Πώς οι μεγάλες δυνάμεις διαμόρφωσαν τη Συρία και «εγκατέλειψαν» τους Κούρδους
Τον Αύγουστο του 2013, ο πρόεδρος Ομπάμα απηύθυνε επίσημο διάγγελμα δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξέταζαν το ενδεχόμενο στρατιωτικών πληγμάτων κατά του καθεστώτος Άσαντ, ως απάντηση στη χρήση χημικών όπλων εναντίον αμάχων.
Δύο χρόνια μετά την έναρξη του συριακού εμφυλίου πολέμου, τα δυτικά μέσα ενημέρωσης απέδιδαν ανθρωπιστικό χαρακτήρα απελευθέρωσης του συριακού λαού από έναν καταπιεστικό ηγέτη στην ενδεχόμενη αμερικανική επέμβαση, παρουσιάζοντάς την ως αποστολή αντικατάστασης μιας προσωποπαγούς απολυταρχίας από μια φιλελεύθερη δημοκρατία με δυτικές αξίες.
Στην πράξη, ωστόσο, οι δυναμικές της σύγκρουσης ήταν αισθητά πιο σύνθετες. Τα διακηρυγμένα ιδεώδη του εκδημοκρατισμού και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτούργησαν πρωτίστως ως αφηγηματικό πλαίσιο, το οποίο επικάλυπτε βαθύτερους γεωπολιτικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς και στόχους. Ο χαρακτήρας του πολιτικού συστήματος της Συρίας και οι κοινωνικές της αξίες είχαν ουσιαστικά δευτερεύουσα σημασία για τις αμερικανικές επιδιώξεις, καθώς η πολιτική ισχύος υπερίσχυε έναντι κανονιστικών ή αξιακών κριτηρίων. Το γεγονός ότι σήμερα παρέχεται στήριξη σε έναν ηγέτη με παρελθόν σύνδεσης με την αλ-Κάιντα καταδεικνύει με σαφήνεια αυτή την εργαλειακή προσέγγιση και αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ διακηρυγμένων αρχών και στρατηγικής πρακτικής.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ
Πρέπει εξαρχής να επισημανθεί ότι, μολονότι το καθεστώς Άσαντ ήταν εχθρικά διακείμενο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν συνιστούσε άμεση απειλή για την ασφάλειά τους. Ούτε αποτελούσε άμεση απειλή για το Ισραήλ —τουλάχιστον όχι υπό την έννοια της απειλής για την ίδια την κρατική του επιβίωση. Από την οπτική του Ισραήλ, ωστόσο, ο Άσαντ εκλαμβανόταν ως στρατηγική πρόκληση υψηλής σημασίας, λόγω της σταθερής και διαχρονικής του στήριξης προς την παλαιστινιακή υπόθεση και της ευθυγράμμισής του με δυνάμεις εχθρικές προς τα ισραηλινά στρατηγικά συμφέροντα. Στο βιβλίο «The Israel Lobby and U.S. Foreign Policy», ο John Mearsheimer υποστηρίζει ρητά ότι η απομάκρυνση του Άσαντ από την εξουσία υπήρξε διαχρονικός στρατηγικός στόχος του Ισραήλ.
Η αντίσταση στο καθεστώς Άσαντ
Η συγκρότηση μιας αποτελεσματικής αντιπολίτευσης, έναντι του Άσαντ, αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη. Ήδη πριν από τις δημόσιες δηλώσεις του περί ενδεχόμενης στρατιωτικής επέμβασης, ο πρόεδρος Ομπάμα είχε μυστικά εγκρίνει την εμπλοκή της CIA μέσω της επιχείρησης που έγινε γνωστή ως Timber Sycamore, ενός προγράμματος εκπαίδευσης και εξοπλισμού αντικαθεστωτικών δυνάμεων στη Συρία. Η μυστική αυτή δραστηριότητα αντανακλούσε την πολιτική επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών να ενισχύσουν ένοπλα τμήματα της αντιπολίτευσης σε μια περίοδο κατά την οποία η εξέγερση της Αραβικής Άνοιξης παρουσίαζε αβέβαιες δυνατότητες να εξελιχθεί, από μόνη της, σε μια συνεκτική και αξιόπιστη πρόκληση προς το καθεστώς. Με σημαντική συμβολή της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας, καταβλήθηκαν στη συνέχεια προσπάθειες για τη συγκρότηση μιας βιώσιμης αντιπολιτευτικής δύναμης ικανής να αντιμετωπίσει τον Άσαντ τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Ο Άσαντ, Αλαουίτης —μειονότητα εντός του Ισλάμ— υπήρξε επικεφαλής ενός καθεστώτος με ιδεολογικές ρίζες στο ιστορικό Baathist πλαίσιο του αραβικού εθνικισμού και σοσιαλισμού. Ο πατέρας του, Χαφέζ αλ-Άσαντ, είχε εγκαθιδρύσει στενές και μακράς διάρκειας στρατηγικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, τις οποίες ο ίδιος ο Άσαντ διατήρησε και προσαρμόσε στο πλαίσιο της μετασοβιετικής συνεργασίας με τη Ρωσία.
Πριν από το 2011, το καθεστώς διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με δυτικές κυβερνήσεις, γεγονός που ενίσχυε την εικόνα του Άσαντ ως σχετικά πραγματιστή και κοσμικού ηγέτη. Με αυτά τα δεδομένα, η κινητοποίηση μιας αποτελεσματικής αντιπολίτευσης απαιτούσε τη συγκρότηση ενός κατά βάση σουνιτικού, δεξιόστροφου, συντηρητικού και υποστηριζόμενου από τις ΗΠΑ συνασπισμού, ο οποίος σταδιακά θα υιοθετούσε πιο σκληροπυρηνικές θέσεις προκειμένου να διατηρήσει την ικανότητά του να αμφισβητήσει το καθεστώς.
Οι Κούρδοι και το ISIS
Όταν, στις 10 Σεπτεμβρίου 2014, ο πρόεδρος Ομπάμα ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πραγματοποιούσαν αεροπορικές επιδρομές κατά του ISIS στη Συρία, η κατάσταση επί του πεδίου απείχε πολύ από το να είναι πλήρως κατανοητή από το δυτικό κοινό. Η ταχεία άνοδος του Ισλαμικού Κράτους και η εγκαθίδρυση ενός αυτοανακηρυχθέντος χαλιφάτου, ακολουθούμενες από τη σταδιακή του αποδυνάμωση μέσω της δράσης ενός διεθνούς συνασπισμού, διαμόρφωσαν το κυρίαρχο δυτικό αφήγημα: οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι εταίροι τους μάχονται ταυτόχρονα τον ριζοσπαστισμό, όπως αυτός ενσαρκωνόταν από το ISIS, και τον «αναχρονιστικό» αυταρχισμό του Άσαντ.
Οι Κούρδοι αναδείχθηκαν σε κομβικό δρώντα στη Συρία κυρίως μετά το 2015, όταν άρχισαν να λαμβάνουν στήριξη, από τον υπό τις ΗΠΑ συνασπισμό, στον αγώνα κατά του ISIS. Κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, υπέστησαν σφοδρές επιθέσεις από δυνάμεις υποστηριζόμενες από την Τουρκία, ενώ κατά διαστήματα προέβησαν σε περιορισμένο συντονισμό με τις δυνάμεις του Άσαντ στη βορειοανατολική Συρία για την αντιμετώπιση κοινών απειλών. Στα αρχικά στάδια του εμφυλίου, η απόσυρση των καθεστωτικών δυνάμεων από την περιοχή επέτρεψε στους Κούρδους να εδραιώσουν ουσιαστική de facto αυτονομία.
Από το καθεστώς Άσαντ, οι Σύροι Κούρδοι αντιμετώπισαν μακροχρόνιες διακρίσεις και καταπίεση, αν και οι ιστορικοί δεσμοί υπήρξαν σύνθετοι. Ενδεικτικά, ο Χαφέζ αλ-Άσαντ παρείχε καταφύγιο στον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ιδρυτή του PKK, κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990, στο πλαίσιο της στρατηγικής της Δαμασκού έναντι της Τουρκίας, έως την απέλασή του το 1998 κατόπιν της Συμφωνίας των Αδάνων. Σημαντικά τμήματα των Σύρων Κούρδων διατηρούσαν επίσης διαχρονική στήριξη προς την παλαιστινιακή υπόθεση, αντανακλώντας ευρύτερες περιφερειακές πολιτικές ευθυγραμμίσεις.
Σε ό,τι αφορά το δυτικοκεντρικό αφήγημα για τα γεγονότα στη Συρία, η παρούσα ανάλυση δεν αποσκοπεί ούτε στην υιοθέτηση ούτε στην απόρριψή του. Ωστόσο, καθίσταται αναγκαίο να ληφθούν υπόψη και οι οπτικές του Ιράν και της Ρωσίας, οι οποίες αμφότερες στήριζαν ενεργά τον Άσαντ εκείνη την περίοδο και συγκρούστηκαν επίσης με τον ISIS.
Ρωσία και Ιράν
Έως και σήμερα, το Ιράν και η Ρωσία δικαιολογούν τη στήριξή τους προς τον Άσαντ επικαλούμενες την ευθυγράμμιση των Ηνωμένων Πολιτειών με ορισμένες σουνιτικές αντικαθεστωτικές ομάδες, εκ των οποίων κάποιες ριζοσπαστικοποιήθηκαν ή κινήθηκαν σε πεδία αλληλεπικάλυψης με το ISIS, με τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας και της Τουρκίας. Όταν τμήματα αυτής της δυναμικής διέφυγαν του εξωτερικού ελέγχου και άρχισαν να απειλούν άμεσα αμερικανικά συμφέροντα, η Ουάσιγκτον αναπροσάρμοσε την πολιτική της, θέτοντας ως προτεραιότητα την καταπολέμησή τους.
