Σκάνδαλο υποκλοπών: Η μήνυση που χτυπά ξανά την πόρτα του Μαξίμου

Ημερομηνία: 06-09-2026


Η μήνυση ενός εν ενεργεία ανώτερου στελέχους της ΕΥΠ για κατασκοπεία μέσω Predator θα περίμενε κανείς ότι θα προκαλούσε συναγερμό στο Μέγαρο Μαξίμου. Όχι μόνο επειδή επαναφέρει με τον πλέον επίσημο τρόπο στην επιφάνεια το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά κυρίως επειδή αυτή τη φορά ο καταγγέλλων βρίσκεται μέσα στην ίδια την υπηρεσία που έχει ως αποστολή την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Μιλάμε για την ίδια εθνική ασφάλεια στην οποία ο μηνυτής υποστηρίζει ότι υπήρξε ρήγμα.

Ερωτήματα

Κι όμως, η αντίδραση της κυβέρνησης δημιουργεί για άλλη μια φορά ερωτήματα αναφορικά με το πως αντιλαμβάνεται την εθνική ασφάλεια. Για παράδειγμα είδαμε τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να μην απαντά επί της ουσίας των ερωτημάτων που του τέθηκαν στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών. Εν προκειμένω ρωτήθηκε κάτι εξαιρετικά σημαντικό: εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ, ζήτησε ενημέρωση από τη διοίκηση της υπηρεσίας για τη μήνυση του κ. Παπαδόπουλου και για όσα καταγγέλλονται σ’ αυτήν.

Δεν απάντησε

Ο κ. Μαρινάκης δεν απάντησε αν και ρωτήθηκε δύο φορές. Αντί μιας σαφούς τοποθέτησης για το εάν ο πρωθυπουργός ενημερώθηκε για μια καταγγελία πιθανής κατασκοπείας εις βάρος της χώρας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μετέφερε τη συζήτηση στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δουλειά της κυβέρνησης να ασχολείται με μηνύσεις και δικαστικές υποθέσεις.

Μάλιστα, απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους, έκανε λόγο για μια «μειοψηφία στον Τύπο τηλεδικαστών», λέγοντας πως όποιος θέλει μπορεί να δώσει εξετάσεις και να ασχοληθεί με το δικαστικό Σώμα!

Μόνο που το ερώτημα δεν ήταν εάν η κυβέρνηση σκοπεύει να υποκαταστήσει τον εισαγγελέα. Ήταν εάν ο πρωθυπουργός ενδιαφέρθηκε να μάθει εάν υπήρξε κατασκοπευτική διείσδυση στην υπηρεσία της οποίας είναι πολιτικός προϊστάμενος. Και η διαφορά είναι τεράστια.

Εν ολίγοις ο πρωθυπουργός ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ δεν χρειάζεται να γνωρίζει ποιος είναι ποινικά ένοχος προκειμένου να ζητήσει από τη διοίκηση της υπηρεσίας απαντήσεις σε ορισμένα στοιχειώδη ερωτήματα: Τι ακριβώς συνέβη; Υπήρξε παραβίαση της ασφάλειας της ΕΥΠ; Υποκλάπηκαν απόρρητες πληροφορίες; Πού κατέληξαν; Εκτέθηκαν επιχειρήσεις, πληροφοριοδότες ή συνεργασίες με άλλες υπηρεσίες; Υπάρχουν και άλλα στελέχη που αντιμετώπισαν αντίστοιχο πρόβλημα;

Οι εκδοχές

Τούτων δοθέντων κανείς μπορεί να καταλήξει σε δύο λογικά συμπεράσματα: είτε ο πρωθυπουργός έχει ενημερωθεί, οπότε είναι εύλογο να ζητείται να μάθουμε τουλάχιστον εάν η κυβέρνηση θεωρεί ότι προέκυψε ζήτημα εθνικής ασφάλειας, είτε δεν έχει ενημερωθεί, οπότε προκύπτει το ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα γιατί ο πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ δεν ζήτησε ενημέρωση όταν ένα εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της υπηρεσίας προσέφυγε στη Δικαιοσύνη καταγγέλλοντας κατασκοπεία.

Υπάρχει φυσικά και η επιλογή του Μαξίμου να μη δημοσιοποιήσει εάν και για ποια ζητήματα έχει ενημερωθεί ο πρωθυπουργός, επικαλούμενο λόγους εθνικής ασφάλειας. Αλλά ακόμη και αυτή θα ήταν μια πολιτική απάντηση. Να έλεγε δηλαδή ο κ. Μαρινάκης πως το Μαξίμου γνωρίζει αλλά το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί δημόσια. Να επικαλεστεί έστω το απόρρητο, όπως έκαναν αρκετοί παρατρεχάμενοι του Μαξίμου απ’ όταν ξέσπασε το σκάνδαλο.

Σε κάθε περίπτωση είναι γνωστό πως ειδικά μετά τη δημοσιοποίηση της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου για τους 4 πρωτόδικα καταδικασθέντες (Ντίλιαν, Χάμου, Μπίτζιος και Λαβράνος), η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει την υπόθεση των υποκλοπών ως μια υπόθεση που έχει περάσει πλέον στα χέρια της Δικαιοσύνης και για την οποία η πολιτική συζήτηση έχει ουσιαστικά εξαντληθεί.

Η μήνυση του Γιάννη Παπαδόπουλου δυσκολεύει αυτή τη γραμμή. Ο Παπαδόπουλος δεν είναι πολιτικός της αντιπολίτευσης. Δεν είναι δημοσιογράφος που ερευνά το σκάνδαλο. Δεν είναι ένας εξωτερικός επικριτής της κυβέρνησης. Είναι εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της ΕΥΠ και, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευθεί, υπηρετεί στον εξαιρετικά ευαίσθητο χώρο της αντικατασκοπείας. Στη μήνυσή του ζητά να διερευνηθεί, μεταξύ άλλων, το κακούργημα της κατασκοπείας και στρέφεται όχι μόνο κατά των τεσσάρων προσώπων που έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως στην υπόθεση Predator αλλά και κατά παντός άλλου υπευθύνου.

Πολιτική ευθύνη

Με άλλα λόγια, η ίδια η μήνυση αμφισβητεί ότι στην υπόθεση έχουν απαντηθεί όλα τα κρίσιμα ερωτήματα. Η υπόθεση λοιπόν επιστρέφει εκεί ακριβώς από όπου το Μέγαρο Μαξίμου θα προτιμούσε πιθανότατα να έχει απομακρυνθεί: στην πολιτική ευθύνη. Και επειδή ο πρωθυπουργός διατείνεται πως είναι αυτός που θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 το πρωί -εάν παραστεί ανάγκη- οφείλει να απαντήσει εάν σήκωσε το τηλέφωνο για να μάθει τι συνέβη;

Αν το έκανε, υπάρχει το επόμενο ερώτημα – τί έμαθε. Κι αν δεν το έκανε, υπάρχει ένα ακόμη σοβαρότερο: Γιατί; Και στα συγκεκριμένα ερωτήματα, η επίκληση της Δικαιοσύνης εκ μέρους του κυβερνητικού εκπροσώπου δεν αποτελεί απάντηση.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος