Προεκλογική περίοδος και «κοινή γνώμη»

Ημερομηνία: 30-04-2026



Κατά την εξέλιξη της προεκλογικής περιόδου στην οποία, ατύπως, έχουμε εισέλθει, οι πολίτες θα έχουν πάλι την ευκαιρία να παρακολουθούν καθημερινά στις οθόνες διάφορες εκφάνσεις της αλλαγής του ορισμού της πολιτικής. Μιας αλλαγής η οποία εξελίσσεται πια εδώ και πολλά χρόνια, συμβάλλοντας και αυτή στην απομάκρυνση πολλών πολιτών από τα κόμματα και την πολιτική.

Θα έχουμε πάλι τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε, σε πλήρη εξέλιξη, τον σημερινό σύνθετο καταμερισμό της πολιτικής εργασίας η οποία έχει προ πολλού μετατοπιστεί, δίνοντας οριστικά τα πρωτεία στην πολιτική ζήτηση εις βάρος της πολιτικής προσφοράς· τον μετασχηματισμό της μηχανισμών παραγωγής, διάχυσης και εκπροσώπησης της «κοινής γνώμης». Η προεκλογική περίοδος θα αποτελέσει πάλι, δυνητικά, μια περίοδο πειραματική για τους πολίτες. Οφείλει, παρ’ όλα αυτά, να αποτελέσει και ευκαιρία αναστοχασμού για τα επιτελεία των κομμάτων, προκειμένου να κατανοήσουν γιατί οι πολίτες συνεχίζουν να γυρίζουν την πλάτη στο πολιτικό σύστημα.

Πράγματι, έχει ξεκινήσει μια περίοδος κατά την οποία θα ξεδιπλωθεί εντονότερα και θα φανερώνεται συχνότερα μπροστά μας ο μετασχηματισμός του πολιτικού πεδίου, εγκαθιδρύοντας έναν νέο τρόπο κυριαρχίας στο εσωτερικό του. Πρόκειται για έναν τύπο κυριαρχίας ο οποίος θεμελιώνεται σε έναν ειδικό σχηματισμό σχέσεων δύναμης μεταξύ διαφόρων σχετικά αυτόνομων πεδίων (πολιτικού, οικονομικού, δημοσιογραφικού, επιστημονικού, κ.ά.), τα οποία μετέχουν, με τα δικά τους διακυβεύματα και τις ειδικές λογικές τους στο πεδίο της εξουσίας. Αυτός που κυριαρχεί σ’ αυτόν τον νέο πολιτικο-δημοσιογραφικο-«επιστημονικό» χώρο που ονομάζεται «πολιτικός» δεν είναι ούτε οι πολιτολόγοι-εκλογολόγοι-δημοσκόποι, ούτε οι άνθρωποι των ΜΜΕ, ούτε οι «εκπροσωπούμενοι» πολίτες (ως «ακροαματικότητα», ως δείγμα», ως «αριθμός»…), ούτε οι σύμβουλοι επικοινωνίας, ούτε καν οι πολιτικοί. Ο καθένας κυριαρχεί σ’ έναν βαθμό στον άλλο, ενώ, ταυτόχρονα, είναι έντονα εξαρτημένος από αυτόν, και όλοι μαζί, υπό τους καταναγκασμούς των απρόσωπων και ανώνυμων νόμων της οικονομικής αγοράς και του θεμελιωμένου στα Μέσα και τα Δίκτυα κάθε λογής «χειροκροτόμετρου» που υιοθετούν και επιβάλλουν, συμβάλλουν στη διασφάλιση της άσκησης κυριαρχίας μέσα σ’ αυτόν τον νέο πολιτικό χώρο και στη σφαίρα στην οποία παράγονται οι όροι διακυβέρνησης των πολιτών.

