Πώς Goldman Sachs και Morgan Stanley «πέθαναν» για να ζήσουν

Ημερομηνία: 21-09-2026



Είναι Κυριακή βράδυ και οι αγορές είναι κλειστές. Στις 9.30, ώρα Νέας Υόρκης, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ εκδίδει μια εξαιρετικά σύντομη ανακοίνωση.

Το Διοικητικό της Συμβούλιο εγκρίνει τις αιτήσεις της Goldman Sachs και της Morgan Stanley να μετατραπούν σε τραπεζικές εταιρείες συμμετοχών — ομίλους που ελέγχουν κανονικές τράπεζες και εποπτεύονται απευθείας από τη Fed.

Δεν υπάρχουν φωτογραφίες στελεχών να εγκαταλείπουν γραφεία με χαρτόκουτα. Δεν υποβάλλεται αίτηση πτώχευσης. Δεν πραγματοποιείται κάποια θεαματική εξαγορά.

Κι όμως, μέσα σε δύο προτάσεις, η Wall Street όπως τη γνώριζε ο κόσμος παύει να υπάρχει.

Οι δύο ισχυρότεροι οίκοι της αμερικανικής επενδυτικής τραπεζικής επιλέγουν να «πεθάνουν» ως ανεξάρτητες εταιρείες χρεογράφων για να επιβιώσουν ως τραπεζικοί όμιλοι. Τα ονόματα, τα κτίρια και οι δραστηριότητές τους θα παραμείνουν. Το επιχειρηματικό μοντέλο που τους επέτρεψε να κυριαρχήσουν στις παγκόσμιες αγορές, όμως, έχει μόλις καταρρεύσει.

Πέντε τράπεζες γίνονται δύο

Στην αρχή του 2008, στην κορυφή της Wall Street βρίσκονται πέντε μεγάλες ανεξάρτητες επενδυτικές τράπεζες: Goldman Sachs, Morgan Stanley, Merrill Lynch, Lehman Brothers και Bear Stearns.

Σε αντίθεση με τις εμπορικές τράπεζες, δεν στηρίζονται κυρίως στις καταθέσεις εκατομμυρίων αποταμιευτών. Χρηματοδοτούν μεγάλο μέρος των τεράστιων ισολογισμών τους δανειζόμενες από τις αγορές, συχνά για εξαιρετικά μικρά χρονικά διαστήματα.

Τον Μάρτιο, η Bear Stearns χάνει την πρόσβασή της σε αυτή τη χρηματοδότηση και πωλείται εσπευσμένα στην JPMorgan Chase με τη συνδρομή της Fed.

Έξι μήνες αργότερα, η κρίση επιστρέφει πολύ πιο βίαιη. Στις 15 Σεπτεμβρίου, η Lehman Brothers υποβάλλει αίτηση πτώχευσης. Την ίδια ώρα, η Merrill Lynch καταφεύγει στην αγκαλιά της Bank of America. Μία ημέρα αργότερα, η αμερικανική κυβέρνηση αναγκάζεται να διαθέσει 85 δισ. δολάρια για να αποτρέψει την άμεση κατάρρευση της ασφαλιστικής AIG.

Μέσα σε έξι μήνες, από τις πέντε μεγάλες επενδυτικές τράπεζες έχουν απομείνει όρθιες μόνο δύο.

Η Goldman Sachs και η Morgan Stanley. Και κανείς δεν είναι πλέον βέβαιος ότι θα επιβιώσουν έως την επόμενη εβδομάδα.

Η τραπεζική έφοδος χωρίς ουρές

Οι επενδυτικές τράπεζες μπορούν να διαθέτουν τεράστια περιουσία και παρ’ όλα αυτά να καταρρεύσουν μέσα σε λίγες ημέρες.

Το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται. Χρησιμοποιούν βραχυπρόθεσμα δάνεια —πολλά από τα οποία πρέπει να ανανεώνονται καθημερινά— για να διατηρούν πολύ μεγαλύτερα και λιγότερο ρευστοποιήσιμα χαρτοφυλάκια. Πρόκειται για τις συμφωνίες επαναγοράς, τη γνωστή αγορά repo.

Όσο οι πιστωτές εμπιστεύονται μια εταιρεία, ο μηχανισμός λειτουργεί. Κάθε δάνειο που λήγει αντικαθίσταται από ένα καινούργιο. Εάν όμως οι χρηματοδότες αρνηθούν να ανανεώσουν τα δάνεια ή απαιτήσουν περισσότερες εγγυήσεις, η τράπεζα πρέπει να βρει μέσα σε ελάχιστο χρόνο δισεκατομμύρια δολάρια σε μετρητά.

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης είχε περιγράψει τη θεμελιώδη αδυναμία: σε αντίθεση με τις εμπορικές τράπεζες, οι επενδυτικές τράπεζες χρηματοδοτούσαν μεγάλα τμήματα των ισολογισμών τους μέσω βραχυπρόθεσμου, εξασφαλισμένου δανεισμού.

Αυτό που συμβαίνει μετά την πτώχευση της Lehman είναι μια τραπεζική έφοδος χωρίς ουρές έξω από υποκαταστήματα. Τα χρήματα φεύγουν ηλεκτρονικά.

Αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου και θεσμικοί πελάτες αποσύρουν κεφάλαια. Οι αντισυμβαλλόμενοι περιορίζουν τις συναλλαγές τους. Οι πιστωτές ζητούν περισσότερες εξασφαλίσεις. Κάθε φήμη γεννά νέα φυγή χρημάτων και κάθε εκροή κάνει την επόμενη φήμη πιο πιστευτή.

Στις 17 Σεπτεμβρίου, η μετοχή της Morgan Stanley υποχωρεί κατά 24% μέσα σε μία συνεδρίαση. Η Goldman Sachs χάνει 14%. Οι αγορές δεν εξετάζουν πλέον ποιος διαθέτει τον καλύτερο ισολογισμό. Αναζητούν ποιος θα είναι ο επόμενος που δεν θα μπορέσει να δανειστεί το επόμενο πρωί.

Η εταιρεία που γεννήθηκε από έναν διαχωρισμό

Η μοίρα της Morgan Stanley κρύβει μια ιδιαίτερη ιστορική ειρωνεία. Η εταιρεία είχε ιδρυθεί το 1935, ως αποτέλεσμα του νόμου Γκλας–Στίγκαλ, ο οποίος μετά το κραχ του 1929 διαχώρισε την εμπορική από την επενδυτική τραπεζική. Οι τράπεζες έπρεπε να επιλέξουν: είτε θα δέχονταν καταθέσεις και θα χορηγούσαν δάνεια είτε θα ασχολούνταν με την αναδοχή τίτλων και τις συναλλαγές στις κεφαλαιαγορές.

Οι Χένρι Μόργκαν και Χάρολντ Στάνλεϊ επέλεξαν τον δεύτερο δρόμο και δημιούργησαν τη Morgan Stanley με μόλις 13 εργαζομένους.

Εβδομήντα τρία χρόνια αργότερα, η εταιρεία που είχε γεννηθεί από τον διαχωρισμό των δύο κόσμων ζητά να επιστρέψει κάτω από την ομπρέλα του τραπεζικού συστήματος.

Όχι επειδή εγκαταλείπει τις εξαγορές, τις εκδόσεις ομολόγων ή τη διαχείριση περιουσίας. Αλλά επειδή η ανεξαρτησία που κάποτε αποτελούσε πηγή δύναμης έχει μετατραπεί σε υπαρξιακό κίνδυνο.

Η ανακοίνωση των 21.30

Το βράδυ της 21ης Σεπτεμβρίου, η Fed εγκρίνει τις δύο αιτήσεις με διαδικασίες εξαιρετικά επείγουσες.

Τυπικά, απαιτείται πενθήμερη περίοδος αναμονής για λόγους ανταγωνισμού. Την επόμενη ημέρα, έπειτα από συνεννόηση με το υπουργείο Δικαιοσύνης, η αναμονή καταργείται. Οι μετατροπές μπορούν να ολοκληρωθούν αμέσως.

Η νέα ταυτότητα προσφέρει στις δύο εταιρείες τρία κρίσιμα πλεονεκτήματα.

Πρώτον, αποκτούν μονιμότερη πρόσβαση στους μηχανισμούς ρευστότητας της Fed. Δεν εξαρτώνται πλέον αποκλειστικά από την προθυμία των αγορών να τις χρηματοδοτούν κάθε βράδυ.

Δεύτερον, μπορούν να δημιουργήσουν πολύ μεγαλύτερη και σταθερότερη καταθετική βάση. Η Goldman διαθέτει ήδη δύο ιδρύματα που δέχονται καταθέσεις, συνολικού ύψους άνω των 20 δισ. δολαρίων, αλλά τώρα μπορεί να μεταφέρει περισσότερες δραστηριότητες στο τραπεζικό της σκέλος.

Τρίτον, στέλνουν στις αγορές ένα μήνυμα: πίσω τους βρίσκεται πλέον η κεντρική τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η σωτηρία, ωστόσο, δεν είναι δωρεάν. Η Goldman Sachs και η Morgan Stanley υπάγονται πλέον στην άμεση εποπτεία της Fed, με αυστηρότερες απαιτήσεις κεφαλαίων, ρευστότητας και ελέγχου της μόχλευσης.

Αποκτούν πρόσβαση στο δίχτυ ασφαλείας του τραπεζικού συστήματος, αλλά παραδίδουν ένα μέρος της ελευθερίας τους.

Τι ακριβώς «πέθανε»

Η Goldman Sachs και η Morgan Stanley δεν μετατρέπονται μέσα σε μία νύχτα σε συνηθισμένες εμπορικές τράπεζες. Δεν σταματούν να οργανώνουν εξαγορές, να αναλαμβάνουν εισαγωγές εταιρειών στο χρηματιστήριο ή να συναλλάσσονται στις αγορές.

Αυτό που πεθαίνει είναι το μοντέλο της μεγάλης, ανεξάρτητης εταιρείας χρεογράφων που διατηρεί έναν τεράστιο ισολογισμό με υψηλή μόχλευση και τον χρηματοδοτεί κυρίως από τις αγορές βραχυπρόθεσμου χρήματος.

Μαζί του τελειώνει και μια ολόκληρη αντίληψη για τη Wall Street: ότι οι πιο ισχυροί χρηματοπιστωτικοί οίκοι μπορούν να αναλαμβάνουν τραπεζικού μεγέθους κινδύνους χωρίς να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες και χωρίς να διαθέτουν την ίδια πρόσβαση σε καταθέσεις και κεντρική τραπεζική ρευστότητα.

Για δεκαετίες, η απόσταση από το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα θεωρείται πλεονέκτημα. Επιτρέπει μεγαλύτερη μόχλευση, περισσότερη ευελιξία και υψηλότερες αποδόσεις.

Το 2008 αποδεικνύεται ότι αυτή η ελευθερία έχει ένα κρυφό τίμημα: όταν εξαφανίζεται η εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει ασφαλές καταφύγιο.

Τα δισεκατομμύρια που αγοράζουν χρόνο

Η αλλαγή ταυτότητας σταματά την άμεση αιμορραγία, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Και οι δύο εταιρείες χρειάζονται νέα κεφάλαια.

Δύο ημέρες αργότερα, ο Γουόρεν Μπάφετ επενδύει 5 δισ. δολάρια στην Goldman Sachs, αγοράζοντας προνομιούχες μετοχές με ετήσιο μέρισμα 10%. Η κίνηση λειτουργεί και ως ψήφος εμπιστοσύνης από τον πιο διάσημο επενδυτή της Αμερικής. Την επόμενη ημέρα, η Goldman αντλεί επιπλέον 5,75 δισ. δολάρια από την αγορά.

Η Morgan Stanley στρέφεται στην Ιαπωνία. Η Mitsubishi UFJ Financial Group συμφωνεί να επενδύσει 9 δισ. δολάρια, αποκτώντας συμμετοχή 21%.

Τον Οκτώβριο, η αμερικανική κυβέρνηση τοποθετεί από 10 δισ. δολάρια σε καθεμία μέσω του προγράμματος διάσωσης TARP. Και οι δύο θα επιστρέψουν τα χρήματα τον Ιούνιο του 2009, αλλά η κρατική κεφαλαιακή ένεση έχει ήδη εκπληρώσει τον σκοπό της: τις βοήθησε να περάσουν το πιο επικίνδυνο σημείο της κρίσης.

Η ανταλλαγή που άλλαξε τον καπιταλισμό

Η απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου δεν σώζει μόνο δύο εταιρείες. Θολώνει οριστικά τη γραμμή ανάμεσα στην αγορά και στο κράτος.

Οι Goldman Sachs και Morgan Stanley αποδέχονται ότι δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς το δίχτυ ασφαλείας της κεντρικής τράπεζας. Η Fed, από την πλευρά της, επεκτείνει την προστασία της βαθύτερα στον κόσμο των χρηματιστηριακών συναλλαγών και της επενδυτικής τραπεζικής.

Το αντάλλαγμα είναι αυστηρότερη εποπτεία. Το μακροπρόθεσμο κόστος είναι η ενίσχυση μιας άλλης ιδέας: ότι ορισμένοι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι είναι τόσο μεγάλοι και τόσο συνδεδεμένοι με το σύστημα ώστε η κατάρρευσή τους δεν μπορεί να επιτραπεί.

Το πρωί της Δευτέρας, οι επιγραφές στα κτίρια είναι ίδιες. Οι εργαζόμενοι επιστρέφουν στα ίδια γραφεία και οι οθόνες ανάβουν όπως κάθε ημέρα. Η Wall Street, όμως, έχει αλλάξει. Η Goldman Sachs και η Morgan Stanley δεν έπαψαν ποτέ να ασκούν επενδυτική τραπεζική. Έπαψαν να πιστεύουν ότι μπορούσαν να την κάνουν μόνες τους, έξω από την πλήρη προστασία και εποπτεία της Fed.

«Πέθαναν» μόνο στα χαρτιά. Αλλά ήταν ακριβώς εκείνο το χαρτί, η έγκριση της κεντρικής τράπεζας, που τις κράτησε ζωντανές.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος