Οι μικρο-οργανωσιακές διαστάσεις της παραγωγικότητας
Τoυ Γιώργου Αργείτη, καθηγητή ΤΟΕ ΕΚΠΑ και επιστημονικού διευθυντή ΙΝΕ ΓΣΕΕ
Η ΔΗΜΟΣΙΑ συζήτηση για την παραγωγικότητα στην Ελλάδα διεξάγεται, σχεδόν
αποκλειστικά, εντός μιας στενής μακροοικονομικής οπτικής.
Κυριαρχούν προσεγγίσεις που αντιλαμβάνονται την παραγωγικότητα ως αποτέλεσμα της έλλειψης επενδύσεων, της καθυστέρησης μεταρρυθμίσεων, της χαμηλής τεχνολογικής έντασης της οικονομίας, του μικρού μεγέθους των επιχειρήσεων, της έλλειψης επιχειρηματικών κινήτρων και της κλαδικής διάρθρωσης της οικονομίας.
Παρά τις επιμέρους διαφορές τους οι προσεγγίσεις αυτές μοιράζονται μια κοινή υπόθεση, ότι η παραγωγικότητα διαμορφώνεται πρωτίστως στο μακροοικονομικό επίπεδο της οικονομίας, μέσα από τις ροές του χρηματικού και τα αποθέματα του υλικού κεφαλαίου.
ΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ αυτές είναι αναλυτικά ελλιπείς γιατί παραβλέπουν έναν καθοριστικό παράγοντα, τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται, ελέγχεται και βιώνεται η εργασία στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων.
Η παραγωγικότητα προκύπτει καθημερινά στους χώρους εργασίας, μέσα από πρακτικές, συνήθειες, ρουτίνες, ιεραρχίες και οργανωτικές επιλογές.
Ο τρόπος κατανομής του χρόνου εργασίας, ο βαθμός αυτονομίας των εργαζομένων, οι συνθήκες πίεσης και ασφάλειας, η δυνατότητα μάθησης και συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων επηρεάζουν άμεσα την απόδοση.
Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι μικρο-οργανωσιακές διαστάσεις απουσιάζουν σχεδόν πλήρως από τον δημόσιο διάλογο, παρότι είναι αυτές που συνθέτουν τη μακροοικονομική εικόνα. Η συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας αντανακλά το άθροισμα χιλιάδων καθημερινών επιλογών στους χώρους εργασίας.
ΑΚΡΙΒΩΣ σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η σημασία της μικρο-οργανωσιακής προσέγγισης της παραγωγικότητας.
Η προσέγγιση αυτή αντλεί από ιδέες που αντιμετωπίζουν την παραγωγικότητα ως μια εξελικτική, δυναμική και κοινωνικά ενσωματωμένη διαδικασία, καθώς επίσης και από ερευνητικές παραδόσεις που εστιάζουν στη συμπεριφορά και στις γνωσιακές δυνατότητες των εργαζομένων.
Η έμφαση μετατοπίζεται από τα αφηρημένα μακροοικονομικά μεγέθη στους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι επιχειρήσεις, ως οργανισμοί, μαθαίνουν, εξελίσσονται και προσαρμόζονται.
Η παραγωγικότητα, υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα επιχειρηματικών κινήτρων και διαθέσιμης χρηματοδότησης, αλλά, κυρίως, προϊόν συσσωρευμένων οργανωσιακών πρακτικών, κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών μάθησης.
ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ πραγματικότητα, το κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εντατικοποίηση της εργασίας.
Η αύξηση της απόδοσης επιχειρείται μέσω επιμήκυνσης του χρόνου εργασίας, συνεχούς πίεσης και περιορισμού της αυτονομίας των εργαζομένων.
Πρόκειται για ένα μοντέλο βραχυπρόθεσμης απόδοσης, που υπονομεύει τη βιώσιμη παραγωγικότητα.
Η εξουθένωση, το άγχος και η έλλειψη ελέγχου επί της εργασίας μειώνουν τη γνωσιακή απόδοση, περιορίζουν τη δημιουργικότητα και αυξάνουν τα λάθη και τις συγκρούσεις.
Σε πολλές επιχειρήσεις, οι αποφάσεις συγκεντρώνονται ιεραρχικά και οι εργαζόμενοι καλούνται απλώς να εκτελέσουν προκαθορισμένες εντολές.
Ένα τέτοιο μοντέλο διοίκησης ακυρώνει τη δυνατότητα αξιοποίησης της εμπειρικής γνώσης των εργαζομένων και αποθαρρύνει κάθε μορφή πρωτοβουλίας.
Όταν δεν υπάρχει χώρος για πειραματισμό και βελτίωση των διαδικασιών, η παραγωγικότητα εγκλωβίζεται σε χαμηλά επίπεδα και η καινοτομία παραμένει ρητορικό ζητούμενο.
ΕΞΙΣΟΥ προβληματική είναι η απουσία συστηματικών μηχανισμών μάθησης και αναβάθμισης δεξιοτήτων.
Στο μεγαλύτερο μέρος του επιχειρηματικού τομέα, η κατάρτιση δεν αποτελεί ενσωματωμένο στοιχείο της εργασιακής καθημερινότητας.
Αυτό οδηγεί σε παγίωση ξεπερασμένων πρακτικών και εγκλωβίζει τους εργαζόμενους σε θέσεις χαμηλής ποιότητας, με περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης.
Η παραγωγικότητα, όμως, δεν αυξάνεται όταν οι οργανισμοί αναπαράγουν τα ίδια πρότυπα λειτουργίας, αλλά όταν μπορούν να μαθαίνουν, να προσαρμόζονται και να βελτιώνονται συνεχώς.
ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ σχέσεις στους χώρους εργασίας αποτελούν έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα.
Η εμπιστοσύνη, η συνεργασία, η ποιότητα της επικοινωνίας και η δυνατότητα διαλόγου με τη διοίκηση επηρεάζουν άμεσα τον συντονισμό και τη συλλογική απόδοση.
Σε περιβάλλοντα όπου κυριαρχούν η καχυποψία, ο φόβος και ο αποκλεισμός η παραγωγικότητα υπονομεύεται ακόμη και όταν οι διαδικασίες είναι «ορθολογικά» σχεδιασμένες.
Αντίθετα, όπου αναπτύσσονται συμμετοχικές πρακτικές και αίσθηση συλλογικής ευθύνης, η παραγωγικότητα ενισχύεται με πιο σταθερό και ανθεκτικό τρόπο.
ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΟΝΤΑΣ, όταν η εργασία οργανώνεται συστηματικά με όρους χαμηλής ποιότητας, καμία μακροοικονομική στρατηγική δεν μπορεί να αποδώσει διατηρήσιμα αποτελέσματα.
Η υπέρβαση της χώρας από την παγίδα της χαμηλής παραγωγικότητας προϋποθέτει έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της εργασίας, που επενδύει στην ποιότητά της, αναγνωρίζει τον ρόλο των εργαζομένων και δημιουργεί συνθήκες βιώσιμης απόδοσης.
Ένας τέτοιος μετασχηματισμός αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα και όχι υποκατάστατο των μακροχρηματοδοτικών
παρεμβάσεων.
Χωρίς έναν τέτοιο μετασχηματισμό, η ασκούμενη οικονομική πολιτική θα συνεχίσει να έχει περιορισμένα και εύθραυστα αποτελέσματα ως προς τη βελτίωση της παραγωγικότητας.


