Προτεραιότητες μίας Εθνικής Πολιτικής για την Οικογένεια με δημογραφικό πρόσημο
Τoυ Γαβριήλ Αμίτση, καθηγητή Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας, διευθυντή του Ερευνητικού Εργαστηρίου Κοινωνικής Διοίκησης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής
ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΑΝΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΗ κατανόηση από το σύνολο των θεσμών (κράτος, αγορά, κοινωνία των πολιτών) των επιπτώσεων της δημογραφικής κατάρρευσης στην κοινωνικοοικονομική συνοχή και στη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας της χώρας μας (υπό το πρίσμα ιδιαίτερα σύνθετων αναμενόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων), ο σχετικός δημόσιος διάλογος περιορίζεται κατά βάση σε στατιστικές διαπιστώσεις και δεν επεκτείνεται στο κρίσιμο διακύβευμα της ανάπτυξης βιώσιμων οικογενειακών πολιτικών με ισχυρό δημογραφικό πρόσημο.
Αν και το σχετικό διακύβευμα έχει αναδειχθεί ως προτεραιότητα από συγκεκριμένους φορείς -όπως η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδας, το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, η Ανώτατη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδας και το Ερευνητικό Εργαστήριο Κοινωνικής Διοίκησης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής-, δεν έχει ενταχθεί ακόμα στον σκληρό πυρήνα της συζήτησης για την ευημερία της ελληνικής κοινωνίας.
ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΕΣ οικογενειακές πολιτικές (public family policies) περιλαμβάνουν φορολογικά πλεονεκτήματα (ιδίως υπέρ των πολυμελών οικογενειών), οριζόντιες ή στοχευμένες οικονομικές παροχές από τα συστήματα κοινωνικής προστασίας, δράσεις υπέρ της ισότητας ανδρών και γυναικών και καταπολέμησης των έμφυλων διακρίσεων στην αγορά εργασίας, ποιοτικές υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας των παιδιών και άλλων εξαρτημένων ατόμων, κατοχύρωση των οικογενειακών δικαιωμάτων στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, πρακτικές ορθολογικού συνδυασμού του οικογενειακού και του επαγγελματικού βίου (π.χ., γονικές άδειες ή επιλογή μειωμένου ωραρίου εργασίας από γονείς με ανήλικα παιδιά).
Τα κίνητρα των πολιτικών αυτών διαφοροποιούνται στα κράτη της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας, αλλά υπόκεινται σε δύο βασικές αρχές: α) τη διασφάλιση της ηθικής, οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας των παιδιών, β) την εξασφάλιση της δυνατότητας των γονέων να ανατρέφουν τα παιδιά τους συνδυάζοντας τις απαιτητικές οικογενειακές υποχρεώσεις με την επαγγελματική και την κοινωνική τους ζωή.
ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ, όμως, με την πλειονότητα των κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, η ελληνική πολιτεία δεν έχει επιλέξει -παρά την πρόβλεψη σχετικών συνταγματικών ρητρών τόσο για την προστασία της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας και των παιδιών όσο και για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής- να ενεργοποιήσει το πλαίσιο μίας Εθνικής Πολιτικής για την Οικογένεια με ισχυρό δημογραφικό πρόσημο.
Παράλληλα, παραμένουν σε ισχύ -ακόμα και μετά τη λήξη ένταξης της χώρας στους Μηχανισμούς Δημοσιονομικής Προσαρμογής- αμφίσημες πολιτικές επιλογές της δεκαετίας του 2010, οι οποίες:
α) Δημιουργούν ισχυρές συστημικές στρεβλώσεις (όπως η χρήση γραφειοκρατικών προνοιακών τεχνικών για την άσκηση δημογραφικών πολιτικών οριζόντιου χαρακτήρα).
β) Καταργούν κρίσιμα κοινωνικά κεκτημένα χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος (όπως η κατάργηση αρκετών πλεονεκτημάτων των πολυτέκνων οικογενειών).
γ) Απορρυθμίζουν την προστασία των οικογενειών σε περίπτωση βασικών ασφαλιστικών κινδύνων (όπως η κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου των οικογενειακών βαρών, καθώς το 2014 καταργήθηκαν με την υποπαράγραφο ΙΑ 3 του Ν. 4245/2014 οι σχετικές παροχές που χορηγούνταν από τον ΟΑΕΔ μέσω του Διανεμητικού Λογαριασμού Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών).
ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ των επιλογών αυτών είναι προφανή. Η ελληνική πολιτεία έχει εγκλωβιστεί στην κατηγορία των κρατών-μελών της Ε.Ε. με χαμηλά ποσοστά γονιμότητας (1,26% το 2023), τις χαμηλότερες επενδύσεις στον τομέα «οικογενειακές παροχές/παροχές για παιδιά» ως ποσοστό του ΑΕΠ (1,3% το 2022) και τα μεγαλύτερα ποσοστά παιδικής φτώχειας (27% το 2024).
Η ΣΥΣΤΑΣΗ του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας τον Ιούνιο του 2023, με πρωτοβουλία του προέδρου της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, αποτέλεσε την ιδεολογική αφετηρία ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος οικογενειακής και δημογραφικής πολιτικής, δημιουργώντας για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση επιτελικούς μηχανισμούς στο επίπεδο της κεντρικής διοίκησης με στόχο την ενίσχυση της προστασίας της οικογένειας και τη δημογραφική αναζωογόνηση της χώρας.
Όμως, η βαρυσήμαντη αυτή πολιτική παρέμβαση πρέπει να θωρακιστεί με τα αντίστοιχα θεσμικά, επιχειρησιακά και χρηματοδοτικά εργαλεία.
Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ μίας Εθνικής Πολιτικής για την Οικογένεια με ισχυρό δημογραφικό πρόσημο αξίζει, επομένως, να επικυρωθεί ως η νέα «μεγάλη Κοινωνική Συμφωνία» της μεταμνημονιακής Ελλάδας υπό το πρίσμα τριών βασικών εγγυήσεων:
α) Η θεσμική κατοχύρωση της πολιτικής με την άμεση υιοθέτηση ενός πρότυπου νόμου – πλαισίου για την οικογένεια και ενός νόμου – πλαισίου για την προστασία της πολύτεκνης οικογένειας, εισάγοντας τόσο δικαιώματα που καταργήθηκαν αδικαιολόγητα την περίοδο ένταξης της χώρας στους Μηχανισμούς Δημοσιονομικής Προσαρμογής όσο και νέα δικαιώματα
(όπως ιδίως το δικαίωμα των οικογενειών σε ποιοτικές τυπικές υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας των παιδιών και άλλων εξαρτημένων ατόμων, το δικαίωμα κοινωνικής προστασίας των άτυπων οικογενειακών φροντιστών, το δικαίωμα εναλλακτικής φροντίδας των παιδιών σε κίνδυνο).
β) Η επιχειρησιακή νομιμοποίηση της πολιτικής με τη σύσταση Εθνικού Συμβουλίου Οικογένειας (Παρά τω Πρωθυπουργώ), με τη συμμετοχή εκπροσώπων των πλέον αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των οικογενειών και των κοινωνικών εταίρων, καθώς και την ίδρυση Γραφείου Οικογενειακών και Δημογραφικών Πολιτικών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο (στο πρότυπο του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή), που θα υπάγεται απευθείας στον Πρόεδρο της Βουλής.
γ) Η χρηματοδοτική βιωσιμότητα της πολιτικής με τη σύσταση Εθνικού Ταμείου Οικογενειακής και Δημογραφικής Αναζωογόνησης (στο πρότυπο του Υπερταμείου / Growthfund), που θα αξιοποιεί πόρους του κρατικού προϋπολογισμού, της Ε.Ε. (Πολιτική Συνοχής, Ειδικά Χρηματοδοτικά Μέσα) και άλλων διεθνών οργανισμών, υποστηρίζοντας παράλληλα την ήδη
δυναμική συνεισφορά των ιδιωτικών επιχειρήσεων, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και της Εκκλησίας της Ελλάδας για την προστασία του παιδιού και της οικογένειας.


