Πυρά ΕΛΑΣ στην κυβέρνηση για τις γυναικοκτονίες: «Κρείττον το σιγάν – Το θράσος δεν υποκαθιστά την ευθύνη»
Δριμεία κριτική στην κυβέρνηση και προσωπικά στον κυβερνητικό εκπρόσωπο ασκεί ο Τομέας Κοινωνικής Πολιτικής, Παιδί & Οικογένεια της ΕΛΑΣ με αφορμή τις δύο πρόσφατες δολοφονίες γυναικών σε Νέα Σμύρνη και Ροδόπη.
Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα κατηγορεί την κυβέρνηση ότι, μετά από επτά χρόνια στην εξουσία, αρνείται πεισματικά τη θεσμική αναγνώριση και ποινική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία», επιλέγοντας αντί για αυτοκριτική και ουσιαστικές παρεμβάσεις, να επιτίθεται στην αντιπολίτευση μοιράζοντας «πιστοποιητικά τσίπας».
«Όταν όμως οι γυναίκες δολοφονούνται, το θράσος δεν μπορεί να υποκαθιστά την πολιτική ευθύνη», επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση.
Η ΕΛΑΣ τονίζει ότι η προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας δεν μπορεί να εξαντλείται σε ημίμετρα, όπως το «Panic Button», ούτε να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα ατομικής ευθύνης της γυναίκας να σωθεί.
Το κόμμα διεκδικεί την ένταξη του όρου στον Ποινικό Κώδικα προκειμένου να χαρτογραφηθεί η έμφυλη διάσταση των εγκλημάτων, ζητώντας παράλληλα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης με έμφαση στην πρόληψη, την ασφαλή στέγαση, την οικονομική ανεξαρτησία των θυμάτων και την εκπαίδευση των κρατικών υπηρεσιών.
«Αν η κυβέρνηση δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη, ας κρατήσει τουλάχιστον σιγή μπροστά στη μνήμη των γυναικών», καταλήγει η ανακοίνωση.
Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ:
«Κρεῖττον τὸ σιγᾶν» όταν οι γυναίκες δολοφονούνται
Μέσα σε λίγες ημέρες, δύο γυναίκες δολοφονήθηκαν στη Νέα Σμύρνη και στη Ροδόπη. Κι όμως, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, αντί να απολογηθεί για όσα δεν έγιναν, επέλεξε να επιτεθεί στην ΕΛ.Α.Σ. και να μοιράσει «πιστοποιητικά τσίπας». Όταν όμως οι γυναίκες δολοφονούνται, το θράσος δεν μπορεί να υποκαθιστά την πολιτική ευθύνη.
Επτά χρόνια στην εξουσία, η κυβέρνηση αρνείται ακόμη και να κατονομάσει τη γυναικοκτονία. Γιατί η αναγνώρισή της θα σήμαινε και την παραδοχή ότι δεν μιλάμε απλώς για «άλλη μία ανθρωποκτονία», αλλά για την ακραία κατάληξη της έμφυλης βίας, της κυριαρχίας και του ελέγχου. Η ποινική τιμωρία του δράστη έρχεται όταν μια γυναίκα είναι ήδη νεκρή. Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι τι έκανε το κράτος για να μη φτάσει ποτέ εκεί.
Γι’ αυτό ζητάμε ρητά την ποινική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία» στον Ποινικό Κώδικα, ώστε η έμφυλη διάσταση αυτών των εγκλημάτων να αναγνωρίζεται θεσμικά και να μην εξαφανίζεται πίσω από έναν γενικό ποινικό χαρακτηρισμό. Η γυναικοκτονία πρέπει να κατονομαστεί, γιατί μόνο ό,τι αναγνωρίζεται μπορεί να καταγραφεί, να μελετηθεί, να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί με συγκεκριμένες δημόσιες πολιτικές.
Η επίκληση του Panic Button δεν αρκεί. Δεν μπορεί το κράτος να μεταφέρει διαρκώς την ευθύνη στη γυναίκα που κινδυνεύει: να αναγνωρίσει τη βία, να καταγγείλει, να φύγει, να κρυφτεί, να πατήσει εγκαίρως ένα κουμπί για να σωθεί. Η προστασία της ζωής της δεν μπορεί να είναι ατομική της ευθύνη. Απαιτεί πρόληψη από το σχολείο, έγκαιρη εκτίμηση κινδύνου, ασφαλή στέγαση, οικονομική ανεξαρτησία, εκπαιδευμένες υπηρεσίες και πραγματική θεσμική λογοδοσία.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, ας αφήσει τα «πιστοποιητικά τσίπας» και ας δώσει λογαριασμό για τη δική της πολιτική. Πόσες γυναίκες πρέπει ακόμη να δολοφονηθούν για να αναγνωρίσει επιτέλους τη γυναικοκτονία και να αντιμετωπίσει την έμφυλη βία ως αυτό που είναι: κοινωνικό, πολιτικό και θεσμικό πρόβλημα;
Εφόσον η κυβέρνηση δεν θέλει να αναλάβει την πολιτική της ευθύνη, ας κρατήσει τουλάχιστον τη σιγή της μπροστά στη μνήμη των γυναικών που δεν «χάθηκαν», αλλά δολοφονήθηκαν.


