«…Όταν ένα έργο “εμπεριέχει” τον δημιουργό του, τότε είναι αληθινό…»
© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
H έκθεση «Κήπος Περίκλειστος» με έργα του εικαστικού Λεωνίδα Μιχαλάκου παρουσιάζεται στο Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού, και θα διαρκέσει έως τις 27 Φεβρουαρίου [Αμαλίας 4, Αθήνα].
Ο καλλιτέχνης, σε αυτή τη νέα του ατομική έκθεση, παρουσιάζει δεκατρία ζωγραφικά έργα μικρών διαστάσεων και δύο γλυπτά. Παλιά ξύλα που συλλέγει με σπουδή και ευλάβεια, γίνονται η βάση, ο καμβάς, πάνω στον οποίο ο Λεωνίδας Μιχαλάκος δημιουργεί περίτεχνα παλίμψηστα μνήμης και ιστορίας, που παραπέμπουν στις τοιχογραφίες και τα δάπεδα των βυζαντινών ναών της Μάνης.
Διόλου τυχαίος ο τίτλος της έκθεσης, καθώς οι δημιουργίες συνθέτουν έναν μαγικό – ονειρικό κήπο που περικλείει αιώνες παράδοσης και ιστορίας.
Επίσης, την έκθεση συμπληρώνουν δύο υπέροχα έργα σε χειροποίητο κινέζικο χαρτί· το ποίημα του Νίκου Γκάτσου «Μανιάτικος Εσπερινός» γραμμένο με κεφαλαιογράμματα Βυζαντινής γραφής και κοσμημένο με βυζαντινά σύμβολα από τα θρησκευτικά χειρόγραφα του Βυζαντίου και το ποίημα του Λευκάδιου Χερν, «Είμαι εγώ ένας;» γραμμένο και κοσμημένο με τον ίδιο τρόπο.
Με τον εικαστικό, είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε.

Τα έργα που παρουσιάζετε στην παρούσα έκθεση είναι κόσμοι ζωντανοί, γεμάτοι χρώματα και «ήχους»· μιλήστε μας για την τεχνική και τη γένεσή τους.
«Πρόκειται για σειρά ζωγραφικών έργων μικρών διαστάσεων που δημιουργήθηκαν το 2025. Έγιναν πάνω σε ξύλο -παλιές σανίδες- με αυγοτέμπερα και κολλητό φύλο χρυσού. Προσπάθησα να αποδώσω σε αυτά την αίσθηση που μου αφήνουν οι βυζαντινοί ναοί της Μάνης. “..Στις κακοτράχαλες πλαγιές στα μαύρα ορτυκοτόπια”, λέει ο στίχος του Ζήσιμου Λορεντζάτου που αναφέρεται στη Μάνη. Εκεί, λοιπόν, στις κακοτράχαλες πλαγιές, συναντά κανείς πανέμορφους ναούς της περιόδου 11ου – 13ου αιώνα. Είναι όλοι μνημεία εξαιρετικού κάλλους. Οικοδομημένοι με περίσσια χάρη, ιδιαίτερη λαμπρότητα, αυστηρά πάντα στο ανθρώπινο μέτρο, με αίσθημα βαθιάς πίστης και ταπεινοσύνης. Μοιάζουν με ένα πολύτιμο πετράδι, που ένα αόρατο χέρι το απόθεσε σε αυτή τη θέση».

Χρησιμοποιείτε σπάνια υλικά που καθιστούν τα έργα σας μοναδικά. Πώς τα διαχειρίζεστε;
«Κοιτάξτε, ο δρόμος που έχω επιλέξει ως καλλιτέχνης, η θεματολογία μου, περνά -αυστηρά θα μπορούσα να πω- μέσα από την παράδοση. Αυτό καθορίζει και τα υλικά μέσα, με τα οποία δουλεύω. Το παλιό ξύλο κρύβει από μόνο του έναν ολόκληρο κόσμο και, παρά τις δυσκολίες του, σε αποζημιώνει. Λίγο να το προετοιμάσεις, να το τρίψεις, να το περάσεις ένα κεράκι και ζωντάνεψε. Υποδέχεται πολύ καλά το αυγό, δίνει εξαιρετική λάμψη στο χρυσό, χαρίζει βάθος στο έργο. Όλα αυτά τα χαρίσματα συντελούν ώστε, ναι, το έργο αποκτά δίκαια μια σπάνια μοναδικότητα».

