Όταν η ενημέρωση μετατρέπεται σε κατανάλωση τραγωδίας
Πώς η δημοσιογραφική αφήγηση μπορεί να επηρεάσει την κοινωνική αντίληψη της αυτοχειρίας.
Η είδηση της διπλής αυτοκτονίας δύο 17χρονων δεν είναι απλώς ακόμη μία τραγική καταγραφή στην επικαιρότητα. Είναι ένα γεγονός που απαιτεί δημόσια περίσκεψη και ιδιαίτερη δημοσιογραφική αυτοσυγκράτηση.
Κι όμως, πολύ συχνά τέτοια γεγονότα μετατρέπονται σε υλικό έντονης αφηγηματικής επεξεργασίας: δραματικοί τίτλοι, υπερπροβολή προσωπικών στοιχείων, υπονοήσεις «μοιραίου έρωτα», και λεπτομέρειες που υπερβαίνουν το όριο της απλής ενημέρωσης.
Σε αυτό το σημείο τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Πώς πρέπει να μιλά η δημοσιογραφία για την αυτοκτονία χωρίς να συμβάλλει άθελά της σε φαινόμενα μίμησης;
Η επιστημονική απάντηση είναι πλέον σαφώς διατυπωμένη στη διεθνή βιβλιογραφία δημόσιας υγείας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει εκδώσει κατευθυντήριες οδηγίες προς τα μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με τις οποίες η λεπτομερής περιγραφή μεθόδων, η δραματοποίηση, η ρομαντικοποίηση και η εξιδανίκευση της αυτοκτονίας πρέπει να αποφεύγονται, καθώς μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο μιμητικών φαινομένων σε ευάλωτους πληθυσμούς.
Στη διεθνή επιστημονική ορολογία, αυτό περιγράφεται ως suicide contagion — ένα τεκμηριωμένο φαινόμενο κατά το οποίο συγκεκριμένοι τύποι δημοσιογραφικής ή δημόσιας προβολής σχετίζονται με αύξηση αυτοκτονικών συμπεριφορών σε πληθυσμιακό επίπεδο. Παράλληλα, χρησιμοποιείται και ο όρος copycat suicide, για να περιγράψει μιμητικές αυτοκτονικές πράξεις που επηρεάζονται από την έκθεση σε συγκεκριμένες αφηγήσεις ή αναπαραστάσεις.
Η ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας (BMJ και άλλες μετα-αναλύσεις) καταγράφει ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ του τρόπου δημοσιογραφικής κάλυψης και της μεταβολής των αυτοκτονικών δεικτών, ιδιαίτερα όταν η κάλυψη είναι έντονα προσωποκεντρική, περιγράφεται η μέθοδος, υπάρχει δραματοποίηση ή ρομαντικοποίηση και το κοινό μπορεί να ταυτιστεί με το πρόσωπο.
Η επιστημονική προσέγγιση δεν μιλά για μηχανιστική αιτιότητα σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, αλλά για αυξημένο πληθυσμιακό κίνδυνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες έκθεσης. Με άλλα λόγια: Ο τρόπος παρουσίασης δεν δημιουργεί το γεγονός, αλλά μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορική του απήχηση.
Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο έχει περιγραφεί και το αντίστροφο: το Papageno effect, όταν η δημοσιογραφική έμφαση σε ιστορίες αντιμετώπισης κρίσεων και αναζήτησης βοήθειας σχετίζεται με προστατευτική επίδραση.
Η διαφορά ανάμεσα στην ενημέρωση και στην κατανάλωση τραγωδίας είναι λεπτή αλλά καθοριστική. Όταν η δημοσιογραφία μετατρέπει μια βαθιά ανθρώπινη τραγωδία σε δραματική «ιστορία» με συγκινησιακή φόρτιση, σε διαρκές υλικό για clicks και τηλεθέαση ή σε αφηγηματικό προϊόν που προκαλεί ταύτιση και συναισθηματική κατανάλωση, τότε περνάμε από το δημόσιο συμφέρον στην ικανοποίηση περιέργειας. Η τραγωδία παύει να είναι αντικείμενο προβληματισμού και γίνεται θέαμα.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, η δημοσιογραφική πρακτική έχει κινηθεί προς πιο αυστηρή αυτορρύθμιση. Δεν πρόκειται για απόκρυψη γεγονότων, αλλά για αποφυγή στοιχείων που μπορούν να συμβάλουν σε suicide contagion ή copycat suicide φαινόμενα.
Η ουσία δεν είναι η σιωπή. Η ουσία είναι η ευθύνη. Το επιχείρημα ότι «ο κόσμος πρέπει να ξέρει τα πάντα» παραβλέπει ότι η δημοσιογραφία δεν είναι απλή καταγραφή περιέργειας, αλλά πράξη δημόσιου συμφέροντος.
Στην περίπτωση της αυτοκτονίας, αυτό σημαίνει ότι η ενημέρωση οφείλει να αποφεύγει την αισθητικοποίηση, την υπερβολική λεπτομέρεια και τη δραματική εξιδανίκευση, και να συνοδεύεται από πληροφορίες υποστήριξης και πρόληψης.
Η διπλή αυτοκτονία των δύο 17χρονων δεν χρειάζεται λογοτεχνική εξύψωση ούτε αφηγηματική εξιδανίκευση. Χρειάζεται έναν δημόσιο λόγο που να αντέχει την πραγματικότητα χωρίς να τη μετατρέπει σε αφήγημα προς κατανάλωση.
Γιατί μερικές φορές, η διαφορά ανάμεσα στην ενημέρωση και στην ακούσια υπόδειξη δεν βρίσκεται στο γεγονός. Βρίσκεται στον τρόπο που το αφηγείσαι.


