχου στο Ισραήλ, όπου τον Οκτώβριο είναι προγραμματισμένες οι κρίσιμες εκλογές για την ανάδειξη του Ισραηλινού πρωθυπουργού: μια τεράστια διαφημιστική πινακίδα με τον Ερντογάν τοποθετήθηκε στον κεντρικό αυτοκινητόδρομο του Τελ Αβίβ.

Ο Τούρκος πρόεδρος εικονίζεται δίπλα στους ηγέτες του Ιράν, της Χεζμπολάχ και τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, ως ένας εκ των αντιπάλων του Ισραήλ, υπό την κοινή λεζάντα – σύνθημα: «Θέλουν να χάσει ο Νετανιάχου. Μην τους αφήσετε να κερδίσουν».

Η πιθανότητα σύγκρουσης

Θα μπορούσε να είναι προεκλογικό τέχνασμα; Θα μπορούσε. Την ίδια ώρα, ωστόσο, μερίδα αναλυτών πιστεύουν ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο σύγκρουσης.

Ο Ισμαήλ Νουμάν Τελτζί, διευθυντής του Κέντρου Μελετών για τον Κόλπο και την Παγκόσμια Πολιτική του Πανεπιστημίου Ιμπν Χαλντούν στην Κωνσταντινούπολη, υποστήριξε ότι η άμεση στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των δύο συμμάχων των ΗΠΑ δεν αποτελεί το «αναμενόμενο αποτέλεσμα» σε αυτό το στάδιο, αν και το να αποκλειστεί εντελώς θα ήταν «πρόωρο».

Κατά τον ίδιο, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς το ενδεχόμενο μιας περιορισμένης κλιμάκωσης, ιδίως εάν το Ισραήλ αποφασίσει να δοκιμάσει ξανά την τουρκική αποφασιστικότητα.

Σε αυτή την περίπτωση, προειδοποίησε ότι «οι επιλογές της Τουρκίας κυμαίνονται από την ενίσχυση της παρουσίας της στο πλευρό της Δαμασκού έως την ενδυνάμωση της αμυντικής της διάταξης στον εναέριο χώρο κατά μήκος των συριακών συνόρων».

Γιατί δείχνει δόντια το Ισραήλ

Από την πλευρά του, ο Ασάφ Οριόν του Institute for National Security Studies  υποστήριξε ότι η πτώση του Άσαντ στη Συρία συνιστά «θετική εξέλιξη για το Ισραήλ», καθώς κόβει μια κρίσιμη οδό που συνέδεε τον «Άξονα της Αντίστασης» του Ιράν με τα μέτωπα του Ισραήλ.

«Ωστόσο, το κενό που δημιουργήθηκε στη Συρία καλύπτεται όλο και περισσότερο από σουνιτικές δυνάμεις με ρίζες σε τζιχαντιστικά κινήματα, οι οποίες απολαμβάνουν την υποστήριξη της Τουρκίας, της οποίας η στάση απέναντι στο Ισραήλ έχει καταστεί ολοένα και πιο εχθρική», πρόσθεσε.

«Σε αυτό το πλαίσιο, τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί στο Ισραήλ η αντίληψη ότι μια Συρία υποστηριζόμενη από την Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική πρόκληση για την εθνική ασφάλεια του Ισραήλ και, από ορισμένες απόψεις, μια πρόκληση ακόμη πιο σύνθετη από εκείνη που θέτει το Ιράν», δήλωσε ο Οριόν.

«Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, σημαντική οικονομία και αμυντική βιομηχανία, καθώς και βαθιούς δεσμούς με τη Δύση, ενώ τρέφει σαφείς φιλοδοξίες για τη διεύρυνση της παρουσίας και της επιρροής της στη Συρία και την περιοχή του Λεβάντε», εξήγησε.

Παράλληλα, συνέχισε, το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εκφράσει επανειλημμένα την εκτίμησή του για τον Ερντογάν, όπως και τον θαυμασμό του για τον Σύρο πρόεδρο Άχμεντ αλ Σαράα, έχει προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του Νετανιάχου, ο οποίος βλέπει τη Συρία ως στόχο της επεκτατικής ατζέντας της Άγκυρας. Και σε αυτό έρχεται να προστεθεί η τεταμένη σχέση που φαίνεται να έχει το τελευταίο διάστημα με τον Τραμπ, η οποία εφόσον συνεχιστεί να χαρακτηρίζεται από τριβές θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή ανησυχίας.

