Στο… μαντρί για δύο χρόνια η κτηνοτροφία
Δύο χρόνια από το πρώτο κρούσμα ευλογιάς στον Έβρο συμπληρώνονται στις 20 Αυγούστου, με την ελληνική κτηνοτροφία να έχει χάσει περισσότερα από 500.000 αιγοπρόβατα και να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα οικονομικό πλήγμα που, με βάση την εκτίμηση της αξίας του ζωικού κεφαλαίου και της χαμένης παραγωγής, προσεγγίζει τα 600 εκατ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η διαχείριση των επιζωοτιών φέρνει στην επιφάνεια ένα δεύτερο, αλλά άμεσα συνδεδεμένο ζήτημα, την απουσία μιας ενιαίας και συνεχώς επικαιροποιημένης εικόνας για το ζωικό κεφάλαιο της χώρας. Διαφορετικές βάσεις δεδομένων και μηχανισμοί καταγραφής αποτυπώνουν διαφορετικές εικόνες, την ώρα που η αποτελεσματική επιτήρηση, ο έλεγχος των μετακινήσεων και η έγκαιρη αντιμετώπιση μιας νέας εστίας προϋποθέτουν πρώτα απ’ όλα να είναι γνωστό πόσα ζώα υπάρχουν και πού βρίσκονται.
Αφθώδης πυρετός
Στην πίεση που δέχεται η ελληνική κτηνοτροφία από την ευλογιά, έρχεται να προστεθεί και ο αφθώδης πυρετός, ο οποίος εντοπίστηκε στη Λέσβο στα μέσα Μαρτίου. Μέχρι τις αρχές Αυγούστου είχαν ελεγχθεί 2.898 εκτροφές και 119.577 ζώα, ενώ οι θανατώσεις είχαν φτάσει τα 76.277 ζώα.
Οι επιζωοτίες προκαλούν βαθιές απώλειες στην κτηνοτροφία, καθώς οι προσβληθείσες εκτροφές χάνουν ζωικό κεφάλαιο και παραγωγή, χωρίς δυνατότητα άμεσης επανασύστασης.
Με βάση τα 565.584 θανατωμένα ζώα και την εκτίμηση του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας για προσφορά 1.000 έως 1.100 ευρώ ανά κεφαλή στην οικονομία, η εκτιμώμενη οικονομική απώλεια κυμαίνεται από 565,6 εκατ. έως 622,1 εκατ. ευρώ.
Οι περιορισμένες κρατικές αποζημιώσεις δεν καλύπτουν το σύνολο των απωλειών, ενώ πρόσθετο κόστος δημιουργούν τα αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας, οι απαγορεύσεις μετακινήσεων και η αγορά ζωοτροφών αντί της βόσκησης, επιβαρύνοντας και τους υπόλοιπους κτηνοτρόφους στις ζώνες επιτήρησης.
«Big testing»
Με δεδομένη αυτή την εικόνα, η κυβέρνηση επεκτείνει τα προληπτικά μέτρα βιοασφάλειας και στις 13 περιφέρειες της χώρας. Ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Θανάσης Καββαδάς, ζήτησε από τους περιφερειάρχες την άμεση προμήθεια και τοποθέτηση υποδομών απολύμανσης, όπως αψίδες, τάφρους και τάπητες, όχι μόνο στις πληγείσες, αλλά και στις καθαρές περιοχές, λόγω του κινδύνου εισαγωγής επιζωοτιών από γειτονικές χώρες. Για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των περιφερειών προβλέφθηκε, παράλληλα, αύξηση των σχετικών κονδυλίων κατά 12,5 εκατ. ευρώ.
Το επόμενο στάδιο αφορά την ενίσχυση της επιτήρησης. Οι πληροφορίες της «Ν» αναφέρουν ότι στο πλαίσιο των συζητήσεων με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού πλαισίου EU VET εξετάζεται η μετάβαση στο λεγόμενο «big testing» από το φθινόπωρο, με σημαντικά περισσότερα τεστ για την ευλογιά και επέκταση των ελέγχων και στις περιοχές που σήμερα θεωρούνται καθαρές.
Η λογική είναι οι έλεγχοι να μην περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις σφαγής ή μετακίνησης ζώων, αλλά να υπάρχει μια πιο συνεχής εικόνα για την υγειονομική κατάσταση του ζωικού κεφαλαίου σε όλη τη χώρα. Πρόκειται για μια αλλαγή που έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η έγκαιρη ανίχνευση μιας νέας εστίας μπορεί να κρίνει το πόσο γρήγορα θα περιοριστεί η διασπορά. Η αποτελεσματικότητα, όμως, των ελέγχων προϋποθέτει κάτι ακόμη πιο βασικό, αξιόπιστη εικόνα για το ζωικό κεφάλαιο και τις εκμεταλλεύσεις που πρέπει να ελεγχθούν.
