Πόντας: Η υπόθεση των υποκλοπών ενηλικιώθηκε με τη μήνυση του Παπαδόπουλου της ΕΥΠ – Βεβαιωμένη κατασκοπεία και απειλή ασφάλειας
Η κατάθεση μήνυσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας, όπως πρώτο αποκάλυψε το in, από το εν ενεργεία υψηλόβαθμο στέλεχος της ΕΥΠ, Γιάννη Παπαδόπουλο, το οποίο είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από το κακόβουλο λογισμικό Predator, θέτει σε νέα βάση την πολύκροτη υπόθεση των υποκλοπών, τονίζει ο διακεκριμένος νομικός και δικηγόρος του, Απόστολος Πόντας, δίνοντας διαφωτιστικές διευκρινήσεις στην Ελένη Στεργίου και στον Μάκη Προβατά, φιλοξενούμενος στο MegaNews 104.6.
«Η υπόθεση των υποκλοπών ενηλικιώθηκε» τόνισε εμφατικά ο κ. Πόντας.
Δεν υπάρχει παρόμοια στη Μεταπολίτευση
Πρόκειται για μοναδική υπόθεση, τόνισε ο κ. Πόντας, εξηγώντας την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης μήνυσης. «Λίγο που ανέτρεξα στα δικαστικά χρονικά, δεν βρήκα μια παρόμοια διαδικασία στη Μεταπολίτευση. Δηλαδή εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών να προσφεύγει αυτόνομα στη δικαιοσύνη και ιδιαίτερα για το αδίκημα δι’ αυτού, γιατί δεν είναι αυτός ο βαλλόμενος, η χώρα είναι η βαλλομένη δι’ αυτού, για το κακούργημα της κατασκοπείας κατά της χώρας που απειλεί την εθνική ασφάλεια».
Γιατί τώρα και όχι όταν άνοιξε η υπόθεση;
Ξεκάθαρη απάντηση έδωσε ο κ. Πόντας και στο ερώτημα που πλανάται -όχι χωρίς αιχμές και προσπάθεια δημιουργίας υπονοιών από κάποιους- για την επιλογή του χρόνου κατάθεσης της μήνυσης από τον κ. Παπαδόπουλο της ΕΥΠ.
Η απάντηση στο ερώτημα γιατί επί τρία χρόνια που βρίσκεται η υπόθεση στο προσκήνιο δεν προσέφυγε συνδέεται άρρηκτα με την ιδιότητά του ως υψηλόβαθμου στελέχους της ΕΥΠ, εξηγεί ο κ. Πόντας.
Επισημαίνοντας την επιλογή του το όνομά του να διαρρεύσει «από την πρώτη στιγμή, θέλοντας να προστατεύσει τόσο το δίκτυο των ανθρώπων και συναδέλφων του, όσο και τις πληροφορίες τις οποίες είχε μοιραστεί με συγκεκριμένους κόμβους διαχείρισης πληροφορίας» εξηγεί ότι «περίμενε την πορεία της υπόθεσης. Αν θυμάστε, η υπόθεση όταν είχε ξεκινήσει, περιορίστηκε πάρα πολύ σε ένα θέμα διακομματικού ανταγωνισμού, σε θέματα θεσμικής υπέρβασης. Δεν είχαν τεθεί από την αρχή τα θέματα της κατασκοπείας. Γι’ αυτό ακριβώς, πολύ ορθά, ανέμενε. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί είναι εκπαιδευμένοι να μην είναι βιαστικοί, αλλά να είναι καίριοι τη στιγμή που πρέπει».
Προς επίρρωση των όσων αναφέρει για την καταλληλότητα της στιγμής ο κ. Πόντας επισημαίνει ότι μετά την καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι τέσσερις «ιδιώτες» είναι «βεβαιωμένα πλέον κατηγορούμενοι. Και το σημαντικό δευτερεύον στοιχείο της αποφάσεως, είναι ότι κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις κατασκοπείας, η οποία πηγάζει στον πυρήνα της από το γεγονός ότι οι δράστες είναι ιδιώτες κατά βάση» όπως πρωτίστως η κυβέρνηση, αλλά και οι αρμόδιες Αρχές, καθώς και η ίδια η ΕΥΠ, τονίζουν από την αρχή της υπόθεσης.
«Άρα το δικαστήριο αποφάσισε ότι είναι ιδιώτες και έθεσε το θέμα της αποχρώσας ένδειξης της κατασκοπείας. Είναι κρίσιμο αυτό. Ο πελάτης μου και εντολέας μου περίμενε την αντίδραση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που είναι το ερευνητικό τυπικό δικαστήριο σε αυτά, όπου ο αντίστοιχος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είπε: “Kύριοι, ξέρετε, γι’ αυτή την υπόθεση που κρίναμε δεν υπάρχουν νέα στοιχεία ή ενδείξεις κατασκοπείας”. Γιατί όταν είχε η υπόθεση ξεκινήσει το 22, δεν είχαν έρθει αυτά τα στοιχεία. Και περίμενε και τη δεύτερη, την τελειωτική που έγινε τον Αύγουστο, όπου οριστικά είπε ότι γι’ αυτή την υπόθεση δεν υπάρχουν αυτά τα στοιχεία».


