Πού είναι τα πιο χρεωμένα νοικοκυριά της Ευρώπης; Όχι εκεί που θα περίμενε κανείς
Ο χάρτης χρέους των νοικοκυριών στην Ευρώπη αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή ανατροπή στη γραμμή Βορρά-Νότου. Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat καταρρίπτουν το παραδοσιακό στερεότυπο που θέλει τον ευρωπαϊκό Νότο να ζει πέρα από τις δυνατότητές του και τον Βορρά να αποταμιεύει. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται εντελώς διαφορετική, καθώς τα πλέον υπερχρεωμένα νοικοκυριά της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντοπίζονται στον εύρωστο Βορρά και όχι στις νότιες οικονομίες, οι οποίες συνήθως αντιμετωπίζονται ως οι πιο ευάλωτες της ηπείρου.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που δημοσιοποίησε η Eurostat,και επικαλείται το Euronews, το χρέος των νοικοκυριών διαμορφώθηκε το 2025 στο 49,4% του ΑΕΠ για την ΕΕ και στο 50,7% για την ευρωζώνη.
Αμφότεροι οι δείκτες καταγράφουν σταθερή ετήσια υποχώρηση από το 2020, όταν ξεπερνούσαν το 60%. Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αποτυπώνει το μεμονωμένο χρέος κάθε νοικοκυριού, αλλά παρέχει τη συνολική εικόνα για το επίπεδο μόχλευσης των ιδιωτών σε σχέση με το εθνικό εισόδημα. Η συσχέτιση του εν λόγω δανεισμού με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) επιτρέπει την ασφαλή σύγκριση μεταξύ κρατών διαφορετικού οικονομικού μεγέθους, συνδέοντας άμεσα το ιδιωτικό χρέος με τη συνολική παραγωγικότητα της κάθε οικονομίας.
Το υψηλό ιδιωτικό χρέος δεν συνιστά απαραίτητα πρόβλημα. Χώρες με ώριμες στεγαστικές αγορές, υψηλά ποσοστά δανειοδοτούμενης ιδιοκατοίκησης ή εξελιγμένα χρηματοπιστωτικά συστήματα εμφανίζουν παραδοσιακά αυξημένους δείκτες. Εντούτοις, η υπερβολική μόχλευση ενδέχεται να βαθύνει τις οικονομικές υφέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ορίζει το 55% του ΑΕΠ ως το όριο πέρα από το οποίο ο δανεισμός των νοικοκυριών μετατρέπεται σε μακροοικονομικό κίνδυνο. Ιστορικά, το ιδιωτικό και όχι το δημόσιο χρέος είναι αυτό που πυροδοτεί τις πιστωτικές κρίσεις, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία ξεκίνησε από τους ισολογισμούς των νοικοκυριών.
Το ευρωπαϊκό παράδοξο εστιάζεται στη γεωγραφική ανατροπή των δεικτών, καθώς επτά κράτη-μέλη της ΕΕ ξεπερνούν το όριο ασφαλείας του 55% του ΑΕΠ, με το σύνολό τους να εντοπίζεται στη βόρεια και δυτική Ευρώπη. Αντιθέτως, ο ευρωπαϊκός Νότος, παρά το ιστορικό επιβαρυμένο δημόσιο χρέος, καταγράφει ιδιαίτερα συγκρατημένο ιδιωτικό δανεισμό.
Τα ιταλικά νοικοκυριά οφείλουν μόλις το 35,9% του ΑΕΠ, έναντι 38,0% στην Ελλάδα και 42,9% στην Ισπανία, επιδόσεις που υποχωρούν αισθητά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ενώ οι νότιες κυβερνήσεις συγκαταλέγονται στις πλέον υπερχρεωμένες της ηπείρου, οι ιδιώτες αποδεικνύονται σαφώς πιο συντηρητικοί δανειολήπτες συγκριτικά με τους βορειοευρωπαίους.
Οι 10 πιο επιβαρυμένες χώρες της ΕΕ:
10. Γερμανία (49,0%): Η ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης προσεγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο λόγω του εξαιρετικά χαμηλού ποσοστού ιδιοκατοίκησης, το οποίο το 2022 περιορίστηκε στο 46,7%. Η εκτεταμένη αγορά ενοικίων, το ελεγχόμενο κόστος στέγασης και η απουσία φοροαπαλλαγών για τόκους στεγαστικών δανείων περιόρισαν ιστορικά την ανάγκη λήψης μεγάλων τραπεζικών χορηγήσεων.
9. Πορτογαλία (53,9%): Το ιδιωτικό χρέος άγγιξε τα 171 δισεκατομμύρια ευρώ στα τέλη του 2025, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 8,6% λόγω της στεγαστικής πίστης, σε μια περίοδο ραγδαίας ανόδου των τιμών στα ακίνητα. Η έκθεση των νοικοκυριών κρίνεται υψηλή, καθώς άνω του 90% των στεγαστικών δανείων συνδέεται με κυμαινόμενα ή μικτά επιτόκια βασισμένα στο Euribor, καθιστώντας τους δανειολήπτες ευάλωτους στις μεταβολές των επιτοκίων της ΕΚΤ.
8. Κύπρος (54,2%): Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ο σχετικός δείκτης παρουσιάζει κάμψη περίπου 62% από τον Δεκέμβριο του 2016. Εντούτοις, το 34% του συνολικού χρέους αφορά παλαιά μη εξυπηρετούμενα δάνεια που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων και τελούν υπό σταδιακή αποπληρωμή.
7. Βέλγιο (56,4%): Το 43,1% των νοικοκυριών διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία με στεγαστικό δάνειο —επίδοση αισθητά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 24,3%— με τη συντριπτική πλειονότητα να αφορά σταθερά επιτόκια. Η Εθνική Τράπεζα του Βελγίου κατέγραψε ισχυρή άνοδο στη στεγαστική πίστη το 2025, με τις νέες χορηγήσεις να εκτινάσσονται στα 40,7 δισεκατομμύρια ευρώ από 31,7 δισεκατομμύρια το προηγούμενο έτος.
6. Γαλλία (59,5%): Η εγχώρια αγορά κυριαρχείται από σταθερά επιτόκια, με τον δανεισμό κυμαινόμενου τύπου να αποτελεί εξαίρεση. Οι χορηγήσεις υπόκεινται σε αυστηρά κριτήρια, καθώς η μηνιαία δόση γενικά δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τρίτο του καθαρού εισοδήματος των δανειοληπτών, βάσει ανώτατου ορίου που επικαιροποιεί μηνιαίως η Τράπεζα της Γαλλίας.
5. Λουξεμβούργο (60,5%): Η επιβάρυνση εμφανίζει έντονη συγκέντρωση, καθώς τα στεγαστικά δάνεια αποτελούν το 90% του ιδιωτικού χρέους. Εντούτοις, σχεδόν τα μισά νοικοκυριά δεν βαρύνονται με οφειλές, ενώ ο μέσος καθαρός πλούτος άγγιζε τις 676.000 ευρώ.
4. Φινλανδία (62,9%): Το χρέος προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τον στεγαστικό τομέα. Τα ατομικά στεγαστικά δάνεια αντιπροσωπεύουν το 63% των οφειλών. Ωστόσο, αν προστεθούν και τα κοινόχρηστα δάνεια για την κατασκευή ή τη συντήρηση των πολυκατοικιών —τα οποία επιβαρύνουν αυτόματα κάθε νέο αγοραστή διαμερίσματος— το συνολικό μερίδιο εκτινάσσεται στο 75%. Η Τράπεζα της Φινλανδίας αυστηροποιεί το ρυθμιστικό πλαίσιο για αυτού του είδους τον δανεισμό με στόχο τη συγκράτηση των ανοιγμάτων.
3. Σουηδία (82,3%): Αποτελεί μία από τις πλέον εξαρτημένες αγορές από τη στεγαστική πίστη στην Ευρώπη. Η κυριαρχία των κυμαινόμενων επιτοκίων αφήνει τους ιδιώτες πλήρως εκτεθειμένους στις μεταβολές του κόστους δανεισμού, ευπάθεια που αναδείχθηκε έντονα κατά τον πρόσφατο κύκλο σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
2. Δανία (84,1%): Η Εθνική Τράπεζα της Δανίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζουν το υψηλό ακαθάριστο χρέος ως σήμα κινδύνου, επισημαίνοντας πάντως ότι αυτό εξισορροπείται από ισχυρές συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις και πάγια περιουσιακά στοιχεία. Ωστόσο, οι οφειλές ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος προσέγγισαν το 177%, καταγράφοντας μία από τις υψηλότερες επιδόσεις στην ΕΕ.
1. Ολλανδία (93,5%): Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται τα πιο χρεωμένα νοικοκυριά της ηπείρου. Η De Nederlandsche Bank αποδίδει την πρωτιά στα ισχυρά κυβερνητικά κίνητρα για τη λήψη στεγαστικών δανείων, όπως οι φοροαπαλλαγές και τα χαλαρά κριτήρια που επιτρέπουν χρηματοδότηση έως και στο 100% της αξίας του ακινήτου. Το άνοιγμα αυτό εξισορροπείται από μεγάλα συνταξιοδοτικά κεφάλαια και υψηλά επίπεδα ιδιωτικού πλούτου.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