«Το πρόβλημα δεν είναι η απλή ύπαρξη διαφωνιών μεταξύ Ισραήλ και ΗΠΑ —οι οποίες δεν αποτελούν κάτι καινούργιο— αλλά το ενδεχόμενο να αναδυθεί μια βαθύτερη στρατηγική απόκλιση: η κυβέρνηση Τραμπ βλέπει τον Ερντογάν και τον αλ Σαράα ως πιθανούς εταίρους στη διαμόρφωση και τη σταθεροποίηση της νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων, ενώ το Ισραήλ αντιλαμβάνεται την Τουρκία και τη Συρία που αναδύεται ως πηγές κινδύνου που χρήζουν περιορισμού», υποστήριξε.

Χαμένος οι… ΗΠΑ

Το σίγουρο είναι πως εάν επιμείνουν οι εντάσεις, οι συνέπειες ακόμη και μιας περιορισμένης σύγκρουσης θα μπορούσαν να αποδειχθούν ακόμη πιο σοβαρές για την Ουάσιγκτον από τον πόλεμο στο Ιράν.

Ο Ριτς Άουτζεν, πρώην πολιτικός και στρατιωτικός σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ —ο οποίος αργότερα υπηρέτησε στο γραφείο του ειδικού απεσταλμένου για τη Συρία κατά τη διάρκεια της πρώτης διακυβέρνησης Τραμπ— προειδοποίησε ότι «υπό μία έννοια, η πιθανότητα σύγκρουσης είναι αρκετά υψηλή, δεδομένης της επιθετικής στάσης που τηρεί το Ισραήλ από το 2023, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην αποτροπή, αλλά επεκτείνεται και στα προληπτικά πλήγματα κατά δυνητικών απειλών σε ολόκληρη την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μέσης Ανατολής».

«Όταν εφαρμόζεται όχι μόνο εναντίον πληρεξουσίων του Ιράν που στοχεύουν άμεσα το Ισραήλ, αλλά και εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ που έχουν τη δυνατότητα να πλήξουν το Ισραήλ —ή να περιορίσουν τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στον κυρίαρχο εναέριο χώρο και το έδαφος άλλων κρατών—, αυτή η μορφή αποτροπής “πρώτης γραμμής” αποτελεί συνταγή για διαρκείς συγκρούσεις χαμηλής έντασης, οι οποίες μπορούν εύκολα να κλιμακωθούν σε κάτι χειρότερο», εκτίμησε.

Το μέτωπο της Υεμένης

Μετά από εβδομάδες επιθέσεων από τους αντάρτες Χούθι της Υεμένης εναντίον σαουδαραβικών πλοίων, αεροδρομίων και πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, η Σαουδική Αραβία φαίνεται να προετοιμάζεται για νέο πόλεμο κατά της οργάνωσης, σύμφωνα με αναλυτές, γεγονός που ενδέχεται να οξύνει την αναταραχή στη Μέση Ανατολή.

Δεν είναι σαφές ποιοι θα ήταν οι στόχοι της Σαουδικής Αραβίας εάν επέστρεφε στη σύγκρουση με τους Χούθι. Ωστόσο, αυτό θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στον πόλεμο των ΗΠΑ με το Ιράν, που υποστηρίζει τους Χούθι.

Όταν το βασίλειο εξαπέλυσε για τελευταία φορά στρατιωτική εκστρατεία κατά των Χούθι, το 2015, η επιχείρηση εξελίχθηκε σε ένα τέλμα διάρκειας μιας δεκαετίας, το οποίο εδραίωσε την κυριαρχία της οργάνωσης στη βόρεια Υεμένη και οδήγησε στον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Υεμενιτών.

Τι θέλει η Σαουδική Αραβία

Πάντως, λίγοι παρατηρητές ή αξιωματούχοι πιστεύουν ότι υπάρχει ρεαλιστική προοπτική για την ολοκληρωτική ήττα των ανταρτών.

Είναι νωπές άλλωστε οι μνήμες από την τελευταία επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη και την προσπάθεια αποκατάστασης της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, την οποία οι Χούθι είχαν εκδιώξει από την πρωτεύουσα της χώρας, Σαναά, με ιρανική υποστήριξη. Οι συγκρούσεις έφεραν τη χώρα στα πρόθυρα του λιμού και, τελικά, απέτυχαν να συντρίψουν τους Χούθι. Υπήρχε όμως μια ισορροπία μετά την εκεχειρία του 2022, μέχρι που ήρθε ο πόλεμος στο Ιράν μεταβάλλοντας τους υπολογισμούς των Χούθι.

Τι θα μπορούσε επομένως να κάνει η Σαουδική Αραβία; Θα μπορούσε να επιδιώξει την αποδυνάμωση της οργάνωσης και την άσκηση πίεσης ώστε να διαπραγματευτεί μια συμφωνία, η οποία θα είναι πιο ευνοϊκή για το βασίλειο και τους συμμάχους του στην Υεμένη, εκτιμούν αναλυτές.

Οι δίαυλοι επικοινωνίας που παρέμεναν ανοιχτοί επί χρόνια ανάμεσα στις δύο πλευρές φαίνεται να έχουν καταρρεύσει. «Δεν διακρίνω κάποια πολιτική διέξοδο αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο Μοχάμεντ αλ-Μπάσα, πολιτικός με ειδίκευση στα ζητήματα της Υεμένης. «Ο πόλεμος πλησιάζει».

Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, οι Χούθι ανέλαβαν την ευθύνη για επίθεση με βαλλιστικό πύραυλο εναντίον σαουδαραβικού δεξαμενόπλοιου, καθώς και για δύο επιθέσεις κατά δυνάμεων που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία εντός της Υεμένης, με τον στρατιωτικό εκπρόσωπο της οργάνωσης, Γιαχία Σαρί, να δεσμεύεται ότι θα απαντήσει σε κάθε κλιμάκωση με «ισχυρότερα και σφοδρότερα πλήγματα».

Σαουδάραβας αξιωματούχος, μιλώντας υπό τον όρο της ανωνυμίας, δήλωσε ότι το βασίλειο προτιμά την ειρήνη, αλλά είναι έτοιμο για πόλεμο με τους Χούθι και θα προστατευθεί με κάθε αναγκαίο μέσο.

Αν οι Χούθι συνεχίσουν να κλιμακώνουν τις επιθέσεις τους, πρόσθεσε, το βασίλειο είναι πρόθυμο να ξεκινήσει αεροπορικές επιδρομές για να στηρίξει την κυβέρνηση της Υεμένης στη μάχη της εναντίον της ένοπλης οργάνωσης.

Τι θέλουν οι αντάρτες Χούθι

Αναλυτές από την Υεμένη επισημαίνουν ότι η οργάνωση ενεργεί εν μέρει για να συνδράμει το Ιράν, αλλά παράλληλα επιδιώκει να εδραιώσει την εξουσία της και να εξασφαλίσει πρόσβαση στα πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας.

Οι Χούθι παρουσιάζονται όλο και περισσότερο ως νόμιμο κράτος, απαιτώντας να αντιμετωπίζονται ως τέτοιο.

Οι εντάσεις μεταξύ του βασιλείου και των Χούθι άρχισαν να κλιμακώνονται τον περασμένο μήνα, αφότου οι αντάρτες κατηγόρησαν τη Σαουδική Αραβία ότι βομβάρδισε το κύριο διεθνές αεροδρόμιο της Υεμένης για να εμποδίσει την προσγείωση ιρανικού αεροσκάφους —κατηγορία που το βασίλειο διέψευσε. Στη συνέχεια, οι Χούθι κήρυξαν ναυτικό αποκλεισμό στα σαουδαραβικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα.

Έκτοτε, η Σαουδική Αραβία έχει πραγματοποιήσει περιορισμένες αεροπορικές επιδρομές στην Υεμένη, ενώ οι Χούθι έχουν εξαπολύσει επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εντός της Σαουδικής Αραβίας, πέρα ​​από τις επιθέσεις κατά σαουδαραβικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν ασκήσει πίεση στις αγορές ενέργειας, εξέλιξη που εξυπηρετεί το Ιράν. Η Σαουδική Αραβία, που είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως, διακινεί συνήθως το πετρέλαιό της μέσω των Στενών του Ορμούζ, τα οποία έχει ουσιαστικά κλείσει το Ιράν από την έναρξη του πολέμου. Πλέον, το βασίλειο βασίζεται στην Ερυθρά Θάλασσα για την εξαγωγή του μεγαλύτερου μέρους του πετρελαίου του.

«Πρακτικά σε κατάσταση πολέμου»

Στο εσωτερικό της Υεμένης, οι συγκρούσεις μεταξύ των Χούθι και της υποστηριζόμενης από τη Σαουδική Αραβία κυβέρνησης της Υεμένης έχουν κλιμακωθεί ραγδαία τις τελευταίες εβδομάδες.

«Η Υεμένη αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρότερο κίνδυνο επιστροφής σε σύγκρουση μεγάλης κλίμακας απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την εκεχειρία του 2022, η οποία επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ», προειδοποίησε ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για την Υεμένη, Χανς Γκρούντμπεργκ, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης προς το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 13 Αυγούστου.

Οι Χούθι δηλώνουν ότι οι επιθέσεις τους είναι προληπτικές, κατηγορώντας τις κυβερνήσεις της Σαουδικής Αραβίας και της Υεμένης ότι συγκεντρώνουν δυνάμεις στο πλαίσιο προετοιμασίας για χερσαία επίθεση εναντίον τους.

Ο Μοχάμεντ αλ-Μπουχάιτι, μέλος του πολιτικού γραφείου των Χούθι, δήλωσε ότι η οργάνωση βρίσκεται ήδη «πρακτικά σε κατάσταση πολέμου με τη Σαουδική Αραβία».

Οι Χούθι «επιθυμούν να έχουν όλες τις επιλογές» και ελπίζουν να αποτρέψουν «την κλιμάκωση της σύγκρουσης», ανέφερε. Ωστόσο, αν ξεσπάσει πόλεμος, θα «καταστρέψουν όλες τις πετρελαϊκές και ζωτικής σημασίας εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας», πρόσθεσε, «ακριβώς όπως εκείνη έπραξε με την Υεμένη».

Παράλληλα, κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ότι επιβάλλει «αποκλεισμό στην Υεμένη με τη χρήση βίας και εμποδίζει τα τρόφιμα, τα φάρμακα και τα είδη πρώτης ανάγκης να φτάσουν στον λαό της χώρας».

Από την άλλη, Σαουδάραβες αξιωματούχοι διαψεύδουν τον ισχυρισμό κατηγορώντας τους Χούθι ότι επιχειρούν να παρακάμψουν το καθεστώς επιθεωρήσεων του ΟΗΕ και άλλες δικλείδες ασφαλείας, οι οποίες αποσκοπούν στο να εμποδίσουν την οργάνωση να αποκτήσει οπλισμό και χρηματοδότηση.

Και οι δύο στα… όπλα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έντασης, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι υπάρχουν πλέον ενδείξεις ευρύτερης στρατιωτικής ενίσχυσης και από τις δύο πλευρές.

Ο Ahmed Nagi, ανώτερος αναλυτής για την Υεμένη στη Διεθνή Ομάδα Κρίσεων (International Crisis Group), δήλωσε ότι

Η Σαουδική Αραβία έχει βελτιώσει τον στρατιωτικό συντονισμό μεταξύ των διαφόρων παρατάξεων που αντιτίθενται στους Χούθι, ανέφερε ο Αχμέντ Νάγκι του International Crisis Group, προσθέτοντας ότι παρέχει επίσης σε αυτές τις δυνάμεις προηγμένο οπλισμό, κάτι που «δεν συνέβαινε ποτέ στο παρελθόν».

Την ίδια ώρα, ωστόσο, η Σαουδική Αραβία έχει πολλούς λόγους για να θέλει να αποφύγει τον πόλεμο: μια νέα σύγκρουση με τους Χούθι θα μπορούσε να εξαντλήσει τα οικονομικά της και τα αποθέματα αμυντικού υλικού, ενώ παράλληλα θα έθετε σε κίνδυνο τα σχέδια του διαδόχου του θρόνου να μετατρέψει το βασίλειο σε επιχειρηματικό και τουριστικό κόμβο.

Ωστόσο, οι Χούθι «δεν είναι έτοιμοι να διαπραγματευτούν» και πιέζουν για πολιτικές παραχωρήσεις στην Υεμένη, ενώ παράλληλα ενεργούν για να στηρίξουν τον βασικό τους υποστηρικτή, το Ιράν, δήλωσε ο Νάγκι.

Όποια κλιμάκωση θα έχει αντίκτυπο στον ταλαιπωρημένο λαό της Υεμένης,  η οποία βιώνει μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως. «Καμία πλευρά δεν ελέγχει πού οδηγεί η κλιμάκωση», όπως το έθεσε ο Γκρούντμπεργκ κατά την ενημέρωση του ΟΗΕ. «Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι το τίμημα θα το πληρώσει ο λαός της Υεμένης».

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος