Πρωτοφανείς καταστάσεις στην αγορά ομολόγων

Ημερομηνία: 01-09-2026



Η απόδοση του δεκαετούς ιαπωνικού ομολόγου επέστρεψε στα επίπεδα του 1996. Η αλλαγή δεν απειλεί μόνο τα δημόσια οικονομικά του Τόκιο: μπορεί να φέρει πίσω στην Ιαπωνία δισεκατομμύρια που σήμερα χρηματοδοτούν τις ΗΠΑ και τις διεθνείς αγορές.

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες η Ιαπωνία υπήρξε η μεγάλη εξαίρεση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος: η χώρα όπου το χρήμα ήταν σχεδόν δωρεάν, οι αποδόσεις των ομολόγων καθηλωμένες κοντά στο μηδέν και η κεντρική τράπεζα πανταχού παρούσα ως αγοραστής τελευταίας καταφυγής.

Αυτή η εποχή τελείωσε και τυπικά την Τρίτη, όταν η απόδοση του δεκαετούς ιαπωνικού κρατικού ομολόγου άγγιξε το 3% για πρώτη φορά από το 1996. Το εντυπωσιακό είναι πως μόλις πριν από έναν χρόνο βρισκόταν περίπου στο μισό. Η ταχύτητα της ανόδου είναι εξίσου εντυπωσιακή με το ίδιο το επίπεδο – και οι συνέπειές της δεν περιορίζονται στην Ιαπωνία.

Το 3% αποτελεί μια γραμμή που αλλάζει τους υπολογισμούς για τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και τους μεγάλους επενδυτές της χώρας. Επί δεκαετίες έβγαζαν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό, αναζητώντας αποδόσεις στα αμερικανικά, ευρωπαϊκά και αυστραλιανά ομόλογα. Τώρα μπορούν να βρουν ελκυστικό εισόδημα στο εσωτερικό τους, χωρίς συναλλαγματικό κίνδυνο.

Εάν αρχίσουν να επιστρέφουν μαζικά, η Ιαπωνία δεν θα εξάγει πλέον φθηνό χρήμα στον κόσμο. Θα το τραβά πίσω.

Η αγορά επέστρεψε εκεί όπου κυριαρχούσε η κεντρική τράπεζα

Η μεγάλη αλλαγή άρχισε το 2024, όταν η Τράπεζα της Ιαπωνίας τερμάτισε την τελευταία πολιτική αρνητικών επιτοκίων στον κόσμο. Μέχρι τότε, οι τιμές των ιαπωνικών ομολόγων δεν διαμορφώνονταν πραγματικά από την προσφορά και τη ζήτηση. Καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από την κεντρική τράπεζα, η οποία αγόραζε τεράστιες ποσότητες τίτλων και έλεγχε τις αποδόσεις τους.

Η Τράπεζα της Ιαπωνίας εξακολουθεί να κατέχει ένα τεράστιο τμήμα του δημόσιου χρέους. Η επιρροή των ιδιωτών επενδυτών, ωστόσο, έχει αυξηθεί. Οι αποφάσεις τους εξαρτώνται πλέον περισσότερο από τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική πολιτική και τη σχετική απόδοση των ιαπωνικών τίτλων έναντι των ξένων ομολόγων.

Και η αγορά γίνεται σαφώς πιο διεθνής. Οι ξένοι επενδυτές αντιπροσωπεύουν περίπου τα δύο τρίτα των μηνιαίων συναλλαγών με φυσική παράδοση σε ιαπωνικά κρατικά ομόλογα, από μόλις 12% το 2009. Η μεγαλύτερη συμμετοχή τους φέρνει ρευστότητα, αλλά και απότομες διακυμάνσεις σε μια αγορά που είχε συνηθίσει να κινείται αργά και υπό στενό έλεγχο.

Όπως σημειώνει ο Γουί Κουν Τσονγκ της BNY, η άνοδος των αποδόσεων προκαλεί λογιστικές ζημιές στα υφιστάμενα χαρτοφυλάκια, δημιουργεί όμως ταυτόχρονα ελκυστικότερα σημεία εισόδου. Τα ιαπωνικά ομόλογα γίνονται ξανά μια πραγματική επενδυτική επιλογή.

REUTERS/Florence Lo/IllustrationΟ Μπέσεντ έδειξε προς την αύξηση των επιτοκίων

Η τελευταία κίνηση επιταχύνθηκε από το σαφές μήνυμα του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ότι η Ουάσιγκτον περιμένει από την Τράπεζα της Ιαπωνίας να αυξήσει τα επιτόκια.

Σύμφωνα με τους Financial Times, ο Μπέσεντ μετέφερε τόσο στην υπουργό Οικονομικών Σατσούκι Καταγιάμα όσο και στον διοικητή της κεντρικής τράπεζας Καζούο Ουέντα ότι το επόμενο βήμα του Τόκιο πρέπει να είναι μια αύξηση. «Έχω πληροφορίες που δεν έχει η αγορά», δήλωσε αργότερα στο CNBC, προσθέτοντας ότι πιστεύει πως η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα κάνουν όσα απαιτούνται για να ενισχυθεί το γεν.

Η αγορά θεωρεί πλέον σχεδόν δεδομένη την κίνηση. Οι συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων ενσωματώνουν πιθανότητα περίπου 92% για αύξηση έως τον Σεπτέμβριο, ενώ η αύξηση του Οκτωβρίου έχει ήδη προεξοφληθεί πλήρως. Το βασικό επιτόκιο αναμένεται να αυξηθεί κατά 25 μονάδες βάσης, στο 1,25%.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή τη φορά και η κυβέρνηση της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι φαίνεται να στηρίζει μια ταχύτερη νομισματική σύσφιγξη. Ο λόγος είναι η επίμονη αδυναμία του γεν, που ακριβαίνει τις εισαγωγές ενέργειας και τροφίμων και τροφοδοτεί τον πληθωρισμό.

Τα 96 δισ. δολάρια που δεν έσωσαν το γιεν

Το ιαπωνικό νόμισμα βρίσκεται ξανά κοντά στα 160 γιεν ανά δολάριο, παρά την πρωτοφανή κοινή παρέμβαση Ιαπωνίας και ΗΠΑ στις αγορές συναλλάγματος.

Το Τόκιο δαπάνησε το ισοδύναμο των 96,4 δισ. δολαρίων για να στηρίξει το νόμισμά του, ενώ η Ουάσιγκτον παρενέβη με μικρότερο, άγνωστο ποσό. Οι κινήσεις έριξαν προσωρινά την ισοτιμία από τα χαμηλά τεσσάρων δεκαετιών των 164 γιεν ανά δολάριο έως περίπου τα 155. Περισσότερο από το μισό αυτής της ανάκαμψης, όμως, έχει ήδη χαθεί.

Η αδυναμία αυτή δείχνει ότι οι παρεμβάσεις από μόνες τους δεν αρκούν. Όσο το χάσμα των επιτοκίων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία παραμένει μεγάλο, οι επενδυτές έχουν κίνητρο να δανείζονται φθηνά σε γεν και να τοποθετούνται σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερης απόδοσης στο εξωτερικό.

Η αύξηση των ιαπωνικών επιτοκίων επιχειρεί να περιορίσει ακριβώς αυτή τη διαφορά. Μπορεί να προσφέρει πιο διαρκή στήριξη στο γεν, αλλά ταυτόχρονα κινδυνεύει να προκαλέσει βίαιο κλείσιμο διεθνών θέσεων που χρηματοδοτούνται με ιαπωνικό νόμισμα.

Ο λογαριασμός των 230 δισ. δολαρίων

Για την Ιαπωνία, η επιστροφή στην κανονικότητα έχει ένα τεράστιο δημοσιονομικό τίμημα. Το υπουργείο Οικονομικών ζητεί ποσό-ρεκόρ 36,6 τρισ. γιεν, ή περίπου 230 δισ. δολάρια, για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους κατά το επόμενο οικονομικό έτος.

Η χώρα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στον κόσμο. Για χρόνια μπορούσε να το διαχειρίζεται επειδή δανειζόταν σχεδόν δωρεάν και επειδή μεγάλο μέρος του βρισκόταν στα χέρια της κεντρικής τράπεζας και εγχώριων επενδυτών. Με την απόδοση του δεκαετούς στο 3%, αυτή η εξαιρετικά βολική εξίσωση αρχίζει να αλλάζει.

Η κυβέρνηση βασίζει ήδη τον νέο προϋπολογισμό της σε επιτόκιο 3,8%, αναγνωρίζοντας ότι η εποχή του μηδενικού κόστους δεν επιστρέφει σύντομα. Παράλληλα, η Τακαΐτσι έχει εξαγγείλει ένα πρωτοφανές επενδυτικό πρόγραμμα για την αναμόρφωση της οικονομίας, χωρίς ακόμη να έχει εξηγήσει πλήρως πώς θα χρηματοδοτήσει τη μείωση του φόρου κατανάλωσης στα τρόφιμα.

Οι επενδυτές βλέπουν, επομένως, δύο δυνάμεις να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση: περισσότερες δημόσιες δαπάνες και ακριβότερη αναχρηματοδότηση. Όσο αυξάνονται οι αποδόσεις, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να ελεγχθεί το χρέος. Και όσο εντείνονται οι φόβοι για το χρέος, τόσο υψηλότερη απόδοση ζητά η αγορά.

Γιατί το Τόκιο απειλεί τη Wall Street

Η Ιαπωνία είναι ένας από τους μεγαλύτερους πιστωτές των ΗΠΑ και οι ιαπωνικοί θεσμικοί επενδυτές κατέχουν τεράστιες ποσότητες αμερικανικών κρατικών και εταιρικών ομολόγων.

Όσο οι ιαπωνικές αποδόσεις βρίσκονταν κοντά στο μηδέν, τα ξένα ομόλογα αποτελούσαν σχεδόν μονόδρομο. Στο 3%, όμως, η σύγκριση αλλάζει. Ένα αμερικανικό ομόλογο μπορεί να προσφέρει υψηλότερη ονομαστική απόδοση, αλλά μετά το κόστος αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου συχνά γίνεται λιγότερο ελκυστικό από έναν ιαπωνικό τίτλο.

Αυτό μπορεί να ωθήσει ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία και τράπεζες να πουλήσουν τίτλους του εξωτερικού και να επαναπατρίσουν κεφάλαια. Μια τέτοια κίνηση θα ασκούσε πρόσθετη πίεση στις τιμές των αμερικανικών ομολόγων, ανεβάζοντας τις αποδόσεις και, κατ’ επέκταση, το κόστος δανεισμού για την αμερικανική κυβέρνηση, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Ο Μπέσεντ έχει αναγνωρίσει τον κίνδυνο. Σε επιστολή του προς τη γερουσιαστή Ελίζαμπεθ Γουόρεν προειδοποίησε ότι μια άτακτη αγορά του γεν μπορεί να προκαλέσει αναγκαστικό κλείσιμο θέσεων, να αποσταθεροποιήσει τις παγκόσμιες αγορές και τελικά να αυξήσει το κόστος δανεισμού για τους Αμερικανούς.

Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον θέλει ισχυρότερο γεν, αλλά όχι μια ανεξέλεγκτη φυγή ιαπωνικών κεφαλαίων από το αμερικανικό χρέος. Η ισορροπία είναι εξαιρετικά λεπτή.

Στο ίδιο καζάνι πόλεμος, πετρέλαιο και χρέος

Η ιαπωνική ανατροπή συμβαίνει στη χειρότερη δυνατή συγκυρία για τις διεθνείς αγορές ομολόγων. Η νέα ανταλλαγή πληγμάτων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ώθησε το πετρέλαιο πάνω από τα 91 δολάρια το βαρέλι, αναζωπυρώνοντας τους φόβους για τον πληθωρισμό και για νέες αυξήσεις επιτοκίων.

Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου έφτασε στο 4,78%, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 20 μηνών. Στην Αυστραλία, η αντίστοιχη απόδοση ξεπέρασε το 5,16%, ενώ στη Νέα Ζηλανδία κινήθηκε στο 4,80%. Στη Γερμανία και στη Γαλλία, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων έχουν ήδη ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 15 ετών.

Η εικόνα είναι παγκόσμια: γεωπολιτική ένταση, ακριβότερη ενέργεια, επίμονος πληθωρισμός, αυστηρότερες κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις που πρέπει να εκδώσουν όλο και περισσότερο χρέος.

Το τέλος μιας εποχής – και η αρχή μιας δοκιμασίας

Η άνοδος των ιαπωνικών αποδόσεων δεν είναι από μόνη της ένδειξη καταστροφής. Αντανακλά επίσης μια οικονομία που, έπειτα από δεκαετίες στασιμότητας και αποπληθωρισμού, καταγράφει υψηλότερους μισθούς, ισχυρότερα εταιρικά κέρδη και πραγματικές πληθωριστικές πιέσεις.

Το ερώτημα είναι εάν η ονομαστική ανάπτυξη και τα φορολογικά έσοδα θα αυξηθούν αρκετά ώστε να καλύψουν το νέο κόστος του χρήματος. Εάν όχι, η επιστροφή στην κανονικότητα μπορεί να εξελιχθεί σε δημοσιονομική παγίδα.

Για τον υπόλοιπο κόσμο, όμως, η σημασία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η Ιαπωνία υπήρξε επί δεκαετίες η δεξαμενή φθηνού κεφαλαίου των διεθνών αγορών. Το 3% στο δεκαετές ομόλογο σημαίνει ότι αυτή η δεξαμενή αρχίζει να αδειάζει προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Και όταν ένας από τους μεγαλύτερους πιστωτές του πλανήτη αποφασίζει ότι μπορεί πλέον να βρει ικανοποιητική απόδοση στο σπίτι του, ολόκληρος ο κόσμος αναγκάζεται να πληρώσει ακριβότερα για τα χρήματά του.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος