Πώς ο Ντόναλντ Τραμπ ξεμένει σιγά-σιγά από συμμάχους
Ο τίτλος του διασημότερου βιβλίου της Άγκαθα Κρίστι «Και δεν έμεινε κανένας» φαίνεται να είναι απόλυτα ταιριαστός με την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει τον τελευταίο καιρό ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος φαίνεται να χάνει τους πολυτιμότερους συμμάχους του τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Καθώς φαίνεται να ξεκινά μία δεύτερη φάση διαπραγματεύσεων μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών, μετά το «ναυάγιο» στην Ισλαμαμπάντ, ο Αμερικανός πρόεδρος μετρά τις δυνάμεις του, οι οποίες δείχνουν να φθήνουν, εξαιτίας μίας σειράς γεγονότων, με κορυφαίο την επίθεση στην Τεχεράνη.
Ήττα για τον κορυφαίο ευρωπαίο σύμμαχο
Η Κυριακή αποδείχθηκε κακή μέρα για τον πρόεδρο Τραμπ, αφού έχασε τον σημαντικότερο υποστηρικτή του εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυριαρχία του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία έλαβε τέλος μετά από 16 χρόνια και ο φιλοευρωπαίος Πέτερ Μαγιάρ αναλαμβάνει τα ηνία της χώρας που μέχρι τώρα ήταν από τους ισχυρότερους συμμάχους – όχι μόνο του Λευκού Οίκου (υπό τον Τραμπ) αλλά και του Κρεμλίνου.
Το ακροδεξιό προφίλ του Όρμπαν, η έντονη στήριξή του στις «παραδοσιακές αρχές» και ο ευρωσκεπτικισμός του σε μία σειρά τομέων (πιο χαρακτηριστικά στο μεταναστευτικό) του χάρισαν επάξια το προσωνύμιο «Τραμπ πριν τον Τραμπ».
Ο επί σειρά ετών πρωθυπουργός της Ουγγαρίας αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το αντίστοιχο κίνημα «MAGA» της Ευρώπης, προωθώντας της αντιλήψεις της «λαϊκής βάσης» του Τραμπ. Από την άλλη ο Αμερικανός πρόεδρος και ιδιαίτερα ο αντιπρόεδρός του, έκαναν… προεκλογική καμπάνια για τον Όρμπαν τους τελευταίους μήνες με τον Τζέι Ντι Βανς να επισκέπτεται την Βουδαπέστη – λίγες ώρες πριν την εκλογική αναμέτρηση – λέγοντας: «Πρέπει να επανεκλέξουμε τον Όρμπαν πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, έτσι;»
Η πρώτη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ στην ήττα Όρμπαν ήταν: «Ήταν φίλος μου, οι εκλογές αυτές δεν είναι βεβαίως δικές μου, αλλά ήταν φίλος μου, ένας καλός άνθρωπος, έκανε καλή δουλειά στο μεταναστευτικό. Δεν άφησε όλον τον κόσμο να έρθει εδώ και να καταστρέψει τη χώρα του όπως έκανε η Ιταλία».
Ανταλλαγή «πυρών» με Πάπα και Μελόνι
Σαν να μην έφτανε η ήττα Όρμπαν, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να έχασε τις τελευταίες μέρες και μία ακόμη Ευρωπαία «φίλη» του. Το ρήγμα στις σχέσεις Τραμπ – Μελόνι ήταν μάλλον προδιαγεγραμμένο, καθώς βλέπαμε την ισχυρή γυναίκα της Ιταλίας (ίσως και της Ευρώπης) να κρατά αποστάσεις από επιλογές και ισχυρισμούς του Λευκού Οίκου, ιδιαίτερα μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.
Η φραστική επίθεση του Τραμπ στον Πάπα Λέοντα, επέφερε και το τελειωτικό χτύπημα στις σχέσεις του Λευκού Οίκο με τη Ρώμη, παρά την ιδεολογική «συγγένεια» που παρουσιάζουν οι ηγέτες των δύο χωρών. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ αποκάλεσε τον Ποντίφικα «καταστροφικό για την εξωτερική πολιτική», με την Ιταλίδα πρωθυπουργό να απαντά λέγοντας πως η δήλωση αυτή ήταν «απαράδεκτη».
Το «μπαράζ λεκτικών πυρών» συνεχίστηκε με τον Τραμπ να επιστρέφει τον χαρακτηρισμό στην μέχρι πρότινος σύμμαχό του, δηλώνοντας: «Εκείνη είναι απαράδεκτη, διότι δεν την ενδιαφέρει αν το Ιράν έχει πυρηνικά όπλα και το ότι θα τίναζε στον αέρα την Ιταλία μέσα σε δυο λεπτά, αν είχε την δυνατότητα».
