Στόχος η εξέλιξη της Βόρειας Θάλασσας στον μεγαλύτερο ενεργειακό κόμβο του κόσμου
Την εξέλιξη της περιοχής σε κόμβο ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά πάρκα, προκειμένου να περιοριστεί η εξάρτηση της Ευρώπης από τρίτες χώρες, αποφάσισε η Σύνοδος Κορυφής της Βόρειας Θάλασσας η οποία πραγματοποιήθηκε στο Αμβούργο.
Η Βόρεια Θάλασσα είναι «σκληρό περιβάλλον, αλλά προσφέρει μεγάλες ευκαιρίες», δήλωσε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και επανέλαβε την αλληλεγγύη του Βερολίνου προς τη Δανία και τη Γροιλανδία, αλλά και την δέσμευσή του στην ασφάλεια της Αρκτικής.
Ως σαφές πολιτικό μήνυμα προς τις χώρες από τις οποίες εξαρτάται σήμερα ενεργειακά η Ευρώπη, οι χώρες της Συνόδου της Βόρειας Θάλασσας (Βέλγιο, Γερμανία, Δανία, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία) αποφάσισαν την επέκταση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, με στόχο «την ανάπτυξη του μεγαλύτερου ενεργειακού κόμβου στον κόσμο».
Τα κράτη της περιοχής συμφώνησαν μεταξύ άλλων σε διασυνοριακές συνδέσεις δικτύου παραγωγικής δυνατότητας έως και 100 GW. Ενδεικτικά, στα ανοικτά των γερμανικών ακτών βρίσκονται σήμερα εγκατεστημένες 1.600 ανεμογεννήτριες, ενώ χιλιάδες ακόμη αναμένεται να προστεθούν έως το 2050, με αποτέλεσμα τον δεκαπλασιασμό της παραγόμενης εκεί αιολικής ενέργειας.
«Χρειαζόμαστε περισσότερη παραγωγική ικανότητα για την ηλεκτρική ενέργεια, προκειμένου να ελέγξουμε τις υψηλές τιμές. Η ζήτηση ενέργειας αυξάνεται, αλλά η προσφορά δεν επαρκεί. Έχουμε μια κοινή ενεργειακή πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και πολλά χρόνια, αλλά μέχρι στιγμής αυτό δεν έχει οδηγήσει σε κοινά ενεργειακά έργα», δήλωσε ο Φρίντριχ Μερτς.
Με τη σημερινή απόφαση ωστόσο, οι βιομηχανίες αιολικής ενέργειας θα αποκτήσουν ασφάλεια σχεδιασμού και επενδύσεων για την περίοδο μετά το 2030, σημείωσε. Θα επενδυθούν περίπου 10 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ θα δημιουργηθούν και 91.000 θέσεις εργασίας. Σε αντάλλαγμα, η βιομηχανία δεσμεύεται να μειώσει το συνολικό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% έως το 2040. Σήμερα μπορούν να τροφοδοτούνται με ηλεκτρική ενέργεια από υπεράκτια αιολικά πάρκα περίπου 32 εκατομμύρια νοικοκυριά, με τον αριθμό αυτό να δύναται έως το 2050 να ξεπεράσει τα 330 εκατομμύρια.