Ποια είναι η σχέση σας με τους βυζαντινούς ναούς που αποτελούν πηγή έμπνευσης για τα έργα σας;
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Μάνη· έναν τόπο με έντονο μεταφυσικό χαρακτήρα, φορτωμένο με θρύλους, μοιρολόγια, δοξασίες, ιστορίες με φουσάτα. Έναν τόπο που, ακόμα και σήμερα που η παγκοσμιοποίηση είναι εμφανής σε όλα τα επίπεδα, αυτός διατηρεί στο ακέραιο όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του: πάνω από εκατό χαρακτηρισμένοι παραδοσιακοί οικισμοί, πύργοι, κάστρα, εξαίσιες ξερολιθιές, η πετραία γη, η ανταριασμένη θάλασσα. Αυτά είναι η Μάνη. Και μέσα σε όλα αυτά, πραγματικά μαργαριτάρια, στέκουν περίλαμπροι οι βυζαντινοί ναοί και δοξάζουν το ανθρώπινο μέτρο, την ταπεινοσύνη, το μεγαλείο που παράγεται μέσα από την πίστη. Υπήρξα τυχερός που μεγάλωσα σε μια οικογένεια που αγαπούσε τον πολιτισμό της Μάνης. Έτσι, τους επισκεπτόμουν από μικρός· και η ομορφιά και το μεγαλείο τους χαράχτηκαν βαθιά στη συνείδησή μου».

Πότε ήρθατε σε επαφή με τη βυζαντινή γραφή και πώς αποφασίσατε να την εντάξετε στα έργα σας;
«Γύρω στο 2000, παρακολούθησα στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) το τριετές σεμινάριο Ελληνικής Παλαιογραφίας με δάσκαλο τον Αγαμέμνωνα Τσελίκα. Εκεί, μάθαμε να διαβάζουμε βυζαντινά χειρόγραφα γραμμένα με τη “μικρογράμματο επισεσυρμένη”, όπως ονομάστηκε η γραφή των βυζαντινών χρόνων. Αυτό στάθηκε η αφορμή να πάρει η δουλειά μου, το καλλιτεχνικό μου έργο, έναν συγκεκριμένο δρόμο. Η πρώτη προσπάθεια ήταν να αποδοθούν με τη γραφή αυτή μια σειρά μανιάτικα μοιρολόγια, τα οποία αποτέλεσαν και την πρώτη μου έκθεση, τον Αύγουστο του 2011, στην Αρεόπολη της Μάνης. Αργότερα, ακολούθησαν ποιήματα· Σολωμός, Σεφέρης, Γκάτσος, Βρεττάκος, Ρίτσος, Ελύτης κ.ά. Όσο τα έργα προχωρούν, τόσο η γραφή παύει να είναι κυρίαρχη σε αυτά. Λίγοι στίχοι, κάποιες σκόρπιες φράσεις αρκούν, ώστε να αποδώσω την ατμόσφαιρα που επιθυμώ».

Ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι η σχέση της ζωγραφικής με την ποίηση; Και γιατί επιλέξατε να εντάξετε στην έκθεση τα δύο συγκεκριμένα έργα, με στίχους του Γκάτσου και του Λευκάδιου Χερν;
«Η ποίηση – ζωγραφική γραμμένη μέσα από τις λέξεις ή η ζωγραφική – ποίηση αποδιδόμενη μέσα από το χρώμα, φαίνεται να διατηρούν μια αιώνια και αδιαίρετη σχέση. Για εμένα, που από ενωρίς στη δουλειά μου προσπάθησα να αποδώσω το χρώμα των λέξεων, το χρώμα του λόγου, έντεχνου είτε λαϊκού, με τα παραδοσιακά μέσα της ζωγραφικής, στάθηκε μονόδρομος η ενασχόλησή μου με τους ποιητές.
Ο Γκάτσος, ο οποίος έτρεφε απεριόριστη αγάπη και βαθύ σεβασμό για το μανιάτικο μοιρολόι θεωρούσε, όπως μας πληροφορεί ο “Ίκαρος”, τον “Μανιάτικο Εσπερινό” ως ένα από τα σημαντικότερα ποιήματά του -τον οποίο δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, διότι τον πρόλαβε ο θάνατος. Στα άπαντά του, ευτυχώς, υπάρχει ένα μικρό απόσπασμα από το υπέροχο αυτό ποίημα.
Ο Λευκάδιος Χερν, τον οποίο γνώρισα μέσα από ένα μικρό βιβλιαράκι, “Αλλόκοτες Ιαπωνικές Ιστορίες” ήταν για μένα μια αποκάλυψη. Γείτονας από την πλευρά της μητέρας του, Κυθήριος -Τσιριγώτης όπως τους λέμε στη Μάνη, γεννήθηκε στη Λευκάδα και μεγάλωσε στην Ιρλανδία. Άνθρωπος με βαθιά μόρφωση, πολυτάλαντος και ευαίσθητος· έζησε μια αξιοζήλευτη ζωή. Πολίτης του κόσμου, αφού γύρισε την Ευρώπη και την Αμερική, βρήκε την ιδιαίτερη πατρίδα του στην Ιαπωνία, και έγινε ο εθνικός της ποιητής. Είναι αυτός ο ίδιος που μετέδωσε την ιαπωνική παράδοση, κουλτούρα, και πολιτισμό στη Δύση. Στο ποίημά του “Είμαι εγώ ένας;” δείχνει να έχει πλήρη επίγνωση της διάνοιάς του, να γνωρίζει επακριβώς το βάθος και την αξία της σκέψης του και αυτό δείχνει το αληθινό του μέγεθος. Επέλεξα αυτά τα δύο ποιήματα γιατί αφενός αγαπώ τον Γκάτσο και τον Χερν, και αφετέρου θεωρώ ότι έχουν κοινές καταβολές».

Ζείτε και εργάζεστε στον Κότρωνα της Μάνης. Αυτό πώς επηρεάζει τη δουλειά σας;
«Η απόφασή μου να ζήσω μετά τη συνταξιοδότησή μου στον Κότρωνα, φαίνεται ότι ενυπήρχε μέσα μου από πάντα. Έτσι μετέφερα το εργαστήριό μου στη σοφίτα του πυργόσπιτου. Νέο εργασιακό περιβάλλον, νέο φως, νέα ερεθίσματα, νέα όλα. Χρειάστηκε χρόνος να προσαρμοστώ, αλλά άξιζε τον κόπο, γιατί χωρίς την έμπνευση που παίρνω ζώντας σε αυτό το περιβάλλον, σήμερα δεν θα υπήρχε “Κήπος Περίκλειστος”».
Πώς μπορεί ένα έργο να έχει επιρροές από το παρελθόν και να παραμένει σύγχρονο και επίκαιρο;
«Το εικαστικό έργο, θεωρώ ότι είναι καλό να πατά γερά πάνω στην παράδοση. Να συναντά το παρόν στο παρελθόν. Θέλω να πω, πως ενώ είναι καλό να ενυπάρχει αναφορά στην παράδοση, το ίδιο πρέπει να είναι σύγχρονο· να δηλώνει καθαρά “γεννήθηκα σήμερα”. Αυτή είναι η δική μου προσπάθεια».

Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τη ζωγραφική;
«Δεν μπορώ να πω ότι από μικρός ήμουν με το μολύβι στο χέρι· όμως, κάποια πράγματα με τραβούσαν. Να πελεκίσω μια πέτρα, να φτιάξω χειροτεχνίες· θυμάμαι το μάθημα στο σχολείο με ενδιαφέρον, ο νους μου όλο εκεί γύριζε. Αργότερα, προσπαθούσα με λάδια να ζωγραφίσω τοπία. Παρακολούθησα τη Σχολή Καλλών Τεχνών Τήνου, με δάσκαλο τον γλύπτη Γιάννη Μανιατάκο. Παρ’ ότι ήταν γλύπτης, ζωγράφιζε πολύ καλά και διαχειριζόταν εξαίσια το χρώμα και αυτό μας το δίδαξε. Μετά τη Σχολή, σκεπτόμουν να γίνω ζωγράφος υπαίθρου· μου άρεσε».
Ποια στοιχεία κατά τη γνώμη σας δίνουν υψηλή καλλιτεχνική και αισθητική αξία σε ένα έργο και το κάνουν διαχρονικό;
«Ο εικαστικός καλλιτέχνης είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος εργάζεται κατά μόνας, κλεισμένος μέσα στο μικροκλίμα του εργαστηρίου του. Όσο περισσότερο βυθίζεται μέσα σε αυτό, τόσο περισσότερα στοιχεία του εαυτού του βάζει μέσα στο δημιούργημά του. Όταν ένα έργο “εμπεριέχει” τον δημιουργό του, τότε είναι αληθινό. Αυτή η αλήθεια είναι που δίνει αισθητική αξία, νόημα, στο δημιούργημα και, εν τέλει, το κάνει διαχρονικό».

Τα έργα σας έχουν μια πολύ ιδιαίτερη εικαστική ταυτότητα. Ποια στοιχεία συνιστούν τη μοναδικότητα τους;
«Το καλλιτεχνικό μου έργο έχει ως αφετηρία την “μικρογράμματο επισεσυρμένη” και εξελίχθηκε γύρω από αυτήν. Μπορεί τα έργα της σειράς “Κήπος Περίκλειστος” να έχουν πιο ζωγραφικό χαρακτήρα, όμως και αυτά ακολουθούν τον ίδιο δρόμο. Η εμμονή, η πίστη, η συνεχής ενασχόλησή μου με όλο αυτό, ίσως, δημιουργεί μέσα στην πορεία του χρόνου μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Εδώ, να σημειώσω πως η δουλειά μου προέκυψε αρκετά μετά τα μαθήματα της παλαιογραφίας. Θυμάμαι πώς όταν αποφάσισα να καταπιαστώ με όλο αυτό, δεν ήξερα τίποτε άλλο παρά μόνον αυτό που ήθελα να κάνω· αυτό, με το οποίο ως βαθύτερη καλλιτεχνική ανάγκη ήθελα να καταπιαστώ. Δεν γνώριζα ούτε αν υπάρχουν, ούτε που θα βρω τα κατάλληλα μέσα ώστε, τουλάχιστον, να ξεκινήσω. Όλα έγιναν σιγά-σιγά, σαν ένας δρόμος που ανοίχτηκε από την αρχή. Το μόνο που μπορώ να πω για όλη αυτή την πορεία, είναι ότι μου ανήκει η πατρότητα της σκέψης».
Μιλήστε μας για τα γλυπτά σας. Ποια είναι η πρώτη ύλη; Και πώς μεταμορφώνεται η πρώτη ύλη σε «εικόνα»; Σε ποιες εικόνες θέλετε να δώσετε μορφή;
«Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Μάνης είναι και η τεράστια ποικιλία της σε έγχρωμα πετρώματα. Κόκκινα -Rosso Antico, μαύρα -Nero Antico, ταινάριος λίθος -φαιοκάστανο, πράσινα, εξαιρετικά λευκά που προσομοιάζουν στο ναξιακό και πολλά άλλα. Πάνω σε αυτά, αγαπώ να εργάζομαι. Τυχαίνει, καμιά φορά, στη βόλτα μου σε μια παραλία, σε μια εξοχή, σε ένα ρέμα, να βρω μια πέτρα που το σχήμα της, η γεωμετρία της, μου δίνει ένα σήμα. Τη μαζεύω και πάνω της περνώ μερικές ευτυχισμένες ώρες. Συνήθως, θα σκαλίσω μια μορφή, ένα κεφάλι, αντρικό είτε γυναικείο. Δεν είναι η κύρια απασχόλησή μου, όμως, κάθε φορά που θα μου συμβεί, το απολαμβάνω».

Εργαστήκατε πολλά χρόνια στη συντήρηση των μαρμάρων της Ακρόπολης. Πόσο βοήθησε αυτό τη δουλειά σας ως γλύπτης και ως ζωγράφος;
«Θεωρώ τύχη ότι εργάστηκα στη Συντήρηση των Μνημείων της Ακρόπολης. Δεν μπορώ να φανταστώ, καλύτερο εργασιακό χώρο. Κάθε μέρα σε άμεση επαφή με την αρχαία Τέχνη. Το περιβάλλον, η ενέργειά του, όλα ήταν εξαιρετικά· και, κυρίως, το πιο θαυμαστό, μου άφηνε άπλετο χώρο το υπόλοιπο μισό της μέρας να καταπιαστώ με το προσωπικό μου εργαστήριο».
Ποιες μνήμες σας, αποτυπώνονται στα έργα σας;
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Κότρωνα της Μάνης. Σε ένα όμορφο περιβάλλον κοντά στη θάλασσα, μέσα στις ελιές, τις λυγαριές, τις χαρουπιές, τα κυπαρίσσια. Μπορεί η περιοχή να χαρακτηρίζεται ως ξερή και άγονη, όμως την Άνοιξη η βλάστηση είναι οργιαστική, πλημμυρισμένη από όλων των ειδών τα αγριολούλουδα, τους θάμνους και τα βότανα κι όλα αυτά μέσα στις ξερολιθιές, τους πύργους, τα πυργόσπιτα. Καταλαβαίνετε πως οι εικόνες εντυπώνονται, μένουν χαραγμένες στη μνήμη μέχρι να έρθει η ώρα -αν έρθει- να αποτυπωθούν στο χαρτί, τον καμβά, το ξύλο, την πέτρα».

«Νηστεύει η ψυχή μου από πάθη και το σώμα μου ολόκληρο την ακολουθεί»· στίχοι του Νίκου Καρούζου. Πιστεύετε ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να «νηστεύει» από πάθη για να μπορέσει να δημιουργήσει ή το πάθος γίνεται «φαρέτρα» στην οποία βρίσκει τα όπλα για τη δημιουργία;
«Είτε νηστεύει η ψυχή του δημιουργού από τα πάθη και κάνει μέγα πάθος του την δημιουργία, είτε, έρμαιο των παθών του, βρίσκει σωτηρία και καταφυγή μέσα της. Είναι, πιστεύω, οι διαφορετικές όψεις του ιδίου νομίσματος. Πάντως, χωρίς πάθος δημιουργία δεν υπάρχει».
Τι σημαίνει για εσάς η λέξη ταλέντο;
«Πέρα από τις σπάνιες περιπτώσεις που το ταλέντο, δώρο Θεού, ξεχειλίζει και σε συνεπαίρνει ίδιος καταρράκτης, όλα τα υπόλοιπα είναι θέμα πίστης, δουλειάς, αφοσίωσης».

Info
Κήπος Περίκλειστος – Ατομική έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής του Λεωνίδα Μιχαλάκου
Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού
Αμαλίας 4, 105 57, Αθήνα (5ος όροφος)
Διάρκεια έκθεσης: Έως 27 Φεβρουαρίου
Μέρες & ώρες λειτουργίας: Τετάρτες 4, 11, 18 και 25 Φεβρουαρίου και Παρασκευές 6, 13, 20 και 27 Φεβρουαρίου 17.30 -19.30