Ωστόσο φαίνεται πως το ρήγμα στις σχέσεις περνά από το λεκτικό επίπεδο και στην διπλωματία, καθώς η Ιταλία προχώρησε σε αναστολή της αμυντικής συμφωνίας με τον μεγαλύτερο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών, το Ισραήλ.
Σε κρίση οι διατλαντικές σχέσεις
Ένα από τα ρήγματα που απειλεί να ταράξει την διεθνή τάξη πραγμάτων είναι αυτό των διατλαντικών σχέσεων. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ιδιαίτερα μετά την επίθεση των ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, έχει εκφραστεί πολλές φορές αρνητικά κατά του ΝΑΤΟ και των παραδοσιακών ευρωπαίων συμμάχων, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο εξόδου της Ουάσιγκτον από τη βορειοατλαντική συμμαχία.
Παρά τις συνεχείς προσπάθειες του επικεφαλής της συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε για κατευνασμό της έντασης, η ρητορική του Λευκού Οίκου είναι αρκετά σκληρή, με την εκπρόσωπο Τύπου να δηλώνει πως «Το ΝΑΤΟ μας γύρισε την πλάτη», και τον πρόεδρο Τραμπ να αποκαλεί το ΝΑΤΟ «απογοητευτικό» επειδή δεν στήριξε την επιχείρηση κατά του Ιράν.
Η άρνηση των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ να συνδράμουν στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή συνεχίστηκε, αφού ανακοίνωσαν πως δεν προτίθενται να βοηθήσουν στον ναυτικό αποκλεισμό της Τεχεράνης.
Η απώλεια που μπορεί να αποβεί μοιραία
Η σημαντικότερη όμως απώλεια στήριξης για τον Αμερικανό πρόεδρο – και αυτή που θα βρει μπροστά του τον Νοέμβριο – είναι αυτή του κινήματος MAGA.
Με τελευταία – και ιδιαίτερα σημαντική – εξέλιξη τις αντιδράσεις από την ανάρτηση που απεικόνιζε τον Τραμπ σαν τον Ιησού, η λαϊκή βάση του τραμπικού-ρεπουμπλικανικού κόμματος μοιάζει δυσαρεστημένη με τον πρόεδρο, ο οποίος φαίνεται να μην μένει πιστός στο σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», που αποτέλεσε κεντρικό σημείο της προεκλογικής του καμπάνιας.
Παρά την δήλωση με την οποίο ισχυρίζεται πως στην ανάρτηση είναι «ιατρός» που θεραπεύει έναν άνθρωπο, τα πρόσφατα πυρά κατά του Πάπα, η έντονα πολεμοχαρής εξωτερική πολιτική και τα κακά μεγέθη της εγχώριας οικονομίας για τα αμερικανικά νοικοκυριά έχουν απομακρύνει ορισμένους «πιστούς» του προέδρου Τραμπ, κάτι που ίσως αποβεί μοιραίο για την κυβέρνησή του στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
«Δεν παίρνουν αυτό που ψήφισαν εξαρχής. Και πέρα από αυτό, είτε κοροϊδεύει τη θρησκεία τους σκόπιμα είτε όχι, το κάνει», είπε ο Έρικ Έρικσον, συντηρητικός ραδιοφωνικός παρουσιαστής με επιρροή στους ευαγγελικούς ψηφοφόρους που αποτελούν βασικό κομμάτι της βάσης του MAGA. «Νομίζω ότι δεν βλέπουμε τόσο μια κατάρρευση του MAGA όσο μια βάση που εξαντλείται και αρχίζει να κοιτά πέρα από τον Τραμπ».
Πέρα από το ζήτημα της θρησκείας όμως, αρκετοί είναι εκείνοι που έχουν διαφωνήσει με την απόφαση Τραμπ να προχωρήσει σε πόλεμο με το Ιράν, με τους επικριτές να βρίσκονται και εντός του Λευκού Οίκου. Τα «περιστέρια», στα οποία συγκαταλέγονται η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου και εξαιρετικά σημαντική σύμμαχος του Αμερικανού προέδρου, Σούζι Γουάιλς και ο αναπληρωτής της, Τζέιμς Μπλερ, υποστηρίζουν ότι ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα έχει σοβαρές συνέπειες στις εκλογικές δυνάμεις του ρεπουμπλικανικού κόμματος κατά τις ενδιάμεσες εκλογές λόγω της αύξησης του κόστους ζωής και των τιμών ενέργειας.