Πού εξαπλώνεται τώρα η νόσος
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αποτυπώνουν το μέγεθος της κρίσης. Έως τις 5 Αυγούστου 2026 ο συνολικός αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων ευλογιάς είχε ανέλθει σε 2.242, μετά και την ενσωμάτωση των νεότερων εργαστηριακών αποτελεσμάτων.
Οι νέες εστίες σε Ροδόπη, Αχαΐα, Καστοριά, Θάσο και Λάρισα δείχνουν ότι η νόσος εξακολουθεί να βρίσκει δρόμους εξάπλωσης, παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί. Εντονότερη ανησυχία προκαλεί η εμφάνιση νέων κρουσμάτων σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν καθαρές. Εστίες έχουν καταγραφεί στην Αρκαδία, στα όρια με τη Μεσσηνία, στην Πρέβεζα και την Ιθάκη, ενώ η νόσος επανεμφανίστηκε και στην Κοζάνη, έπειτα από αρκετούς μήνες ύφεσης.
Την ίδια ώρα, ο επίσημα οριστικοποιημένος αριθμός των θανατώσεων είχε φτάσει ήδη από τις αρχές Ιουνίου τα 489.307 αιγοπρόβατα. Η ενσωμάτωση των νεότερων στοιχείων από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες των περιφερειών βρίσκεται σε εξέλιξη, με την εκτίμηση πλέον των κτηνοτρόφων να είναι ότι ο αριθμός έχει ξεπεράσει το όριο των 500.000 ζώων.
Η ιχνηλασιμότητα των ζώων μέσω καθολικής σήμανσης με ηλεκτρονικούς βώλους το 2027
Η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της καταγραφής του αιγοπροβατικού κεφαλαίου μέσω της ηλεκτρονικής σήμανσης με ενδοστομαχικούς βώλους. Στόχος είναι ο αριθμός των αιγοπροβάτων που δηλώνεται στο ΟΣΔΕ να μπορεί να διασταυρώνεται και να «κλειδώνει» μέσω της ηλεκτρονικής τους σήμανσης. Το μέτρο έχει ενταχθεί στο Σχέδιο Δράσης (Action Plan 2) ως βασικό εργαλείο για την καταγραφή και την ιχνηλασιμότητα των ζώων.
Η εφαρμογή ξεκινά πιλοτικά μέσα στο 2026 από τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις με περισσότερα από 900 αιγοπρόβατα, ενώ το σύστημα ηλεκτρονικών παραγγελιών βρίσκεται ήδη σε λειτουργία. Η καθολική εφαρμογή του συστήματος έχει προγραμματιστεί από το 2027. Εφόσον εφαρμοστεί στην πράξη και συνδυαστεί με τους υπόλοιπους ελεγκτικούς μηχανισμούς, μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις διπλές δηλώσεις και τις αποκλίσεις ανάμεσα στα διαφορετικά μητρώα.
Σχετικά με την αναδιοργάνωση του συστήματος καταγραφής και ελέγχου, ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, αναφέρει στη «Ν» ότι «η ελληνική κτηνοτροφία δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με διαφορετική εικόνα για το ίδιο ζωικό κεφάλαιο, ανάλογα με το μητρώο ή τη δήλωση που εξετάζεται.
Ο κατακερματισμός των δεδομένων και οι αποκλίσεις στην καταγραφή αποτελούν διαχρονικές αδυναμίες, τις οποίες οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε οριστικά.
Οι ηλεκτρονικοί βώλοι δεν είναι απλώς ένα ακόμη μέσο σήμανσης και σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπούν στην επιβάρυνση των κτηνοτρόφων με πρόσθετη γραφειοκρατία. Αποτελούν βασικό εργαλείο για την πλήρη ιχνηλασιμότητα των ζώων, την αποτελεσματικότητα των ελέγχων, τη διαφάνεια και τη δικαιότερη κατανομή των αγροτικών ενισχύσεων.
Οι επιζωοτίες των τελευταίων ετών απέδειξαν με τον πλέον σαφή τρόπο ότι η αξιόπιστη καταγραφή του ζωικού κεφαλαίου δεν αποτελεί μια λογιστική λεπτομέρεια. Είναι κρίσιμη προϋπόθεση για να γνωρίζουμε με ακρίβεια πού βρίσκονται τα ζώα, να ελέγχουμε τις μετακινήσεις τους, να περιορίζουμε ταχύτερα τη διασπορά μιας νόσου και να αποζημιώνουμε έγκαιρα και δίκαια τους πραγματικά πληγέντες παραγωγούς.
Το νέο σύστημα εφαρμόζεται πιλοτικά το 2026 στις μεγάλες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις και προετοιμάζεται η καθολική εφαρμογή του από το 2027. Η μετάβαση θα γίνει οργανωμένα, με τη συνεργασία των κτηνοτρόφων, των κτηνιάτρων και των αρμόδιων υπηρεσιών. Στόχος μας είναι μία ενιαία, ψηφιακή και επαληθεύσιμη εικόνα του ζωικού κεφαλαίου της χώρας, χωρίς κενά, αβεβαιότητες και περιθώρια καταστρατήγησης».
Aποκλίσεις στην καταγραφή του ζωικού κεφαλαίου
Η υπόθεση των αγροτικών ενισχύσεων και οι αποκαλύψεις για υπεξαιρέσεις έφεραν στην επιφάνεια τις μεγάλες αποκλίσεις που υπάρχουν στην καταγραφή του ζωικού κεφαλαίου. Οι αποκλίσεις είναι τεράστιες μεταξύ των δεδομένων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), των Διευθύνσεων Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ) και των δηλώσεων στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου (ΟΣΔΕ ), κυρίως γιατί κάθε περίπτωση χρησιμοποιεί διαφορετική μεθοδολογία και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, γεγονός που εμποδίζει τη διασύνδεσή τους.
Ειδικότερα, η εικόνα που δίνει η ΕΛΣΤΑΤ για το ζωικό κεφάλαιο της χώρας έχει διαφορετική βάση από εκείνη των υπηρεσιών που πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους ή διαχειρίζονται τις αγροτικές ενισχύσεις. Από το 1982, η ΕΛΣΤΑΤ διενεργεί σε ετήσια βάση τις Έρευνες Ζωικού Κεφαλαίου, με στόχο την παραγωγή των επίσημων στατιστικών στοιχείων για τον αριθμό των ζώων και των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων.
Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κτηνοτροφίας και τον σχεδιασμό της εθνικής αγροτικής πολιτικής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Πρόκειται για δειγματοληπτικές έρευνες, με μονάδα έρευνας τη γεωργοκτηνοτροφική εκμετάλλευση και ημερομηνία αναφοράς την 1η Νοεμβρίου κάθε έτους. Η ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνει τη στατιστική εικόνα του ζωικού κεφαλαίου σε συγκεκριμένη χρονική βάση. Η μεθοδολογία καθορίζεται από το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο και τα αποτελέσματα ελέγχονται και αξιολογούνται από τη Eurostat, ώστε να πληρούν κοινές προδιαγραφές ποιότητας, αξιοπιστίας και συγκρισιμότητας με τα αντίστοιχα στοιχεία των άλλων κρατών-μελών.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τα αποτελέσματα παρουσιάζουν μικρό δειγματοληπτικό σφάλμα, μικρότερο του 1% σε επίπεδο χώρας.
Οι ΔΑΟΚ, από την πλευρά τους, πραγματοποιούν στοχευμένους και δειγματοληπτικούς επιτόπιους ελέγχους στις εκμεταλλεύσεις. Οι ελεγκτές μετρούν τα ζώα και ελέγχουν αν τα στοιχεία συμφωνούν με τις δηλώσεις για γεννήσεις και θανατώσεις, καθώς και τη νόμιμη σήμανσή τους, όπως τα ενώτια.
Παράλληλα, εξετάζουν τα μητρώα εκμετάλλευσης, τα τιμολόγια ζωοτροφών και τις άδειες μετακίνησης, προκειμένου να διαπιστώσουν αν τα στοιχεία που δηλώνει ο παραγωγός ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ωστόσο, η δυνατότητα των υπηρεσιών να πραγματοποιούν συστηματικούς και επαρκείς ελέγχους περιορίζεται από τη σημαντική έλλειψη προσωπικού στις κτηνιατρικές υπηρεσίες, γεγονός που εκ των πραγμάτων περιορίζει την έκταση της επιτόπιας εποπτείας και θέτει ένα ακόμη ερώτημα για την αποτελεσματικότητα του ελεγκτικού μηχανισμού.
Το ΟΣΔΕ έχει διαφορετική λειτουργία. Βασίζεται στις δηλώσεις των κτηνοτρόφων για την καταβολή των ενισχύσεων και υπόκειται σε ευρωπαϊκούς κανόνες και διασταυρωτικούς ελέγχους. Τα στοιχεία διασταυρώνονται ψηφιακά με το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Κτηνιατρικής του υπουργείου, ενώ προβλέπονται και ετήσιοι επιτόπιοι έλεγχοι σε υποχρεωτικό δείγμα περίπου 5% των εκμεταλλεύσεων.
Στην εικόνα πλέον έχει προστεθεί και η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων μέσω του myAGRO. Δεν μετρά τα ζώα, αλλά προσθέτει ένα ακόμη φίλτρο ελέγχου, αυτή τη φορά φορολογικό και εμπορικό. Μέσω του myDATA μπορεί να διασταυρώνει τα έσοδα από πωλήσεις γάλακτος, τις σφαγές και τις αγορές ζωοτροφών με το μέγεθος του κοπαδιού που δηλώνεται για την είσπραξη ενισχύσεων.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι κάθε υπηρεσία κάνει λάθος, είναι ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρχε μια ενιαία, αξιόπιστη και συνεχώς επικαιροποιημένη εικόνα για το ζωικό κεφάλαιο της χώρας.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


