Οι προκλήσεις του Τραμπ στον δεύτερο χρόνο της θητείας του
Η πρώτα χρονιά της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ στο «τιμόνι» των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν πάνω από γεμάτη.
Επιβολή δασμών και εμπορικός πόλεμος με την Κίνα, αυστηρή μεταναστευτική πολιτική και μαζικές απελάσεις παράτυπων μεταναστών, Γροιλανδία, πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, προσπάθειες διαμεσολάβησης για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, αμερικανική υπογραφή στην συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, επιχείρηση στη Βενεζουέλα και σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, επιθέσεις στον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) είναι μόνο μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές των πρώτων δώδεκαν μηνών του στην διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Καθώς εισέρχεται στην δεύτερη χρονιά του, η εσωτερική πολιτική αναμένεται να απορροφήσει περισσότερο την προσοχή του Ντόναλντ Τραμπ. Κατά τους αναλυτές του Foreign Policy, στη δεύτερη χρονιά της θητείας του ο Αμερικανός πρόεδρος έχει να αντιμετωπίσει πέντε σημαντικές προκλήσεις:
Οι ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ
Οι ενέργειες και οι πολοτικές της αμερικανικής κυβέρνησης θα κριθούν με ένα τρόπο στο ψηφοδέλτιο του Νοεμβρίου, στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ είναι μέτρια εδώ και πολλούς μήνες ενώ τα πρώτα στοιχεία δείχνουν οι Ρεπουμπλικάνοι προβλέπεται επί του παρόντος να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στη Γερουσία, αλλά οι Δημοκρατικοί φαίνεται να έχουν ένα μικρό πλεονέκτημα για να κερδίσουν ξανά τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
«Όλα τα σημάδια δείχνουν ότι ο Τραμπ θα έχει μια πιο ταραγμένη χρονιά στο εσωτερικό – για να μην αναφέρουμε τι μπορεί να συμβεί το 2027 σε περίπτωση που οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να ”σπάσουν” τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών στην Ουάσινγκτον», σχολιάζει χαρακτηριστικά η Ρέιτσελ Όσβαλντ.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία
Παρά την υπόσχεσή να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία εντός «24 ωρών» από την ανάληψη των καθηκόντων του, η προθεσμία αυτή αποδείχθηκε ουτοπικό να τηρηθεί. Σήμερα, ένα χρόνο και αρκετές δραματικές συναντήσεις υψηλού επιπέδου αργότερα, ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, με το ειρηνευτικό σχέδιο που συνέταξαν οι ΗΠΑ να μην «προχωράει».
Για να τερματιστεί ο πόλεμος, ο Τραμπ πιθανότατα θα αντιμετωπίσει φέτος πολλά από τα εμπόδια που ήδη έχει συναντήσει. Η Μόσχα αρνείται να επιβραδύνει την προέλασή της ή να σταματήσει να στοχεύει πολιτικές και ενεργειακές υποδομές στην Ουκρανία και παραμένει σθεναρά αντίθετη στην παρουσία δυτικών στρατευμάτων στην Ουκρανία ως μέρος των εγγυήσεων ασφάλειας που ζητάει το Κίεβο. Η Ουκρανία, από την πλευρά της, δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει μέρος της επικράτειάς της στη Ρωσία, ούτε να σταματήσει να πολεμά χωρίς να λάβει εγγυήσεις ασφάλειας.
«Ο Τραμπ θέλει να του πιστωθεί ο τερματισμός της μεγαλύτερης σύγκρουσης στην Ευρώπη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά δεν είναι σαφές εάν αυτός και η ομάδα του έχουν την υπομονή, την προσοχή ή την διπλωματική εμπειρογνωμοσύνη που απαιτούνται για να ολοκληρώσουν την προσπάθεια», σχολιάζει χαρακτηριστικά η Αλεξάνδρα Σαρπ.
Η Μέση Ανατολή
Από την έναρξη της εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, η οποία επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση του Τραμπ, τον Οκτώβριο του 2025, οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν σκοτώσει εκατοντάδες Παλαιστίνιους και έχουν κατεδαφίσει χιλιάδες κτίρια στη Γάζα. Επίσης, αρκετοί ισραηλινοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί στη Γάζα από την έναρξη της εκεχειρίας. Τα περιστατικά βίας που συνεχίζονται είναι ενδεικτικά των θεμάτων που στέκονται εμπόδιο στη μετάβαση στη δεύτερη φάση του ειρηνευτικού σχεδίου του Τραμπ.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ενέκρινε ψήφισμα στα μέσα Νοεμβρίου που επικύρωνε το σχέδιο Τραμπ, συμπεριλαμβανομένων πτυχών όπως η δημιουργία του «Συμβουλίου της Ειρήνης» και η σύσταση διεθνούς δύναμης σταθεροποίησης. Ωστόσο, όπως έχουν τα πράγματα, η διαδικασία δεν έχει προχωρήσει πέρα από την πρώτη φάση.
Η δεύτερη φάση έχει ως στόχο τον αφοπλοσμό τη Χαμάς και την σταδιακή αποχώρηση του Ισραήλ από τη Γάζα. Αλλά η Χαμάς αντιτίθεται στον αφοπλισμό και ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ στα τέλη Δεκεμβρίου δήλωσε ότι ο ισραηλινός στρατός «δεν θα αποσυρθεί ποτέ πλήρως» από τη Γάζα.
Την έναρξη αυτής της φάσης ανακοίνωσε προσφάτως ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ, με την εγκαθίδρυση της μεταβατική τεχνοκρατική παλαιστινιακή διοίκηση της Γάζας και επικεφαλής τον πρώην υφυπουργό Μεταφορών της Παλαιστινιακής Αρχής Αλί Σαάθ.
Παράλληλα, ο Τραμπ έχει εκφράσει τις ανησυχίες του για τη βία στη Δυτική Όχθη ενώ η εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ παραμένει επίσης σε ασταθές έδαφος. Και έπειτα υπάρχει το Ιράν, το οποίο βίωσε ιστορικές αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες τις τελευταίες εβδομάδες, οι οποίες οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στην κατακόρυφη πτώση του βιοτικού επιπέδου.
«Ο Τραμπ απείλησε επανειλημμένως να παρέμβει για να σταματήσει την καταστολή σε βάρος των διαδηλωτών, αλλά φαίνεται να έχει κάνει ένα βήμα πίσω τώρα που οι διαμαρτυρίες φαίνεται να έχουν καταλαγιάσει. Ωστόσο, η κατάσταση παραμένει πολύ ρευστή και είναι δύσκολο να προβλεφθεί τι θα μπορούσε να συμβεί στη συνέχεια», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Τζον Χαλτιγουάνγκερ.
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τους δασμούς
Μια πρόκληση που σχεδόν σίγουρα θα αντιμετωπίσει σύντομα ο Τραμπ είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το μεγαλύτερο μέρος των δασμών που έχει επιβάλει σε σχεδόν κάθε χώρα του κόσμου. Για την επιβολή τους επικαλέστηκε νομοθεσία της εποχής Κάρτερ, κηρρύσοντας κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης.
Εάν το Ανώτατο Δικαστήριο καταργήσει αυτούς τους δασμούς, αυτό θα θέσει την κυβέρνηση αντιμέτωπη με δύο άμεσα ζητήματα. Το πρώτο είναι το ζήτημα των επιστροφών χρημάτων σε εταιρείες για δασμούς που έχουν ήδη εισπραχθεί. Η αμερικανι΄κη κυβέρνηση έχει υπονοήσει ότι οι επιστροφές χρημάτων μεγάλης κλίμακας θα αποτελούσαν δημοσιονομική καταστροφή, καθώς και έναν γραφειοκρατικό εφιάλτη. Ωστόσο, εάν παραμείνουν σε ισχύ, ορισμένοι παρατηρητές αναμένουν μια ώθηση στις δαπάνες και στην οικονομία των ΗΠΑ φέτος.
Το άλλο ερώτημα είναι πώς θα εφαρμοστούν οι δασμοί υπό άλλες αρχές που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων. Υπάρχουν πολλές επιλογές που συζητούνται στον Λευκό Οίκο εδώ και μήνες: Υπάρχουν οι δασμοί εθνικής ασφάλειας που μπορούν να επιβληθούν (και έχουν επιβληθεί πολλές φορές από τον Τραμπ) βάσει ενός νόμου περί εμπορίου του 1962. Υπάρχουν μικρότεροι και βραχυπρόθεσμοι δασμοί που επιτρέπονται βάσει ενός νόμου περί εμπορίου του 1974, αλλά το Κογκρέσο έχει τον τελικό λόγο για αυτούς. Υπάρχει και η σκληροπυρηνική επιλογή, που αναφέρεται στο νομοσχέδιο Smoot-Hawley του 1930 για την επιβολή αυστηρών δασμών σε οποιαδήποτε χώρα για «μεροληπτικές» εμπορικές πρακτικές.
