Πώς οι αποφάσεις της ΕΚΤ προμηνύουν αύξηση τιμών του ηλεκτρισμού
Των Παναγιώτη Σταυρόπουλου, ειδικού στη Λογιστική άνθρακα και στα κριτήρια ESG, Δίκτυο ενεργειακής Πολιτικής και Φώτη Ζαχαρόπουλου, ειδικού στον Σχεδιασμό και τη ρύθμιση ενεργειακών αγορών, Δίκτυο Ενεργειακής Πολιτικής
ΠΑΡΑ το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να επενδύει στην αναδιοργάνωση του ενεργειακού της μίγματος, ενισχύοντας την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, ο υψηλός κίνδυνος που συνδέεται με τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα αποτυπώνεται μέσα από το συνολικό ποσοστό του τραπεζικού δανεισμού των επιχειρήσεων.
Ο χρηματοοικονομικός κίνδυνος που απορρέει από την προσαρμογή της οικονομίας στους νέους κανόνες της αγοράς, με την υιοθέτηση τεχνολογιών χαμηλότερης ενεργειακής έντασης, επηρεάζει σημαντικά την πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζικών οργανισμών, καθώς απαιτούνται τεράστια κεφάλαια για τη χρηματοδότηση των «πράσινων» επενδύσεων.
Παναγιώτης Σταυρόπουλος
Η ΕΛΛΑΔΑ κατέχει το υψηλότερο συνολικό ποσοστό τραπεζικού δανεισμού προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη, το οποίο προσεγγίζει το 48%.
Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι το τραπεζικό σύστημα της χώρας καταγράφει την υψηλότερη έκθεση σε ενεργοβόρους κλάδους, με το μερίδιο των σχετικών δανείων (μπλε ένδειξη) να προσεγγίζει το 17,5%.
Παρ’ όλα αυτά, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL ratio) στον συγκεκριμένο τομέα παραμένει σε χαμηλά σχετικά επίπεδα, περίπου στο 1,7%, όπως αποτυπώνεται με τον ροζ ρόμβο.
Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), στις 24 Ιουλίου 2026, να επεκτείνει την εφαρμογή του συντελεστή κλιματικού κινδύνου (climate factor) από τα εταιρικά ομόλογα και στα εταιρικά δάνεια, μεταβάλλει σημαντικά τους όρους του παιχνιδιού.
Όταν ένας τραπεζικός οργανισμός δανείζεται από την ΕΚΤ, οφείλει να παρέχει περιουσιακά στοιχεία (εταιρικά ομόλογα) ως ενέχυρα για την εξασφάλισή του (collateral).
ΩΣΤΟΣΟ, η ΕΚΤ δεν αποτιμά όλα τα περιουσιακά στοιχεία στο 100% της ονομαστικής τους αξίας, αλλά εφαρμόζει κάποιες μειώσεις (haircuts) προκειμένου να προστατευτεί από πιθανή πτώση της αξίας τους.
Ο συντελεστής κλιματικού κινδύνου είναι ουσιαστικά μια πρόσθετη μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που συνδέεται με τον κίνδυνο μετάβασης (transition risk).

Φώτης Ζαχαρόπουλος
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ αυτό καθιστά τη χρηματοδότηση των τραπεζικών οργανισμών, με μεγάλο χαρτοφυλάκιο υψηλών εκπομπών CO2, από την ΕΚΤ ακριβότερη ή πιο περιοριστική ως προς την άντληση ρευστότητας, ειδικά όταν η ΕΚΤ θεωρεί ότι υπάρχει πιθανότητα να μειωθεί η αξία των ενέχυρων λόγω της μεγάλης έκθεσης στον κίνδυνο μετάβασης.
ΠΑΡΟΤΙ το μέτρο αυτό αποσκοπεί στη διαχείριση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου της ΕΚΤ, δυστυχώς επηρεάζει και την περιβαλλοντική πολιτική, καθώς προδιαθέτει ότι θα μειωθεί η αξία αποτίμησης των ενεχύρων και κατ’ επέκταση θα αυξηθεί το κόστος δανεισμού, ασκώντας πιέσεις στη ρευστότητα των τραπεζών.
Η ΥΨΗΛΗ συγκέντρωση δανείων σε ενεργοβόρους κλάδους καθηλώνει τον δείκτη Πράσινου Ενεργητικού (Green Asset Ratio – GAR) των ελληνικών τραπεζών σε χαμηλά επίπεδα, καθώς σημαντικό μέρος του χαρτοφυλακίου τους εξακολουθεί να είναι ταξινομημένο ως «μη πράσινο» (nonaligned), βάσει των κριτηρίων του EU Taxonomy.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, όσον αφορά τους πιστωτικούς κινδύνους (NPLs), ένα παρατεταμένο «σοκ» στις τιμές των ενεργειακών αγορών, σε συνδυασμό με την αυστηρότερη μεταχείριση των συγκεκριμένων δανείων από την ΕΚΤ, θα μπορούσε να πυροδοτήσει αύξηση των αθετήσεων (defaults) και να δημιουργήσει σημαντικές πιέσεις στη ρευστότητα των τραπεζικών οργανισμών.
ΑΝ ΣΕ ΟΛΑ τα παραπάνω συνδυάσουμε και τον δείκτη τιμών καταναλωτή (CPI, Figure 1), ο οποίος χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του πληθωρισμού, τότε ο τελικός καταναλωτής θα βρεθεί αντιμέτωπος με ακόμα υψηλότερες τιμές στα τρόφιμα και στην ενέργεια.
ΟΣΟΙ ΚΛΑΔΟΙ έχουν υψηλή εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και η βαριά βιομηχανία, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο μετάβασης.
Ο αυξημένος κίνδυνος μετάβασης μεταφράζεται σε αύξηση των επιτοκίων για τις τράπεζες και σε αυστηρότερα κριτήρια ESG για τις επιχειρήσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις επιβαρύνονται περισσότερο για δύο σημαντικούς λόγους.
ΑΦΕΝΟΣ επειδή θα δυσκολεύονται στην άντληση τραπεζικών δανείων καθώς οι τράπεζες θα επιδιώκουν την προστασία τους από ενδεχόμενες μειώσεις της αξίας των ενέχυρων (Haircuts) και αφετέρου επειδή δεν υπάρχει ακόμα ο μηχανισμός εκείνος για να αποδείξουν πόσο ανθρακικό αποτύπωμα διαθέτουν.
Από την άλλη μεριά, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν την αύξηση του τραπεζικού κινδύνου μεταφέροντας μέρος του κόστους δανεισμού στις τιμές των προϊόντων.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