Η συλλογιστική αυτή των δύο δυνάμεων, ενισχύεται περαιτέρω υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν πλέον πρώην τζιχαντιστική φιγούρα ως ηγετική μορφή στη Συρία· το Ιράν έχει αντιμετωπίσει με συνέπεια τζιχαντιστικές οργανώσεις σε πολλαπλά περιφερειακά μέτωπα της Μέσης Ανατολής· και η αμερικανική πολιτική και στρατηγική στήριξη προς τους βασικούς περιφερειακούς της εταίρους στον αγώνα κατά του ISIS, ιδίως τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), έχει περιοριστεί σε βαθμό που υπονομεύει την αξιοπιστία της.
Το σημερινό στρατηγικό τοπίο
Κάθε κομβικός παράγοντας στη συριακή σύγκρουση επιδίωξε διακριτούς στρατηγικούς στόχους ώστε να εξασφαλίσει μερίδιο από τα επακόλουθα οφέλη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επεδίωξαν την απομάκρυνση ενός καθεστώτος που θεωρούνταν εχθρικό προς το Ισραήλ και ευθυγραμμισμένο με το Ιράν και τη Ρωσία. Το Ισραήλ επεδίωξε μια κατακερματισμένη Συρία, ανίκανη να στηρίξει την παλαιστινιακή υπόθεση ή να αποτελέσει στρατηγική πρόκληση για εκείνο. Η Σαουδική Αραβία στόχευσε στην εγκαθίδρυση κυβέρνησης στη Δαμασκό συμβατής με τα συμφέροντά της, ενώ η Τουρκία επιδίωξε εδαφική επιρροή και μακροπρόθεσμο στρατηγικό έλεγχο. Οι Κούρδοι, αντιθέτως, παρέμειναν στο περιθώριο, λειτουργώντας περισσότερο ως διαπραγματευτικό χαρτί παρά ως κεντρικοί παράγοντες στον στρατηγικό αυτό υπολογισμό.
Σε πιο άμεσο χρονικό ορίζοντα, το Ισραήλ παγιώνει έναν έλεγχο που ενδέχεται να αποδειχθεί μη αναστρέψιμος επί των Υψιπέδων του Γκολάν, καθώς και του Όρους Ερμών —ενός κομβικού υψομετρικού και πληροφοριακού σημείου που ενισχύει την πίεση προς τη Χεζμπολάχ, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τη συνολική επιχειρησιακή του ετοιμότητα στην περιοχή. Η Τουρκία, από την πλευρά της, διασφαλίζει καθοριστική επιρροή στη νέα συριακή αρχιτεκτονική, περιορίζοντας συστηματικά τις κουρδικές δομές και αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο εντός του συριακού εδάφους σε στρατιωτικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Η Σαουδική Αραβία προσδοκά οικονομικά οφέλη μέσω επενδύσεων και έργων ανασυγκρότησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι κουρδικές επιδιώξεις υποτάσσονται σε ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους.
Ωστόσο, τα στρατηγικά αυτά επιτεύγματα συνοδεύονται από τεράστιο ανθρώπινο κόστος. Από την έναρξη του συριακού εμφυλίου το 2011, εκτιμάται ότι περισσότερες από 500.000 ζωές έχουν χαθεί, με σημαντικό μέρος αυτών να είναι άμαχοι. Περίπου 11–13 εκατομμύρια Σύροι έχουν εκτοπιστεί· περισσότερα από 7 εκατομμύρια είναι εσωτερικά εκτοπισμένοι και πάνω από 5 εκατομμύρια έχουν αναζητήσει καταφύγιο στο εξωτερικό, καθιστώντας την κρίση μια από τις μεγαλύτερες μετακινήσεις πληθυσμών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ολόκληρες πόλεις, υποδομές, νοσοκομεία, σχολεία και μέσα βιοπορισμού έχουν υποστεί εκτεταμένες καταστροφές, αφήνοντας μεγάλο μέρος της χώρας κοινωνικά και οικονομικά διαλυμένο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθρώπινη ζωή συχνά υποτάχθηκε σε στρατηγικούς υπολογισμούς, εγείροντας διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με τη νομιμοποίηση, την αποτελεσματικότητα και τις ηθικές συνέπειες πολιτικών που εστιάζουν στην αλλαγή καθεστώτων και εγχειρημάτων εξωτερικής κατασκευής κρατών (nation-building) ) — ερωτήματα που τις απαντήσεις τους, η ιστορία θα κρίνει.