«Το πρόβλημα για την κυβέρνηση Τραμπ είναι ότι όλες αυτές οι προσεγγίσεις χρειάζονται περισσότερο χρόνο, απαιτούν πρώτα μελέτη και διαβούλευση, είναι πιο περιορισμένες και σε ορισμένες περιπτώσεις περιορίζονται φυσικά από το Κογκρέσο. Ο Τραμπ, ο αυτοαποκαλούμενος «Άνθρωπος των Δασμών», μπορεί να αντιμετωπίσει την πρώτη σοβαρή επίπληξη για τις προσπάθειές του να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια εμπορική τάξη. Αυτό δεν θα τερματίσει τις προσπάθειές του, αλλά θα κάνει λίγο πιο δύσκολη την ολοκλήρωση της κατασκευής του προστατευτικού τείχους που υποσχέθηκε να κατασκευάσει», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Κιθ Τζόνσον.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 έχει προγραμματιστεί να διεξαχθεί από τις 11 Ιουνίου έως τις 19 Ιουλίου. Φέτος το συνδιοργανώνουν τρεις χώρες: οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και το Μεξικό.
Ο Τραμπ έχει παρουσιάσει τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ως μια μεγάλη νίκη για τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει δείξει προσωπικό ενδιαφέρον για τις προετοιμασίες. «Είναι μια πολύ ξεχωριστή εκδήλωση. Νομίζω ότι είναι πιθανώς σίγουρα μια από τις μεγαλύτερες και ίσως η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση στον κόσμο», είχε δηλώσει το 2018, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέχθηκαν για να φιλοξενήσουν τη διοργάνωση.
Ο Λευκός Οίκος έχει επίσης αναφερθεί στο γεγονός ότι η διοργάνωση συμπίπτει με την 250ή επέτειο από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αλλά η διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου χωρίς προβλήματα θα αποτελέσει μεγάλη πρόκληση για τον Τραμπ, ιδίως δεδομένου του πολιτικού κλίματος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Τραμπ έχει ήδη προτείνει να μην φιλοξενηθούν αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου από αμερικανικές πόλεις που δεν έχουν ταχθεί υπέρ της ατζέντας του, δείχνοντας την προθυμία του να πολιτικοποιήσει το θέμα.
Υπάρχουν επίσης σημαντικά και περίπλοκα ζητήματα υλικοτεχνικής υποστήριξης που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων του περασμένου καλοκαιριού, το οποίο διεξήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες και είδε τη χώρα να υποδέχεται οπαδούς από όλο τον κόσμο, πρόσφερε μια εικόνα για τα πιθανά προβλήματα. Η FIFA ενημερώθηκε για 145 ανησυχίες σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά τη διάρκεια αυτής της διοργάνωσης, οι οποίες συνδέονταν με ζητήματα που κυμαίνονταν από την επιβολή των πολιτικών των ΗΠΑ έως ανησυχίες για την ασφάλεια λόγω ακραίας ζέστης.
Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν ανοιχτά ερωτήματα σχετικά με το εάν η μεταναστευτική ατζέντα του Τραμπ θα συγκρουστεί με κάποιο τρόπο με την διοργάνωση του Παγκόσμιου Κυπέλλου, καθώς οπαδοί από όλο τον κόσμο συγκεντρώνονται για να γιορτάσουν το πιο δημοφιλές αθλητικό γεγονός στον κόσμο. Μπορεί να αποτελέσει πρόκληση για τον Τραμπ να διατηρήσει τις σκληρές πολιτικές του για τη μετανάστευση. Λόγω των διάφορων προβλημάτων με τις βίζες και τη γενική κατάσταση της χώρας, ορισμένοι οπαδοί μπορεί να καταλήξουν να αποφεύγουν εντελώς τους αγώνες που διεξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποφύγουν την ταλαιπωρία.
Και οι οπαδοί από τουλάχιστον τέσσερις χώρες που προκρίθηκαν στο Παγκόσμιο Κύπελλο – Ιράν, Σενεγάλη, Ακτή Ελεφαντοστού και Αϊτή – πιθανότατα θα δυσκολευτούν ή θα είναι αδύνατο να παρακολουθήσουν τους αγώνες στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω των ταξιδιωτικών περιορισμών που έχουν επιβληθεί.
«Όπως και οι Ολυμπιακοί Αγώνες, το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί ένα σημαντικό παράδειγμα αθλητικής διπλωματίας που προσφέρει στις χώρες υποδοχής μια τεράστια ευκαιρία να διαφημίσουν τους ανθρώπους, τον πολιτισμό, τις υποδομές, την οικονομία και τις αξίες τους στον κόσμο. Αλλά με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 να συνδιοργανώνεται από μια κυβέρνηση που δεν δίνει ακριβώς προτεραιότητα στην υποδοχή των ξένων, η διοργάνωση θα μπορούσε να καταλήξει να βλάψει ακόμη περισσότερο τις αντιλήψεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες στα μάτια του κόσμου», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Τζον Χάλτιγουανγκερ.


