Πώς μια απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία των ΗΠΑ – Συναγερμός στην Ευρώπη

Ημερομηνία: 26-09-2026

Η απειλή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ ενέχει έναν κίνδυνο: Να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπαναχωρεί από τη δέσμευσή του να κατακλύσει τις διεθνείς αγορές με αμερικανικά καύσιμα.

Όπως σημειώνει το Politico, μια τέτοια κίνηση θα όξυνε τις εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, ενώ παράλληλα θα έπληττε την αξιοπιστία της Ουάσινγκτον ως εμπορικού εταίρου, σύμφωνα με ειδικούς στην ενέργεια και συμμάχους της αμερικανικής κυβέρνησης. Παράλληλα, θα μπορούσε να ωθήσει άλλες χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικούς προμηθευτές, περιορίζοντας στο μέλλον τη δυνατότητα του Τραμπ να χρησιμοποιεί την ενέργεια ως διαπραγματευτικό εργαλείο.

«Αυτό θα πλήξει τη φήμη μας», δήλωσε εξωτερικός σύμβουλος της κυβέρνησης Τραμπ, ο οποίος μίλησε στο Politico υπό τον όρο της ανωνυμίας. «Η βασική ιδέα πίσω από την ενεργειακή κυριαρχία ήταν ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προμηθεύουν τους συμμάχους τους σε όλο τον κόσμο. Αν περιορίσουμε τις εξαγωγές, θα δημιουργηθούν πολλά ερωτήματα».

Στον Λευκό Οίκο εξετάζονται σχέδια για τον περιορισμό των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ, καθώς η τιμή του καυσίμου αυξάνεται λόγω των προβλημάτων στην προσφορά πετρελαίου που έχουν προκληθεί από τον πόλεμο με το Ιράν. Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει διάφορες επιλογές, από μια πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών για 90 ημέρες έως σταδιακούς περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ. Η σκέψη αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου, ο οποίος ανησυχεί ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να πλήξει την ανταγωνιστικότητα στις διεθνείς αγορές.

Η προσπάθεια συγκράτησης των τιμών των καυσίμων έρχεται λιγότερο από έξι εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, οι οποίες θα μπορούσαν να στερήσουν από τους Ρεπουμπλικανούς τον έλεγχο του Κογκρέσου και να περιορίσουν την απόλυτη επιρροή του Τραμπ στο νομοθετικό σώμα.

Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι ο Τραμπ εξετάζει όλες τις διαθέσιμες επιλογές για τη μείωση των τιμών του ντίζελ, οι οποίες έχουν εκτοξευθεί από τα 3,74 δολάρια στα 6,52 δολάρια ανά γαλόνι μέσα σε έναν χρόνο.

Εν τω μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αυξήσει τις εισαγωγές ντίζελ από τις ΗΠΑ σε επίπεδα-ρεκόρ λόγω του πολέμου με το Ιράν, με τις εισαγωγές να αυξάνονται κατά 1,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα τον Αύγουστο, δηλαδή κατά 50% από την έναρξη της σύγκρουσης τον Φεβρουάριο, δήλωσε ο David Jorbenaze, ανώτερος αναλυτής πετρελαίου στην εταιρεία ανάλυσης εμπορευμάτων ICIS.

Σύμφωνα με την S&P Global Energy, το αμερικανικό ντίζελ καλύπτει πλέον το 10% της κατανάλωσης καυσίμων στην Ευρώπη.

Η εξεύρεση εναλλακτικών προμηθευτών θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, καθώς τα διυλιστήρια σε όλο τον κόσμο λειτουργούν ήδη στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους, δήλωσε ο Jorbenaze.

«Αν στερηθεί η Ευρώπη αυτή την πηγή εφοδιασμού, θα χάσει το σημαντικότερο στήριγμα στο οποίο βασίζεται αυτή την περίοδο», δήλωσε, προσθέτοντας ότι μια απαγόρευση θα οδηγούσε σε εντονότερο παγκόσμιο ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία από έναν ολοένα μικρότερο αριθμό προμηθευτών, σε μείωση της παραγωγής άλλων πετρελαϊκών προϊόντων και σε αύξηση των τιμών συνολικά.

Σύμφωνα με τον Debnil Chowdhury, ανώτερο αναλυτή καυσίμων στην S&P Global Energy, η φυσική κατάληξη θα ήταν η μείωση της ζήτησης, με το κόστος να μετακυλίεται στους καταναλωτές, ώστε να διασφαλιστούν επαρκή αποθέματα καυσίμων για τη γεωργία και τη βιομηχανία. «Η Ευρώπη θα πρέπει να οδηγεί λιγότερο και να πραγματοποιεί λιγότερες αεροπορικές πτήσεις», δήλωσε.

Το μέτρο θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις εις βάρος των ΗΠΑ, δήλωσε ο Landon Derentz, αντιπρόεδρος Ενέργειας και Υποδομών στο Atlantic Council.

