Ομόλογα: Έκοψαν ως μετεξεταστέες τις κυβερνήσεις

Ημερομηνία: 02-09-2026



Οι επενδυτές περίμεναν ένα πειστικό σχέδιο για τα ελλείμματα, τον πληθωρισμό και τις γεωπολιτικές αναταράξεις που ανεβάζουν το κόστος του χρήματος. Δεν το άκουσαν. Και έδωσαν τη σκληρή βαθμολογία τους αμέσως.

Οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες της G20 συγκεντρώθηκαν στη Βόρεια Καρολίνα, έχοντας, όπως σχολιάζει και η Wall Street Journal, απέναντί τους τον αυστηρότερο εξεταστή: την παγκόσμια αγορά ομολόγων. Εξηγήσεις και δεσμεύσεις δεν έπεισαν. Πήραν έτσι κάτω από τη βάση.

Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου ξεπέρασε το 4,8%, στο υψηλότερο επίπεδο της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ το 30ετές κινήθηκε κοντά στο 5,28%.

Στην Ιαπωνία, το δεκαετές άγγιξε το 3% για πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια. Στη Γαλλία έφτασε στο 4,21% και στη Βρετανία στο 5,15%, ενώ οι βρετανικοί τίτλοι 30ετούς διάρκειας αποδίδουν πλέον σχεδόν 5,9% – το υψηλότερο επίπεδο από το 1998.

Το μήνυμα είναι παγκόσμιο και ξεκάθαρο: οι αγορές συνεχίζουν να δανείζουν τις κυβερνήσεις, αλλά δεν τις πιστεύουν πια τόσο εύκολα.

Η απάντηση που δεν αρκεί

«Ο κόσμος είναι πλημμυρισμένος από χρέος και ο μόνος τρόπος να ξεφύγουμε είναι μέσω της ανάπτυξης», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ στην έναρξη της συνόδου.

Η ιδέα είναι ελκυστική, αλλά οι αριθμοί την αποδυναμώνουν. Η αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το τελευταίο δωδεκάμηνο, ενώ το ομοσπονδιακό έλλειμμα αναμένεται να ξεπεράσει το 6% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος έχει ήδη υπερβεί τα 40 τρισ. δολάρια.

Ούτε η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί από μόνη της σωσίβιο. Πρόσφατη μελέτη εξετάζει σενάρια στα οποία η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει έως και μία ποσοστιαία μονάδα στην ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας. Σε όλα, το αμερικανικό χρέος συνεχίζει να αυξάνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, απλώς με βραδύτερο ρυθμό.

Επιπλέον, η ταχύτερη ανάπτυξη συνοδεύεται συνήθως από υψηλότερα επιτόκια. Μπορεί να αυξάνει τα φορολογικά έσοδα, ακριβαίνει όμως ταυτόχρονα την εξυπηρέτηση του χρέους. Η ανάπτυξη βοηθά – δεν υποκαθιστά τη δημοσιονομική πολιτική.

Παλεύοντας με τα συμπτώματα

Ο Μπέσεντ είχε αρχικά ταχθεί υπέρ της μείωσης του ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ, αλλά ούτε ο Τραμπ ούτε το Κογκρέσο υιοθέτησαν τον στόχο. Χωρίς πολιτική στήριξη για δύσκολες αποφάσεις σε δαπάνες και έσοδα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών στράφηκε σε τεχνικές παρεμβάσεις.

Αύξησε τις επαναγορές ομολόγων μεγαλύτερης διάρκειας και παρενέβη για να στηρίξει το γεν, φοβούμενο ότι μια ανεξέλεγκτη πτώση του ιαπωνικού νομίσματος θα προκαλούσε νέες πωλήσεις αμερικανικών τίτλων.

Η ανακούφιση αποδείχθηκε προσωρινή. Οι αποδόσεις επέστρεψαν υψηλότερα, με τον ίδιο τον Μπέσεντ να αναγνωρίζει ότι προσπαθεί περισσότερο να ελέγξει την ταχύτητα της ανόδου παρά τον τελικό προορισμό της.

Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να διατάξει την αγορά να δανείζει φθηνότερα. Μπορεί μόνο να προσπαθήσει να αποτρέψει μια άτακτη ανατίμηση του χρήματος.

Η Ευρώπη πληρώνει έναν πόλεμο και μια χαμένη δεκαετία

Στην Ευρώπη, το πρόβλημα ξεκινά από την ενέργεια. Ο πόλεμος με το Ιράν έχει προκαλέσει ένα πληθωριστικό σοκ από την πλευρά της προσφοράς, απέναντι στο οποίο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει μόνο ένα ατελές όπλο: υψηλότερα επιτόκια.

