Πώς ο πόλεμος στο Ιράν θα μπορούσε να κάνει τον πληθωρισμό να κινηθεί… ανάποδα
Μπορεί η άμεση συνέπεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή να ήταν η άνοδος των τιμών της ενέργειας, ωστόσο, η σύγκρουση στο Ιράν θα μπορούσε να είναι η αρχή του τέλους για τις πληθωριστικές πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία. Αυτό υποστηρίζει ανάλυση της BCA Research.
Ο Μάρκο Πάπιτς της BCA Research συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ελάχιστους αναλυτές της αγοράς που επισημαίνουν τον κίνδυνο αποπληθωρισμού. Εκτιμάει ότι η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να εισέλθει σε περίοδο αποπληθωρισμού έως το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας.
Αυτή η εκτίμηση μπορεί να μοιάζει αβάσιμη, δεδομένων των ανησυχιών σήμερα για τον πληθωρισμό και τις αυξημένες τιμές του πετρελαίου, ωστόσο, βασίζεται στο σκεπτικό ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να πυροδοτήσει μια περίοδο μεγάλων επενδύσεων, η οποία αναπόφευκτα θα ασκήσει καθοδικές πιέσεις στις τιμές μακροπρόθεσμα.
Ο πραγματικός αντίκτυπος της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ
«Επομένως, ο πραγματικός αντίκτυπος της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ είναι μια απότομη αύξηση των κεφαλαιουχικών δαπανών που ενδέχεται να μην είναι απαραίτητη», δήλωσε ο Πάπιτς, εκτιμώντας ότι η αμερικανική και η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσαν να εισέλθουν είτε σε αντιπληθωρισμό (όταν επιβραδύνεται ο ρυθμός του πληθωρισμού) είτε σε αποπληθωρισμό (όταν οι τιμές σημειώνουν πραγματική πτώση) πριν από το 2030.
«Αντιθέτως, έως τη δεκαετία του 2030 ο κόσμος θα μπορούσε να κατακλυστεί από εναλλακτικές πηγές ενέργειας, νέους διαδρόμους μεταφοράς (τόσο για το διαδίκτυο μέσω οπτικών ινών όσο και μέσω δορυφόρων), πληθώρα μονάδων κατασκευής ημιαγωγών κ.λπ. Είναι πιθανό ο κόσμος αυτός να χαρακτηρίζεται από αντιπληθωρισμό, αν όχι από αποπληθωρισμό», πρόσθεσε.
Γιατί προκαλεί ανησυχία
Αν και η αποπληθωριστική τάση, δηλαδή ο βραδύτερος ρυθμός αύξησης των τιμών, αποτελεί γενικά θετική εξέλιξη για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους καταναλωτές, η πτώση των τιμών συχνά σηματοδοτεί οικονομική δυσπραγία.
Ο αποπληθωρισμός μπορεί επίσης να αποδειχθεί πιο προβληματικός από ένα περιβάλλον υπερβολικά υψηλού πληθωρισμού. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τα επιτόκια για να περιορίσουν την άνοδο των τιμών, ωστόσο τα περιθώρια μείωσης των επιτοκίων με στόχο την τόνωση της ζήτησης είναι περιορισμένα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η οικονομία της Ιαπωνίας —ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα παρατεταμένου αποπληθωρισμού— παρέμεινε στάσιμη για σχεδόν τρεις δεκαετίες αφότου άρχισαν να υποχωρούν οι τιμές τη δεκαετία του 1990.
Εφοδιαστικές αλυσίδες
Ο Πάπιτς επισήμανε τη σημαντική μετατόπιση της εστίασης των αγορών τα τελευταία χρόνια, προς την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων, μια τάση που ξεκίνησε με την πανδημία και συνεχίστηκε με την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Μετά τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα για υλικά όπως τα μικροτσίπ, το φυσικό αέριο και τα λιπάσματα, η δημιουργία πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας έχει καταστεί «κρίσιμος στόχος» της μακροοικονομικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο, ανέφερε ο Πάπιτς.
Ωστόσο, οι εφοδιαστικές αλυσίδες δεν παρουσιάζουν καθόλου εικόνα «ευθραυστότητας», συνέχισε, επισημαίνοντας πως η παγκόσμια οικονομία παρέμεινε λειτουργική στην διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία και του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία περνάει περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου με προορισμό τις διεθνείς αγορές.
Οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να δαπανήσουν δισεκατομμύρια τα επόμενα χρόνια για την ανάπτυξη δυνατοτήτων στην εφοδιαστική αλυσίδα. Φέτος το καλοκαίρι, το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας χορήγησε δάνεια ύψους 17,5 δισ. δολαρίων για την ενίσχυση της αμερικανικής εφοδιαστικής αλυσίδας στον πυρηνικό τομέα και διέθεσε 500 εκατ. δολάρια για έργα που αφορούν την επεξεργασία ορυκτών και υλικών, την κατασκευή μπαταριών και την ανάπτυξη υποδομών ανακύκλωσης.
Η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης
Οι δαπάνες αυτές έρχονται σε μια φάση που υπάρχει επενδυτικός πυρετός λόγω της άνθησης της τεχνητής νοημοσύνης, με ορισμένους επαγγελματίες της αγοράς να προειδοποιούν ότι οι δαπάνες σε ενεργειακές υποδομές και data centers είναι τουλάχιστον υπερβολικές.
Η Meta, η Microsoft, η Amazon και η Alphabet, τέσσερις από τις μεγαλύτερες εταιρείες που δαπανούν στην τεχνητή νοημοσύνη, σχεδιάζουν να δαπανήσουν ένα ποσό-ρεκόρ σε κεφαλαιουχικές δαπάνες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη φέτος, με τις τελευταίες προβλέψεις να ξεπερνούν τα 700 δισ. δολάρια.
Οι δαπάνες αυτών των εταιρειών αναμένεται να ξεπεράσουν τα 5 τρισ. δολάρια μέχρι το τέλος της δεκαετίας, σύμφωνα με την Goldman Sachs. Αυτό σημαίνει ότι θα ξεπεράσουν το ΑΕΠ της Ιαπωνίας.
«Οι επαναλαμβανόμενες διαταραχές στην προσφορά ωθούν τις κρατικές και επιχειρηματικές δαπάνες όχι μόνο στον τομέα της άμυνας, αλλά και στην ενέργεια, τις υποδομές και τη δημιουργία πλεονάζουσας δυναμικότητας στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι πληθωριστικές πιέσεις θα παραμείνουν αυξημένες προς το παρόν, ωστόσο η πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα ενδέχεται να προκαλέσει αποπληθωριστικές τάσεις κατά τη δεκαετία του 2030», συμπέρανε ο Πάπιτς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αποδόσεις των ομολόγων σημειώνουν άνοδο τις τελευταίες εβδομάδες, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγορά εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τον πληθωρισμό και την πορεία των δημοσιονομικών.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