«Δεν είναι πολλοί εκείνοι που συνδέουν τα γεγονότα μεταξύ τους. Πρόκειται για ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί ανησυχία στους διεθνείς εταίρους μας σχετικά με την αξιοπιστία του αμερικανικού ενεργειακού εφοδιασμού», δήλωσε ο Derentz, ο οποίος έχει εργαστεί σε θέματα ενεργειακής ασφάλειας στις κυβερνήσεις Ομπάμα, Τραμπ και Μπάιντεν. «Δεν μπορούμε να αποφύγουμε το γεγονός ότι αυτό θα επηρεάσει και τις ευρύτερες αποφάσεις για νέες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα των ΗΠΑ».

Μάλιστα, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι η εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων προς τις ΗΠΑ αρχίζει να κλονίζεται.

«Αν δεν ακούν ούτε τους δικούς τους ανθρώπους, γιατί να ακούσουν εμάς;», δήλωσε Ευρωπαίος αξιωματούχος στον τομέα της ενέργειας από την Ανατολική Ευρώπη, ο οποίος ζήτησε μίλησε στο Politico υπό τον όρο της ανωνυμίας, αναφερόμενος στις αντιδράσεις της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας στην προτεινόμενη απαγόρευση.

Ο αξιωματούχος υποστήριξε ότι οι προσπάθειες επικοινωνίας μέσω των επίσημων διαύλων ήταν μάταιες, λόγω μιας ευρύτερης διπλωματικής ρήξης.

«Με αυτή την κυβέρνηση, οι επίσημοι δίαυλοι επικοινωνίας συνήθως οδηγούν σε χάσιμο χρόνου», δήλωσε ο αξιωματούχος. «Κι όμως, γι’ αυτό ακριβώς υποτίθεται ότι υπάρχουν οι επίσημοι δίαυλοι. Αν όλοι προσπαθούν να μπουν από την πίσω πόρτα, η πίσω πόρτα γίνεται τελικά η κύρια είσοδος».

Αξιωματούχος από μια μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκή χώρα δήλωσε ότι η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε από τις πληροφορίες για την απαγόρευση διάρκειας 90 ημερών και προσπαθεί τώρα να εκτιμήσει τους κινδύνους, γεγονός που αναδεικνύει την αυξανόμενη επίγνωση των κινδύνων που αντιμετωπίζει η χώρα από την εξάρτησή της από τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ. «Κανείς δεν έχει κάνει ουσιαστικά ανάλυση κινδύνου για σενάρια που διαρκούν πάνω από δύο εβδομάδες», δήλωσε ο αξιωματούχος.

Άλλες χώρες επισημαίνουν ότι το ζήτημα με το ντίζελ αναδεικνύει τους κινδύνους από την εξάρτηση από τις ΗΠΑ ως προμηθευτή καυσίμων.

«Έχουμε τεράστια εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να γίνουμε πιο ανεξάρτητοι», δήλωσε την Πέμπτη ο Αυστριακός υπουργός Βιομηχανίας και Οικονομίας, Βόλφγκανγκ Χάτμανσντορφερ, απαντώντας σε ερώτηση του Politico σε συνέντευξη Τύπου.

Είπε ακόμη ότι αυτό αποτελεί ένδειξη πως η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει τις σχέσεις της με άλλες χώρες-εξαγωγείς, όπως η Λιβύη, η Νιγηρία και το Καζακστάν, ενώ παράλληλα θα πρέπει να αυξήσει τη δική της παραγωγή.

Άλλοι ανέφεραν ότι, αν οι ΗΠΑ περιορίσουν τις εξαγωγές ντίζελ, θα μπορούσε να κλονιστεί η εμπιστοσύνη στις αμερικανικές ενεργειακές αγορές, ενισχύοντας την τάση αποσπασματικών αποφάσεων στην ενεργειακή πολιτική, όπως η αναστολή από τον πρώην πρόεδρο Τζο Μπάιντεν των εγκρίσεων για νέα τερματικά εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).

Το πλεονέκτημα των ΗΠΑ στις σχέσεις τους με τους αγοραστές διεθνώς είναι ότι οι συμφωνίες πραγματοποιούνται από ιδιωτικές εταιρείες, δήλωσε ο Ben Cahill, διευθυντής Ενεργειακών Αγορών και Πολιτικής στο Κέντρο Ανάλυσης Ενεργειακών και Περιβαλλοντικών Συστημάτων του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Όστιν. Όπως είπε, η παρέμβαση του Τραμπ στις αγορές του ιδιωτικού τομέα θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους αντίστοιχους με εκείνους που προκύπτουν από τη συνεργασία με κρατικές εταιρείες που υπόκεινται στις πολιτικές αποφάσεις των ηγετών τους. «Μια τέτοια κίνηση θα έπληττε σίγουρα τη φήμη των ΗΠΑ ως αξιόπιστου εξαγωγέα και εμπορικού εταίρου», δήλωσε.

Πηγή: skai.gr

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος