Όταν μία ομιλία πυροδοτεί εξέγερση στις αγορές – Τι δείχνει η ιστορία για τη σημερινή δοκιμασία του Γουόρς
Το Τζάκσον Χολ έχει τη δική του ιστορία στις αγορές. Άλλοτε λειτούργησε ως βαλβίδα εκτόνωσης, άλλοτε άνοιξε τον δρόμο για μεγάλες αλλαγές στη νομισματική πολιτική και κάποιες φορές χρειάστηκαν μόλις λίγα λεπτά ομιλίας ενός προέδρου της Fed για να χαθούν δισεκατομμύρια δολάρια από τη Wall Street.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήρθε τον Αύγουστο του 2022. Ο Τζερόμ Πάουελ ανέβηκε στο βήμα, προειδοποίησε ότι η μάχη κατά του πληθωρισμού θα προκαλούσε «πόνο» σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και ο S&P 500 βυθίστηκε 3,4% μέσα σε μία συνεδρίαση. Έναν μήνα αργότερα είχε χάσει σχεδόν 10%.
Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, στο ίδιο βήμα ανεβαίνει για πρώτη φορά ως επικεφαλής της Fed ο Κέβιν Γουόρς.
Και μπορεί το 2026 να μην είναι 2022, όμως το μήνυμα της ιστορίας είναι δύσκολο να αγνοηθεί: όταν οι αγορές φτάνουν στο Τζάκσον Χολ φορτωμένες με προσδοκίες, υψηλές αποτιμήσεις και αβεβαιότητα για τα επιτόκια, μία φράση μπορεί να αρκεί για να αλλάξει το παιχνίδι.
Τι έκανε η Wall Street όταν μιλούσε ο Πάουελ
Τα στοιχεία των τελευταίων οκτώ ετών είναι αποκαλυπτικά. Από το 2018, όταν ο Πάουελ έκανε την πρώτη του ομιλία στο Τζάκσον Χολ ως πρόεδρος της Fed, ο S&P 500 έκλεισε υψηλότερα την ημέρα της ομιλίας του στις έξι από τις οκτώ περιπτώσεις.
Το 2018 ενισχύθηκε κατά 0,62%, το 2020 κατά 0,17% και το 2021 κατά 0,88%. Μετά το σοκ του 2022 ακολούθησαν τρία συνεχόμενα θετικά Τζάκσον Χολ: +0,67% το 2023, +1,15% το 2024 και +1,52% το 2025.
Οι δύο εξαιρέσεις, όμως, είναι εκείνες που έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον σήμερα.
Το 2019 ο S&P 500 έχασε 2,59%, αν και η πτώση συνέπεσε με νέα κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας.
Και το 2022 ήρθε το πραγματικό σοκ. Ο Πάουελ εγκατέλειψε τις καθησυχαστικές διατυπώσεις και ξεκαθάρισε ότι η Fed ήταν διατεθειμένη να δεχθεί το οικονομικό κόστος που απαιτούσε η επιστροφή του πληθωρισμού υπό έλεγχο. Ο S&P 500 υποχώρησε 3,37% εκείνη την ημέρα και σχεδόν 10% μέσα στον επόμενο μήνα.
Ήταν η χειρότερη χρηματιστηριακή επίδοση που ακολούθησε ομιλία προέδρου της Fed στο Τζάκσον Χολ εδώ και μία δεκαετία.
Η ελίτ της κεντρικής τραπεζικής στο Jackson Hole το 2022/ REUTERS/Jim UrquhartΓιατί το 2022 έχει σημασία σήμερα
Η μεγάλη διαφορά είναι ότι τότε η κατεύθυνση της Fed ήταν ξεκάθαρη. Τα επιτόκια έπρεπε να ανέβουν και η κεντρική τράπεζα ήθελε να πείσει τις αγορές ότι δεν επρόκειτο να υποχωρήσει μέχρι να νικήσει τον πληθωρισμό.
Σήμερα η αβεβαιότητα είναι διαφορετική – και ίσως μεγαλύτερη. Ο βασικός δείκτης πληθωρισμού που παρακολουθεί η Fed βρίσκεται στο 3,7%, σχεδόν διπλάσια από τον στόχο του 2%. Η Fed διατήρησε τον Ιούλιο το βασικό επιτόκιό της στο 3,50%-3,75%, αλλά στις αγορές έχει επιστρέψει η συζήτηση όχι για μειώσεις, αλλά για το εάν θα απαιτηθεί νέα αύξηση επιτοκίων έως το τέλος του έτους.
Ταυτόχρονα, ο Γουόρς έχει επιλέξει από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Μάιο μια πολύ διαφορετική επικοινωνιακή στρατηγική από εκείνη του Πάουελ: λιγότερη καθοδήγηση για το μέλλον, λιγότερες δεσμεύσεις και περισσότερη έμφαση στο ότι η Fed πρέπει να ακούει τις αγορές αντί να επιχειρεί συνεχώς να τις κατευθύνει.
Μόνο που τώρα οι αγορές ζητούν ακριβώς το αντίθετο: να τους πει πού πηγαίνει η Fed.
Η εξέγερση των ομολόγων
Ο λόγος βρίσκεται κυρίως στην αγορά ομολόγων. Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου ξεπέρασε μέσα στον Αύγουστο το 5,2%, φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, ενώ η απόδοση του 10ετούς κινείται κοντά στο 4,7%, πολύ πάνω από το περίπου 4% όπου βρισκόταν τον Μάρτιο.
Οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη απόδοση για να δανείσουν μακροπρόθεσμα την αμερικανική κυβέρνηση και πίσω από αυτή την απαίτηση κρύβονται πολλά περισσότερα από τη Fed.
Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει φτάσει τα 40 τρισ. δολάρια, οι ανάγκες χρηματοδότησης της Ουάσιγκτον παραμένουν τεράστιες και, την ίδια στιγμή, οι τεχνολογικοί κολοσσοί δανείζονται μαζικά για να χρηματοδοτήσουν την κούρσα επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Περισσότερο κρατικό χρέος, περισσότερες εταιρικές εκδόσεις, μεγαλύτερη ζήτηση για κεφάλαια.
Και όλα αυτά πιέζουν προς τα πάνω το κόστος του χρήματος.
Γι’ αυτό και η αγορά ομολόγων έχει γίνει τους τελευταίους μήνες ίσως σημαντικότερη για τη Wall Street ακόμη και από την ίδια τη Fed.
Η σχέση με τις μετοχές
Η σχέση είναι κρίσιμη. Όσο ανεβαίνουν οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις, τόσο αυξάνεται το επιτόκιο με το οποίο οι επενδυτές προεξοφλούν τα μελλοντικά κέρδη των επιχειρήσεων. Και όσο υψηλότερο είναι αυτό το επιτόκιο, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δικαιολογηθούν πολύ υψηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις.
Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο για τις μετοχές τεχνολογίας και την AI, όπου μεγάλο μέρος της σημερινής αξίας στηρίζεται σε προσδοκίες για τεράστια κέρδη τα επόμενα χρόνια.
Η Nvidia μπορεί να έδωσε νέα ώθηση στην αισιοδοξία με τις εξαιρετικά ισχυρές προβλέψεις της, όμως το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει: πόσο αξίζουν τα μελλοντικά κέρδη της AI όταν το μακροπρόθεσμο κόστος του χρήματος κινείται κοντά σε υψηλά δύο δεκαετιών;
Τον Αύγουστο η απάντηση ήρθε πολλές φορές από τα ομόλογα. Όταν οι αποδόσεις ανέβαιναν, οι μετοχές ακολουθούσαν προς τα κάτω.

O Κέβιν Γουόρς στο Τζάκσον Χολ /REUTERS/Ann SaphirFed και Μπέσεντ τραβούν προς αντίθετες κατευθύνσεις;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της φετινής συγκυρίας.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, υπό τον Σκοτ Μπέσεντ, έχει ήδη παρέμβει επιχειρώντας να περιορίσει την πίεση στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις. Από τον Σεπτέμβριο σχεδιάζει να αυξήσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων, επιδιώκοντας να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς και να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού.
Και κάπου εδώ δημιουργείται ένα παράδοξο. Η Fed προσπαθεί να διατηρήσει αρκετά περιοριστικές χρηματοπιστωτικές συνθήκες ώστε να οδηγήσει τον πληθωρισμό από το 3,7% πίσω στο 2%.
Το υπουργείο Οικονομικών προσπαθεί ταυτόχρονα να συγκρατήσει τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
Εάν οι παρεμβάσεις του Μπέσεντ μειώνουν ουσιαστικά το κόστος χρήματος, τότε δημιουργείται το ερώτημα εάν η δημοσιονομική και η νομισματική πλευρά της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Και αυτό είναι ένα από τα δύσκολα ερωτήματα που περιμένουν τον Γουόρς στο Τζάκσον Χολ.
Από τον Μπερνάνκι στον Πάουελ: Το βήμα που στέλνει σήματα
Το Τζάκσον Χολ απέκτησε τη δύναμή του ακριβώς επειδή πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε όχι απλώς για ακαδημαϊκές συζητήσεις, αλλά για να προετοιμαστούν οι αγορές για μεγάλες αλλαγές πολιτικής.
Ο Μπεν Μπερνάνκι χρησιμοποίησε το συνέδριο το 2010 για να προετοιμάσει το έδαφος για έναν δεύτερο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης, σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική οικονομία προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Πάουελ έκανε σχεδόν το αντίθετο: χρησιμοποίησε το ίδιο βήμα για να αφαιρέσει από τις αγορές την ελπίδα ότι η Fed θα εγκατέλειπε γρήγορα τη μάχη κατά του πληθωρισμού.
Η ιστορία του συνεδρίου είναι επομένως γεμάτη από στιγμές στις οποίες το σημαντικότερο δεν ήταν μια απόφαση για τα επιτόκια, αλλά η αλλαγή της αφήγησης γύρω από αυτά.
Και αυτό ακριβώς αναζητεί σήμερα η αγορά από τον Γουόρς.
3 μηνύματα, 3 διαφορετικές αγορές
Η πρώτη μεγάλη ομιλία του νέου προέδρου της Fed μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικές αναγνώσεις.
Ένα σαφώς σκληρό μήνυμα για τον πληθωρισμό και την ανάγκη διατήρησης περιοριστικής πολιτικής θα μπορούσε να στείλει ακόμη υψηλότερα τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων, να ενισχύσει το δολάριο και να πιέσει τις ακριβότερες μετοχές ανάπτυξης.
Ένα πιο ήπιο μήνυμα θα πρόσφερε ανακούφιση σε ομόλογα και Wall Street, αλλά θα δημιουργούσε ένα άλλο ερώτημα: κατά πόσο η Fed είναι πράγματι αποφασισμένη να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο 2%.
Υπάρχει και τρίτη εκδοχή. Ο Γουόρς να παραμείνει πιστός στη μέχρι τώρα τακτική του και να πει ελάχιστα.
Ακόμη και αυτό, όμως, μπορεί να αποδειχθεί μήνυμα από μόνο του. Σε μια αγορά που διψά για καθοδήγηση, η σιωπή έχει επίσης τιμή.
Τι μας λέει τελικά η ιστορία
Το παρελθόν δεν λέει ότι κάθε ομιλία στο Τζάκσον Χολ προκαλεί sell-off. Μάλλον το αντίθετο: στις έξι από τις οκτώ ομιλίες του Πάουελ από το 2018 έως το 2025, ο S&P 500 έκλεισε με κέρδη.
Η ιστορία δείχνει όμως κάτι σημαντικό. Όταν υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε αυτό που θέλει να ακούσει η αγορά και σε αυτό που είναι αποφασισμένη να πει η Fed, οι κινήσεις μπορεί να γίνουν βίαιες.
Το 2022 αυτή η απόσταση κόστισε στον S&P 500 3,4% μέσα σε λίγες ώρες και σχεδόν 10% σε έναν μήνα.
Το 2026 η σύγκρουση είναι διαφορετική. Η Wall Street βρίσκεται κοντά σε ιστορικά υψηλά, η AI εξακολουθεί να στηρίζει τις προσδοκίες για τα εταιρικά κέρδη, αλλά ο πληθωρισμός αρνείται να επιστρέψει στον στόχο. Ταυτόχρονα, οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν ανέβει σε επίπεδα που αρχίζουν να αμφισβητούν τις αποτιμήσεις των μετοχών και το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη αναγκαστεί να παρέμβει.
Γι’ αυτό το φετινό Τζάκσον Χολ δεν είναι απλώς η πρώτη μεγάλη εμφάνιση του Κέβιν Γουόρς.
Είναι η στιγμή που οι αγορές θα επιχειρήσουν να ανακαλύψουν ποια Fed έχουν απέναντί τους. Και, όπως έχει δείξει το ίδιο βήμα στο παρελθόν, μερικές φορές χρειάζονται μόνο λίγες λέξεις για να αλλάξει ολόκληρη η επενδυτική αφήγηση.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