Ιδιαίτερα, θα έχουμε τη δυνατότητα, εξαιτίας του «ρευστού σκηνικού», όπως συνήθως λέγεται, να εξετάσουμε πάλι με προσοχή την προσπάθεια των ειδικών της «κοινής γνώμης» να καταστήσουν απαραίτητες τις υπηρεσίες τους, να ριζώσουν τόσο καλά την πίστη στην ύπαρξη μιας «κοινής γνώμης», ώστε να πάψει να γίνεται πλέον αντιληπτή ως πίστη (δεν μιλάμε, πράγματι, πλέον για τη κοινή γνώμη σαν να μιλάμε «για ένα είδος προσωπικότητας»), συμβάλλοντας δραστικά στην αποδυνάμωση του κύρους των πολιτικών ως θεματοφυλάκων των συλλογικών αξιών. Πόσες άραγε συζητήσεις θα παρακολουθήσουμε που θα μας επιβεβαιώσουν πως η δημοκρατία δεν απειλείται τόσο από τον ολοκληρωτισμό και τον αγνωστικισμό, όπως συχνά επιχειρηματολογούν οι υπεύθυνοι των ερευνών «κοινής γνώμης» όταν τους ασκείται κριτική σε τεχνικό επίπεδο, όσο από τη δημαγωγία, τη δημοκοπία και τον κυνισμό που ενθαρρύνει η πρακτική αυτών των ερευνών, καθώς και από τον αντικοινοβουλευτισμό που υποθάλπει την χωρίς τεκμηρίωση καταγγελία τους.

Όλα μας πείθουν πως είναι πολύ δύσκολο, αν και απολύτως απαραίτητο για τη διασφάλιση της ίδιας της δημοκρατίας, να αναδυθούν πολιτικοί φορείς των οποίων η πολιτική σκέψη και πράξη θα αποδομεί τον τρόπο λειτουργίας και των λειτουργιών του σημερινού αυτού πολιτικού παιχνιδιού, θα δημιουργεί μια ρήξη με ένα περιβάλλον που συγκροτείται από βιαστικούς τεχνοκράτες, οι οποίοι αγνοούν σχεδόν τα πάντα από την καθημερινή ύπαρξη των συμπολιτών τους και, κυρίως, αγνοούν το βάθος της άγνοίας τους αυτής· μια ρήξη με τη μαγεία των σφυγμομετρήσεων, αυτής της ψευτοεπιστημονικής τεχνολογίας ορθολογικής δημαγωγίας που ασκούν τα νέου τύπου μαντεία και οι «λαοφόροι» που τα υπηρετούν· μια διάρρηξη με αυτό το τέχνημα που ονομάζεται «κοινή γνώμη», το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο από εκβιαστικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που επιβάλλονται σε άτομα τα οποία δεν τις θέτουν τα ίδια στους εαυτούς τους, τουλάχιστον με ίσους όρους.

Πράγματι, δεν είναι πολύ πιθανό να γίνουμε μάρτυρες στην παρούσα προεκλογική περίοδο πολιτικών προτάσεων και πρακτικών για τις οποίες οι πολίτες θα πάψουν να υπάρχουν ως στοιχεία στατιστικών τάσεων, ως δείκτες σφυγμομετρήσεων και ως τηλεθεατές που κοιτούν στην τηλεόραση τους αγώνες που εκτυλίσσονται στο όνομά τους μεταξύ των διαφόρων «φυλών» ενός πολιτικού κόσμου που υπακούει μόνο στις ενδογενείς του συγκρούσεις.

Ωστόσο, όλα τείνουν να δείξουν πως η υιοθέτηση μιας αντίθετης προοπτικής θέασης των πραγμάτων από τη μεριά των πολιτικών φορέων, αν όχι ικανή, είναι αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να ξεπεραστούν τα παραλυτικά αποτελέσματα της εμπειρίας της απομάγευσης της πολιτικής και του συλλογικού αισθήματος απελπισίας απέναντι στο κράτος, που ακινητοποιεί πολιτικά όλο και περισσότερο κόσμο.

*Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος