Οι πεφωτισμένοι, η ΓΣΕΕ και το νέο παιχνίδι του Πόλσον στο ΧΑ
Η αντίστροφη μέτρηση για τη ΓΣΕΕ έχει ήδη αρχίσει — και η 16η Απριλίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο, αλλά η στιγμή της αλήθειας.
Τότε, εκτός απροόπτου, η Συνομοσπονδία προγραμματίζει τη διεξαγωγή του προκαθορισμένου Συνεδρίου της, πιθανότατα στην Κρήτη. Εκεί θα κριθεί εάν ο Γιάννης Παναγόπουλος θα επανεκλεγεί πρόεδρος της ΓΣΕΕ ή εάν η φθορά που έχει προκαλέσει το σκάνδαλο που βρίσκεται σε εξέλιξη θα αποδειχθεί αρκετή ώστε να ανατρέψει τα μέχρι πρότινος δεδομένα.
Οι αριθμοί, πάντως, εξακολουθούν να δείχνουν ανθεκτικοί. Το 43% του προηγούμενου Συνεδρίου και οι 18 έδρες (επί συνόλου 45) που είχε καταλάβει η ΠΑΣΚΕ δεν ανατρέπονται εύκολα. Ωστόσο, το δίμηνο που μεσολαβεί μέχρι τις 16 Απριλίου είναι πολιτικός χρόνος πυκνός — και ενίοτε απρόβλεπτος.
Εδώ και περίπου δύο εβδομάδες, η «υπόθεση Παναγόπουλου» έχει σχεδόν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον στο εσωτερικό της Συνομοσπονδίας. Η Αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος εξετάζει τη χρηματοδότηση προγραμμάτων κατάρτισης από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους, μέσω του ΙΝΕ, του ΚΑΝΕΠ και του ΚΕΚ που διατηρεί η ΓΣΕΕ, συνολικού ύψους 73 εκατ. ευρώ.
Και ενώ το παρασκήνιο πυκνώνει, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι έως χθες ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας δεν είχε λάβει το κατηγορητήριο — στοιχείο που τροφοδοτεί συζητήσεις, ερμηνείες και σενάρια ενόψει ενός Συνεδρίου που, τελικά, ίσως αποδειχθεί πολύ πιο ανοιχτό απ’ όσο φαινόταν.
Τι παίζει με Πόλσον και ΕΥΔΑΠ
Στα υψηλότερα επίπεδα από το 2022 βρίσκεται η μετοχή της ΕΥΔΑΠ, η οποία τις τελευταίες ημέρες κινείται αντίρροπα από την υπόλοιπη αγορά, φθάνοντας εκ νέου στις παρυφές των 8 ευρώ (υψηλό από το 2022).
Η ανοδική κίνηση έχει φουντώσει τα σενάρια, τα οποία έχουν ως επίκεντρο το ποσοστό του Τζον Πόλσον. Ο Αμερικανός επενδυτής, σύμφωνα με όσα ακούγονται στην αγορά, δεν θα ήταν αρνητικός στο να ρευστοποιήσει τη θέση του, η οποία αυτήν τη στιγμή υπολογίζεται στο 9,99%. Αρκεί φυσικά να βρει το κατάλληλο αντίτιμο.
Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος είχε αποκτήσει τις μετοχές της ΕΥΔΑΠ το 2014, καταβάλλοντας ένα ποσό άνω των 8 ευρώ/μετοχή. Εάν και στη διάρκεια όλων αυτών των ετών έχει εισπράξει αρκετά μερίσματα, τα οποία έχουν μειώσει το πραγματικό κόστος κτήσης, η μεταβολή της μετοχής στο ταμπλό της Αθήνας είναι μηδενική -κόντρα στην υπόλοιπη αγορά, η οποία έχει καταγράψει εντυπωσιακές αποδόσεις.
Κάπως έτσι, είναι βέβαιο ότι ο Τζον Πόλσον θα επιδιώξει να εξασφαλίσει ένα αντίτιμο όσο το δυνατόν υψηλότερο σε σχέση με τα 8 (και κάτι) ευρώ της αρχικής επένδυσής του. Και σίγουρα η προοπτική της ΕΥΔΑΠ, αυτήν τη στιγμή, είναι με το μέρος του. Μην ξεχνάμε ότι πριν μερικές ημέρες η Piraeus Securities έσπευσε να ξεκινήσει την κάλυψη της μετοχής, δίνοντας ως τιμή – στόχο τα 10,2 ευρώ.
Freedom DEI
Ακόμη μία μεγάλη επενδυτική τράπεζα, η Goldman Sachs, αφαιρεί τα DEI (Διαφορετικότητα, Ισότητα, Συμπερίληψη) από τα κριτήρια για την επιλογή των μελών του ΔΣ της. Τα κριτήρια αυτά που κυριάρχησαν για πάνω από μία δεκαετία στις ΗΠΑ στις προσλήψεις και τις προαγωγές μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και του Δημοσίου, σε μία προσπάθεια να διορθωθούν αδικίες του παρελθόντος και να δώσουν φωνή στις μειονότητες, σήμερα απορρίπτονται. Η Αμερική Α.Ε. ζει τη δικής της … freedom DEI, την απελεύθερωσή της από τα δεσμά της διαφορετικότητας.
Και η εξέλιξη αυτή πυροδοτεί αντιδράσεις. Πολλοί φοβούνται ότι χάνεται ένας μηχανισμός ισότητας. Ωστόσο η άβολη αλήθεια είναι πως το να υπερισχύει το φύλο, η φυλή, ο σεξουαλικός προσανατολισμός των αντικειμενικών προσόντων, των ικανοτήτων και της απόδοσης δεν ήταν ισότητα ούτε συμπερίληψη, αλλά ένα νέο είδος αποκλεισμού.
Για να αντιληφθεί κανείς τι είχε συμβεί στην Αμερική (και σε αισθητά μικρότερο βαθμό στην Ευρώπη – και σίγουρα όχι στην Ελλάδα) μπορεί να διαβάσει το άρθρο του Jacob Savage με τον τίτλο «The Lost Genaration». Το κείμενο δεν είναι ένα μανιφέστο «λευκής αδικίας». Είναι κάτι πιο συγκεκριμένο — και γι’ αυτό πιο ενδιαφέρον (και πιο άβολο): μια αφήγηση για το πώς οι λευκοί άνδρες millennials στις ΗΠΑ, ειδικά σε επαγγέλματα κύρους και «δημιουργικές» βιομηχανίες, βρέθηκαν ξαφνικά να χτυπάνε πάνω σε έναν τοίχο την ώρα που νόμιζαν ότι ήταν επιτέλους η σειρά τους.
Η σκηνή που περιγράφει είναι σχεδόν κινηματογραφική: Λος Άντζελες, αρχές 2016. Είναι 31 ετών, γράφει σενάρια χρόνια, κάνει δεύτερες δουλειές για να πληρώνει λογαριασμούς (μαθήματα SAT, μεταπώληση εισιτηρίων), έχει «μικρές νίκες» και μια αίσθηση ότι κάτι έρχεται. Και πράγματι: ένας έμπειρος showrunner τον προτείνει για την ομάδα των σεναριογράφων, ένα στέλεχος λατρεύει το επεισόδιο – πιλότο και όλα μοιάζουν να κουμπώνουν. Μέχρι που… δεν κουμπώνει τίποτα.
Το «όχι» που τρώει δεν είναι το κλασικό χολιγουντιανό «δεν κάνεις». Είναι ένα απολογητικό «δεν γίνεται». Το στέλεχος — λευκός άνδρας της Gen X — του εξηγεί ότι η ομάδα των σεναριογράφων έχει ήδη λευκούς άνδρες μεγάλης ηλικίας. Θα πρέπει να στελεχωθεί τώρα με γυναίκες ή έγχρωμους. Ήταν μία απόρριψη που επαναλήφθηκε πολλές φορές ακόμη.
Αυτό είναι, για τον Savage, η ουσία της εμπειρίας της γενιάς του: όχι ότι οι λευκοί άνδρες εξαφανίστηκαν από την εξουσία (δεν εξαφανίστηκαν), αλλά ότι η “εντολή για διαφοροποίηση” έπεσε πάνω στους νεότερους. Όσοι ήταν ήδη 40+ το 2014 είχαν προλάβει να καθιερωθούν στον χώρο τους, να χτίσουν δίκτυα, να πάρουν τίτλους. Όσοι ήταν γύρω στα 30 το 2014 —αυτοί που μόλις έμπαιναν στη ζώνη προαγωγών— βρήκαν ξαφνικά το πλαίσιο να αλλάζει: οι εταιρείες και οι οργανισμοί έπρεπε να «διορθώσουν» αριθμούς, εικόνα, οροφή. Και το έκαναν κυρίως στις θέσεις εισόδου και μεσαίας βαθμίδας, δηλαδή ακριβώς εκεί που περίμεναν να ανέβουν οι millennials.
Τα όσα περιγράφει δεν τα λέει ως επίθεση σε γυναίκες ή σε ανθρώπους μειονοτικών ομάδων. Το λέει σαν περιγραφή ενός μηχανισμού: οι παλιοί μένουν, οι καινούριοι “αναδιανέμονται”.
Τα στοιχεία που παραθέτει (πόσο άλλαξαν τα δημογραφικά στοιχεία σε τηλεοπτικά σόους, ειδησεογραφικούς οργανισμούς, τεχνολογικές εταιρείες και πανεπιστήμια) λειτουργούν σαν σκηνικά για την ίδια ιδέα: μέσα σε μια δεκαετία, σε αρκετούς χώρους, το «λευκός άνδρας» από default έγινε απορριπτέο. Και για μερικούς της γενιάς του, αυτό μεταφράστηκε σε ένα παράξενο αίσθημα ότι «ο κόσμος όχι μόνο δεν σε στηρίζει — σε προσπερνάει επίτηδες». Όχι όλους. Όχι παντού. Αλλά αρκετούς ώστε να δημιουργηθεί ένα υπόγειο, σιωπηλό βίωμα: να δουλεύεις, να περιμένεις την κανονική σειρά των πραγμάτων και να συνειδητοποιείς ότι η σειρά άλλαξε χωρίς να σε ρωτήσει.
Και ίσως αυτό είναι το πιο «παρασκηνιακό» συμπέρασμα: δεν είναι ότι οι λευκοί άνδρες millennials έγιναν οι νέοι αποκλεισμένοι. Είναι ότι έζησαν μια απότομη αλλαγή κανόνων στην πιο ευαίσθητη ηλικία της επαγγελματικής τους ζωής — όταν δεν είσαι πια «νέος με προοπτική», αλλά ούτε και «παλιός με εξουσία». Εκεί, στο ενδιάμεσο, το DEI δεν έμοιαζε με μηχανισμό ισότητας. Έμοιαζε με πόρτα που κλείνει την ώρα που απλώνεις το χέρι στο πόμολο.
Οι «πεφωτισμένοι»
Επιστρέφοντας στα δικά μας τώρα υπάρχει ένα παράξενο, σχεδόν τελετουργικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Κάθε φορά που φεύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο ένας άνθρωπος που αγαπήθηκε και άφησε αποτύπωμα – όπως η σπουδαία Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ – εμφανίζεται μια μικρή αλλά θορυβώδης χορωδία στα social media. Όχι για να πει ένα «διαφωνούσα, αλλά αναγνωρίζω». Όχι για να κρατήσει αποστάσεις με αξιοπρέπεια. Αλλά για να μας ενημερώσει, σχεδόν με ανακούφιση, ότι:
Πρώτον, ο εκλιπών δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Μια τυχερή περίπτωση. Μια φούσκα. Μια διαπλεκόμενη μετριότητα που, ω του θαύματος, κατάφερε να ξεγελάσει το αμόρφωτο πόπολο. Τι κρίμα που δεν ήμασταν όλοι τόσο διορατικοί όσο εκείνοι.
Δεύτερον, όσα είπε και όσα έγραψε ήταν κοινοτοπίες. Ανούσιες διαπιστώσεις. Αρλούμπες. Απλώς χρειάζεται ένα πολύ ειδικό επίπεδο διανοητικής ανωτερότητας για να το καταλάβεις. Ευτυχώς το έχουν εκείνοι.
Τρίτον, όσοι θεωρούμε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε κάτι να πει, κάτι να δώσει, κάτι να αφήσει, το έχουμε πάθει αυτό το κακό από σύμπλεγμα. Από ανάγκη για πατερούληδες. Από έλλειμμα κριτικής σκέψης. Η διάγνωση συνήθως συνοδεύεται από ψευδο-ψυχαναλυτική ορολογία για να αποκτήσει κύρος: «βαθιά συμπλεγματικοί», «μαζική προβολή», «λατρεία της αυθεντίας». Σχεδόν περιμένεις να ακολουθήσει και συνταγογράφηση.
Ευτυχώς υπάρχουν οι ακομπλεξάριστοι πεφωτισμένοι. Οι μόνοι που δεν μάσησαν. Οι μόνοι που δεν «υπέκυψαν στο αφήγημα». Οι μόνοι που είδαν πίσω από το παραπέτασμα. Σε έναν κόσμο που παρασύρεται από συναισθήματα, αυτοί κρατούν τη σημαία της καθαρής λογικής. Έστω κι αν η σημαία αυτή ανεμίζει πάντα πάνω από έναν φρεσκοσκαμμένο τάφο.
Δεν ξέρω αν είναι ανάγκη για αντίδραση. Αν είναι φθόνος μεταμφιεσμένος σε κριτική. Αν είναι απλώς το άγχος να διαφοροποιηθείς από το «ρεύμα» την ώρα που το ρεύμα πενθεί. Ξέρω όμως ότι υπάρχει κάτι βαθιά μικρόψυχο στο να σπεύδεις να αποδείξεις, την ώρα της απώλειας, πόσο ανώτερη είναι η δική σου διαύγεια. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην κριτική και στη σπουδή να μειώσεις, σχεδόν με ανακούφιση, ό,τι οι άλλοι εκτίμησαν.
Ίσως τελικά το ζήτημα να μην είναι ο εκλιπών. Ίσως είναι η ανάγκη ορισμένων να σταθούν πάνω από το συλλογικό συναίσθημα και να πουν: «Εγώ δεν παρασύρομαι». Περαστικά τους, λοιπόν.
Και ζωή σε λόγου μας.