Οι αγορές αναμένουν ότι το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ θα φτάσει στο 2,9% έως τα μέσα του 2027, από 2% πριν από την έναρξη του πολέμου. Παράλληλα, η Γερμανία στρέφεται σε επενδύσεις χρηματοδοτούμενες με χρέος, ενώ η Γαλλία παραμένει παγιδευμένη ανάμεσα στα μεγάλα ελλείμματα και στην πολιτική αδυναμία να τα περιορίσει.

Σύμφωνα με στοιχεία του οίκου Fitch που επικαλείται ο Economist, το 2028 η Γαλλία θα διαθέτει το 6% των κρατικών εσόδων της για πληρωμές τόκων, από 3% το 2019. Στην Ιταλία, το αντίστοιχο ποσοστό θα φτάσει στο 8,8%, από 7%.

Με τους φόρους ήδη υψηλούς και τις περικοπές πολιτικά τοξικές, τα περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα.

Η τεχνητή νοημοσύνη «κλέβει» τους αγοραστές

Οι κυβερνήσεις δεν ανταγωνίζονται πλέον μόνο η μία την άλλη για κεφάλαια. Ανταγωνίζονται και τους ισχυρότερους τεχνολογικούς ομίλους στον κόσμο.

Οι αμερικανικές εταιρείες αναμένεται να δαπανήσουν περισσότερα από 5 τρισ. δολάρια για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης έως το 2030. Για να χρηματοδοτήσουν αυτή την έκρηξη, οι τεχνολογικοί κολοσσοί προβλέπεται να εκδώσουν μακροπρόθεσμα ομόλογα ύψους 250 δισ. δολαρίων φέτος και 400 δισ. το 2027, σύμφωνα με την Goldman Sachs.

Οι τίτλοι τους έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση αντίστοιχη ή καλύτερη από εκείνη πολλών κρατών. Προσφέρουν έτσι στους επενδυτές μια ισχυρή εναλλακτική στα κρατικά ομόλογα, αυξάνοντας την απόδοση που πρέπει να προσφέρουν οι κυβερνήσεις για να προσελκύσουν χρήματα.

Η Ευρώπη μάλιστα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα οδυνηρό παράδοξο: επενδύει ελάχιστα στην τεχνητή νοημοσύνη σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, αλλά πληρώνει ακριβότερο δανεισμό επειδή η αμερικανική τεχνολογία απορροφά τα παγκόσμια κεφάλαια.

Παράλληλα, η ΕΚΤ έχει μειώσει το χαρτοφυλάκιο ομολόγων της κατά περίπου 1,2 τρισ. ευρώ από το 2022, ενώ υποχωρεί και η ζήτηση από παραδοσιακούς αγοραστές, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία. Περισσότερη προσφορά και λιγότερη σταθερή ζήτηση σημαίνουν υψηλότερες αποδόσεις.

Η επικίνδυνη γραμμή του 5%

Η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων εξακολουθεί να λειτουργεί ομαλά. Δεν εμφανίζει ακόμη έλλειψη ρευστότητας, αναγκαστικές πωλήσεις ή τις συνθήκες αποσταθεροποίησης που χαρακτήρισαν τη βρετανική κρίση του 2022.

Αυτό που ανησυχεί είναι η ταχύτητα. Το αμερικανικό δεκαετές ανέβηκε από περίπου 4% στην αρχή του πολέμου με το Ιράν σε πάνω από 4,8%. Ο Σαμίρ Σαμάνα της Wells Fargo θεωρεί ότι η αγορά έχει ήδη περάσει σε «ζώνη προειδοποίησης».

Το επόμενο όριο είναι το 5%. Ο Ρον Άλμπαχαρι της LNW εκτιμά ότι μια σταθερή παραμονή πάνω από αυτό θα μπορούσε να γίνει η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι, προκαλώντας γενικευμένη αποστροφή κινδύνου.

Το επίπεδο δεν είναι μαγικό. Είναι όμως ψυχολογικά και οικονομικά κρίσιμο: καθιστά τα ασφαλή ομόλογα πραγματικό ανταγωνιστή των μετοχών, ακριβαίνει τα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια και περιορίζει τα εταιρικά κέρδη. Εάν διατηρηθεί, το ακριβό χρήμα αρχίζει να επιβραδύνει την ίδια την ανάπτυξη στην οποία ποντάρουν οι κυβερνήσεις για να διαχειριστούν τα χρέη τους.

Η G20 πρόσφερε στην αγορά την υπόσχεση ότι η ανάπτυξη θα καλύψει τον λογαριασμό. Τα ομόλογα απάντησαν ότι θέλουν πιο πειστικό σχέδιο.

Προς το παρόν, οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να βρίσκουν αγοραστές. Το πραγματικό πρόβλημα θα αρχίσει όταν η αγορά, αντί να ζητά απλώς υψηλότερη απόδοση, αρχίσει να αμφιβάλλει αν κάποιος έχει πραγματικά τον έλεγχο.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος