Πληθωρισμός: Εφιάλτης χωρίς τέλος

Ημερομηνία: 04-08-2026



Ο ελληνικός λαός παρακολουθεί με μεγάλη ανησυχία ένα ανεπιθύμητο οικονομικό φαινόμενο να εκτυλίσσεται, το οποίο κατατρώγει το εισόδημά του και τον καθιστά από χρόνο σε χρόνο φτωχότερο εδώ και πέντε ολόκληρα χρόνια.

Ο πληθωρισμός, δικαίως καταγράφεται ως το κυρίαρχο πρόβλημα που απασχολεί τα νοικοκυριά, αφού αποτελεί μια μόνιμη απειλή αποκλεισμού για ένα διαρκώς διευρυνόμενο τμήμα του λαού μας. Επιπλέον, δεν επιβαρύνει μόνο τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών με έναν οιονεί νέο φόρο, αλλά μειώνει και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, κάτι που δυσχεραίνει την όποια προσπάθεια γίνεται για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Στο βαθμό δε που το ενεργειακό κόστος αποτελεί την πρώτη ύλη ανάφλεξης του πληθωρισμού, συντηρείται η αβεβαιότητα,με αποτέλεσμα νοικοκυριά, επιχειρήσεις αλλά και τράπεζες να υιοθετούν συντηρητικές πολιτικές, αναβάλλοντας σχέδια για επενδύσεις με κόστος τη συρρίκνωση της όποιας αναπτυξιακής δυναμικής διαθέτει η οικονομία.

Τα αίτια

Σε ό,τι αφορά τώρα στις αιτίες που γεννούν τον τρέχοντα πληθωρισμό, είναι σαφές, ότιδεν μπορούν να αποδοθούν σε φαινόμενα υπερθέρμανσης της ζήτησης στο πλαίσιο του συγκυριακού κύκλου της οικονομίας. Οφείλονται κυρίως στις νέες προκλήσεις οι οποίες σχετίζονται με τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, τις διαταραχές των εφοδιαστικών αλυσίδων, το κόστος απεξάρτησης και μεταφοράς της παραγωγής σημαντικών αγαθών και τεχνολογικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά, τις ανατιμήσεις ενεργειακών προϊόντων και παραγώγων τους καθώς και στις δυνατότητες των μεγάλων επιχειρήσεων, όχι μόνο να μετακυλούν το αυξημένο κόστος στις τιμές και σε βάρος των καταναλωτών, αλλά να εκμεταλλεύονται  συχνά και τη δεσπόζουσα θέση τους επιβάλλοντας αδικαιολόγητα πολύ υψηλότερες τιμές, σε αγαθά πρώτης ανάγκης με μηδενική σχεδόν ελαστικότητα.

Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι ότι δεν πρόκειται για πληθωρισμό που έχει τις αιτίες του σε αυξημένη ζήτηση αλλά στα προβλήματα προσφοράς, κόστους παραγωγής  και στην εμφανιζόμενη σε τέτοιες συνθήκες απληστία κερδών.

Τα ληφθέντα μέτρα

Έτσι, είναι αυτονόητο, ότι και τα μέτραπου αναζητούνται για να αντιμετωπιστείτο φαινόμενο και να αμβλύνουν τις επιπτώσεις του, θα πρέπει να ανήκουν στην εργαλειοθήκη εκείνων που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των μεγεθών της προσφοράς και όχι της ζήτησης. Συνεπώς, συσταλτική νομισματική πολιτική σε συνδυασμό με αύξηση των επιτοκίων αναφοράς από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), δε συμβάλλει στην τιθάσευση του πληθωρισμού.

Αντίθετα μάλιστα ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, αφού με την αύξηση του κόστους του χρήματος μειώνει τις επενδύσεις και συνεπώς και την προσφορά αγαθών, σε μια στιγμή μάλιστα που οι ευρωπαϊκές οικονομίες είναι πολύ ευάλωτες. Έτσι, στην προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ένα ανεπιθύμητο φαινόμενο συμβάλλουμε στη μείωση του ΑΕΠ, η οποία στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μας οδηγήσει σε στασιμοπληθωρισμό. Αυτές οι σκέψεις μάλλον φαίνεται να προβληματίζουν και τη Διοίκηση της ΕΚΤ, η οποία δείχνει να είναι διστακτική στο να προχωρήσει σε περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων, παρότι στο πλαίσιο της βασικής της αποστολής και αρμοδιότητας βρίσκεται η καταπολέμηση του πληθωρισμού για την  προστασία της αξίας του νομίσματός μας.

Επειδή λοιπόν με την αύξηση των επιτοκίων δεν ανοίγουν τα στενά του Ορμούζ και δεν σταματούν οι πολεμικές επιχειρήσεις, ώστε να μειωθούν οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων, το βάρος της αντιμετώπισης του πληθωρισμού και των επιπτώσεών του μετατοπίζεται στην εξεύρεσή λύσεων μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής. Οι περισσότερες κυβερνήσεις αγνόησαν τις αιτίες και ασχολήθηκαν απλά με την ανεύρεση πρακτικών λύσεων άμβλυνσης των επιπτώσεων. Οι πολιτικές ελάφρυνσης των νοικοκυριών αλλά και των επιχειρήσεων που εφάρμοσαν, παρά τις συστάσεις της Κομισιόν, ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις. Στοχευμένες ενισχύσεις των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού από τη μια, μείωση των φόρων κατανάλωσης στα τρόφιμα και στα καύσιμα από την άλλη. Επιπρόσθετα πολλές χώρες προχώρησαν σε οικονομικέςενισχύσεις των  ενεργοβόρων επιχειρήσεων για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό, λόγω αύξησης του κόστους.

Σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις οι χώρες που ακολούθησαν επιδοματική πολιτική, υπό την προϋπόθεση, ότι μπορούσαν να στηριχθούν σε μια άψογη κρατική οργάνωση, είχαν κάποια αποτελέσματα ανακούφισης των νοικοκυριών. Εκείνες όμως που επέλεξαν την επιδοματική πολιτική με οιονεί οριζόντιο χαρακτήρα, όπως η Ελλάδα, διέθεσαν σημαντικά κονδύλια χωρίς δυστυχώς ικανοποιητικό αποτύπωμα. Όταν η χώρα δεν διαθέτει αξιόπιστα στοιχεία, πάνω στα οποία να στηρίζονται οι αποφάσεις για τη διανομή, όπως είναι οι φορολογικές δηλώσεις στη χώρα μας, τότε το μόνο που πετυχαίνεις είναι να μοιράσεις, υπερπλεονάσματα τα οποία κατά βάσιν προέρχονται και σήμερα από υπερφορολόγηση ( βλ. Eurobank: 7 ημέρες οικονομία 31/7/2016) άλλων ευπαθών ομάδων που είναι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Η πολιτική αυτή δεν υπακούει σε κάποια οικονομική στρατηγική με θεωρητική συνέπεια και αναμενόμενο αποτέλεσμα, αλλά εμφορείται απλά από μικροπολιτικούς υπολογισμούς.

Και ενώ ο πληθωρισμός συνεχίζει να κατατρώγει τα εισοδήματα ενός μεγάλου τμήματος του λαού μας, αφού οι τιμές για την ενέργεια, τη στέγαση, τα τρόφιμα, την υγεία, την παιδεία και γενικά στα είδη πρώτης ανάγκης για αξιοπρεπή διαβίωση, συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, το κράτος επιχαίρει για τα υπερέσοδα τα οποία προκύπτουν από  τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που εισπράττει σε κάθε αγορά νοικοκυριού ή επιχείρησης. Επειδή δε, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2026, τα εισοδήματα των νοικοκυριών δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες τους (δαπάνη), χρησιμοποίησαν 1,3 δις Ευρώ από τις αποταμιεύσεις. Ένα μέρος των υπερπλεονασμάτων (δημοσιονομικός χώρος) επιστρέφει βέβαια στους πολίτες, το οποίο εξαφανίζεται με τις πρώτες, επόμενες αγορές. Εδώ εξαντλείται και η κυβερνητική προσπάθεια, όχι περιορισμού της αύξησης των τιμών και τιθάσευσης του πληθωρισμού, αλλά μετριασμού των αρνητικών επιπτώσεων.

Τα ενδεδειγμένα μέτρα

Επειδή συνεπώς οι πληθωριστικές πιέσεις προέρχονται αφενός από την αύξηση του ενεργειακού κόστους, που είναι εισαγόμενες, και αφετέρου από την αδικαιολόγητη πρόσθετη επιβάρυνση σε μια σειρά από προϊόντα, όπου η εσωτερική αγορά λειτουργεί ατελώς, τα ενδεδειγμένα μέτρα θα πρέπει να αναζητηθούν σε δημοσιονομικές καθώς και ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Τα σημαντικότερα, τα οποία σημειωτέον μειώνουν τον πληθωρισμό και ταυτόχρονα ανακουφίζουν τα νοικοκυριά, είναι: οι έλεγχοι τιμών, η φορολόγηση των υπερκερδών, όπου διαπιστώνεται κυρίως μετά από ελέγχους της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ως αρμόδιας Ανεξάρτητης Αρχής, και τέλος η μείωση προσωρινά ή και μόνιμα του ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα, όπως και του ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων. Πάντα βέβαια στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων που παρέχει ένας συνετός κρατικός προϋπολογισμός, χωρίς «πολιτικά» υπερπλεονάσματα και μικροεπιδοματικές ακροβασίες. Οι αιτιάσεις, ότι οι όποιες μειώσεις φόρων δεν θα φτάσουν στον καταναλωτή, είναι τουλάχιστο υπερβολικές, αφού η κυβέρνηση διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου, όπως για παράδειγμα την πλατφόρμα “PosoKanei”, αλλά και τις συμφωνίες κυρίων με τους επιχειρηματίες, κάτι που ήδη εφαρμόζει με άλλη στόχευση. Δυστυχώς όμως διαπιστώνεται μια θρησκευτική εμμονή στις αποτυχημένες επιδοματικές πολιτικές, τις οποίες για δικούς της λόγους δεν προτίθεται να αλλάξει, παρότι, όπως μας διδάσκει ο μεγάλος John Maynard Keynesσε απάντηση σχετικής ερώτησης πριν από έναν αιώνα: «Όταν αλλάζουν τα γεγονότα, αλλάζω γνώμη. Εσείς τι κάνετε, κύριε» Πρωθυπουργέ;

*Ο Χαράλαμπος Γκότσης  είναι Καθηγητής Οικονομικών, τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος