Πόλεμος και ειρήνη στις τιμές ενέργειας
Τoυ Βασίλη Κορκίδη, πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς
ΟΙ ΤΙΜΕΣ της ενέργειας αποτελούν έναν από τους βασικότερους δείκτες σταθερότητας της παγκόσμιας οικονομίας.
Στην Ευρώπη, όπου η ενεργειακή εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα παραμένει υψηλή, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επηρεάζονται άμεσα από γεωπολιτικές εξελίξεις,
συγκρούσεις και πολεμικές κρίσεις.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι σε περιόδους ειρήνης οι αγορές ενέργειας τείνουν να
σταθεροποιούνται, ενώ σε περιόδους πολέμου εμφανίζονται έντονες διακυμάνσεις και αυξήσεις τιμών, που επηρεάζουν την οικονομία, τον πληθωρισμό και την ανταγωνιστικότητα των
επιχειρήσεων.
Σε περιόδους γεωπολιτικής σταθερότητας, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου καθορίζονται κυρίως από την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.
Παράγοντες όπως η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, η παραγωγή των χωρών του OPEC+, η ενεργειακή μετάβαση και οι τεχνολογικές εξελίξεις επηρεάζουν την αγορά.
ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, το πετρέλαιο τύπου Brent αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τις τιμές αργού πετρελαίου.
Σε περιόδους σχετικής ειρήνης, οι τιμές του Brent κινούνται συνήθως σε ένα εύρος που αντανακλά τη σταθερή ζήτηση της παγκόσμιας οικονομίας.
Για παράδειγμα, την περίοδο 2015-2019 οι τιμές κυμαίνονταν περίπου μεταξύ 50 και 75 δολαρίων ανά βαρέλι, ενώ οι τιμές φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν σχετικά χαμηλές και σταθερές.
Το φυσικό αέριο στην Ευρώπη διαπραγματεύεται κυρίως μέσω του ολλανδικού κόμβου TTF, ο οποίος λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τις ευρωπαϊκές αγορές.
Σε περιόδους ειρήνης, οι τιμές διαμορφώνονται κυρίως από την εποχική ζήτηση, τις αποθήκες αερίου και τις ροές αγωγών και LNG.
Αυτή η σχετική σταθερότητα επιτρέπει στις επιχειρήσεις και στα κράτη να σχεδιάζουν πιο αποτελεσματικά την ενεργειακή τους πολιτική.
ΌΤΑΝ όμως ξεσπούν πόλεμοι ή γεωπολιτικές κρίσεις, η αγορά ενέργειας γίνεται εξαιρετικά ευαίσθητη.
Οι συγκρούσεις σε περιοχές που αποτελούν σημαντικούς παραγωγούς ή διαδρόμους μεταφοράς ενέργειας οδηγούν σε αύξηση των τιμών, λόγω φόβων για περιορισμό της προσφοράς.
Ιστορικά παραδείγματα είναι η πετρελαϊκή κρίση του 1973, ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο το 1990 και πιο πρόσφατα η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξήθηκαν απότομα, προκαλώντας έντονες πιέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία.
ΤΟ 2022, για παράδειγμα, οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη εκτινάχθηκαν σε ιστορικά επίπεδα, ξεπερνώντας ακόμη και τα 300 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η δραματική αυτή αύξηση οφειλόταν κυρίως στην αβεβαιότητα γύρω από τις ρωσικές προμήθειες φυσικού αερίου και στην προσπάθεια της Ευρώπης να αντικαταστήσει τις ροές μέσω αγωγών με εισαγωγές LNG.
ΠΑΡΟΜΟΙΑ φαινόμενα εμφανίζονται και στο πετρέλαιο. Σε περιόδους πολεμικών εντάσεων, όπως του 2026 στη Μέση Ανατολή, και σε κρίσιμες θαλάσσιες διόδους, όπως τα Στενά του Ορμούζ, οι αγορές αντιδρούν άμεσα με αύξηση τιμών, λόγω του κινδύνου διακοπής της τροφοδοσίας.
ΟΙ ΑΥΞΗΣΕΙΣ των τιμών ενέργειας με το πετρέλαιο Brent από 80-100+ δολάρια το βαρέλι και το LNG από 53-65 ευρώ τη μεγαβατώρα επηρεάζουν άμεσα τον πληθωρισμό και το κόστος παραγωγής.
Η Ευρώπη, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε αυτές τις διακυμάνσεις.
Η άνοδος των τιμών πετρελαίου αυξάνει το κόστος μεταφορών, ενώ η αύξηση των τιμών φυσικού αερίου επηρεάζει την ηλεκτροπαραγωγή και τη βιομηχανία.
Οι επιπτώσεις μεταφέρονται σε ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας από την τιμή των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το κόστος παραγωγής τροφίμων και βιομηχανικών προϊόντων.
Αυτό οδηγεί συχνά σε επιπλέον πληθωριστικές πιέσεις έως και 1%, σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και υποχώρηση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης περίπου 0,5%.
ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ειδικά για την Ελλάδα είναι έντονες, ως πιο ευάλωτη, λόγω της υψηλής εξάρτησης κατά 95% από εισαγωγές ενέργειας, του ισχυρού τομέα μεταφορών και τουρισμού, αλλά και της μεγάλης ναυτιλιακής και ακτοπλοϊκής δραστηριότητας.
Οι συνήθεις συνέπειες από την αύξηση τιμών καυσίμων είναι πίεση στον πληθωρισμό, επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου, επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, αύξηση του κόστους της παραγωγής και των μεταφορών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών καυσίμων θα φέρει την ελληνική κυβέρνηση αντιμέτωπη με την κοινωνική πίεση για τη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και με αυξημένες επιδοτήσεις ενέργειας τύπου fuel pass, παρά τα αυξημένα έσοδα από ΦΠΑ και φόρους
κατανάλωσης, που θα εισπράξει.
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ χρόνια, η Ε.Ε. προσπαθεί να μειώσει την ευαλωτότητά της στις ενεργειακές κρίσεις, αλλά μάταια.
Η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, η αύξηση των εισαγωγών LNG, η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η ενίσχυση των στρατηγικών αποθεμάτων αποτελούν βασικά εργαλεία για την αντιμετώπιση των γεωπολιτικών κινδύνων.
Παράλληλα, επενδύσεις σε νέες ενεργειακές υποδομές, όπως τερματικοί σταθμοί LNG και διασυνδέσεις αγωγών, προσπαθούν να ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Η περίφημη πράσινη μετάβαση με τη δημιουργία αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων ΑΠΕ, όπως φαίνεται, δεν έχει καταφέρει να επιτύχει ούτε οικονομία ούτε αυτονομία.
ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ είναι ότι, ιστορικά, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στην Ευρώπη είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη γεωπολιτική σταθερότητα.
Σε περιόδους ειρήνης, οι αγορές λειτουργούν πιο προβλέψιμα, ενώ οι πολεμικές κρίσεις δημιουργούν έντονες αναταράξεις.
Για την Ευρώπη, η ενεργειακή ασφάλεια και η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις, ώστε να περιοριστούν οι οικονομικές επιπτώσεις των μελλοντικών γεωπολιτικών κρίσεων.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ανάλογα με την εξέλιξη, δημιουργεί «price spikes» και η αγορά αντιδρά ακαριαία στον φόβο διακοπής προμηθειών.
Το φυσικό αέριο είναι πλέον πιο ευάλωτο από το πετρέλαιο, επειδή η αγορά είναι πιο περιφερειακή και λιγότερο παγκοσμιοποιημένη. Η Ευρώπη είναι πιο εκτεθειμένη, λόγω υψηλής εξάρτησης από εισαγωγές.
Τέλος, με την παρούσα κρίση, ας ελπίσουμε πως θα ακολουθήσει επιτέλους μια περίοδος προσαρμογής με νέες πηγές ΑΠΕ, ροές LNG, αποθέματα πετρελαίου και, συνολικά, με σοβαρές αλλαγές στην ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε.


