Συγχωνεύσεις και ΑΙ στις προτάσεις ΣΕΒ, ΙΟΒΕ για ανάπτυξη οικονομίας

Ημερομηνία: 15-05-2026


Αυτές είναι ορισμένες από τις βασικές παρεμβάσεις που περιγράφουν ο ΣΕΒ και το ΙΟΒΕ ως αναγκαίες προκειμένου η ελληνική οικονομία να περάσει σε μια νέα φάση ανάπτυξης, με υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και πιο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.

Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ, που παρουσιάστηκε χθες από τον πρόεδρο του ΣΕΒ Σπύρο Θεοδωρόπουλο και τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ Νίκο Βέττα, λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας οδικός χάρτης για το πώς θα μπορούσε να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας την επόμενη δεκαετία. Τα συμπεράσματα της έρευνας και η συζήτηση που ακολούθησε περιγράφουν μια οικονομία που συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά σε παραγωγικότητα, τεχνολογική αναβάθμιση, μέγεθος επιχειρήσεων και επενδύσεις σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Ζητούμενο οι επενδύσεις

Στην καρδιά των προτάσεων που παρουσιάστηκαν βρίσκεται η ανάγκη σημαντικής αύξησης των παραγωγικών επενδύσεων, με το ΙΟΒΕ να επισημαίνει ότι χωρίς υψηλότερο επίπεδο επιχειρηματικών επενδύσεων η ελληνική οικονομία δύσκολα θα μπορέσει να αυξήσει ουσιαστικά την παραγωγικότητά της τα επόμενα χρόνια. Η μελέτη περιγράφει ως βασικές προτεραιότητες την αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων προς τα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση των επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο χαμηλό επίπεδο κεφαλαίου ανά εργαζόμενο στην ελληνική οικονομία, το οποίο, σύμφωνα με τη μελέτη, παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε αρκετούς κλάδους της οικονομίας, το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην ΕΕ είναι από 1,3 έως και 5,7 φορές υψηλότερο σε σύγκριση με την Ελλάδα.

Το πιο ανησυχητικό εύρημα είναι ότι το καθαρό απόθεμα παγίου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα έχει μειωθεί σχεδόν κατά 30% από το 2000, καθώς, όπως εξήγησαν και οι αναλυτές του ΙΟΒΕ, η αύξηση της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια ήταν ταχύτερη από την αύξηση των επενδύσεων. Με άλλα λόγια, η οικονομία πρόσθεσε περισσότερους εργαζόμενους χωρίς να αυξάνει με τον ίδιο ρυθμό το επενδεδυμένο κεφάλαιο και τον παραγωγικό εξοπλισμό που έχουν στη διάθεσή τους. 

Μάλιστα, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν κατά την παρουσίαση, μόλις τα τελευταία χρόνια αρχίζει να σταθεροποιείται η εικόνα του αποθέματος επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, εξέλιξη που αποδίδεται και στη σταδιακή επιτάχυνση των επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο κ. Βέττας σημείωσε ότι οι επενδύσεις έχουν μεσοπρόθεσμη επίδραση στην οικονομία και ότι τα αποτελέσματα πολλών έργων που σήμερα συμβασιοποιούνται θα φανούν τα επόμενα χρόνια.

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ υπογράμμισε επίσης ότι η σύνθεση των επενδύσεων έχει ιδιαίτερη σημασία για την παραγωγικότητα, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι κατά τη δεκαετία του 2000 περίπου τα δύο τρίτα των επενδύσεων κατευθύνονταν κυρίως σε κατοικίες, ενώ σήμερα το μείγμα θεωρείται πιο ευνοϊκό για την παραγωγική οικονομία.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Θεοδωρόπουλος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στην «ποιότητα» των επενδύσεων, σημειώνοντας ότι διαφορετική επίδραση στην οικονομία έχει, για παράδειγμα, η δημιουργία ενός εργοστασίου ή ενός data center σε σχέση με άλλες μορφές επενδυτικής δραστηριότητας.

«Κλειδί» το μέγεθος

Η μελέτη συνδέει ευθέως την ανάγκη αύξησης των επενδύσεων με το μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας ότι χωρίς μεγαλύτερα εταιρικά σχήματα οι επιχειρήσεις δύσκολα μπορούν να επενδύσουν συστηματικά σε τεχνολογία, αυτοματοποίηση, έρευνα, τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακό μετασχηματισμό. Για τον λόγο αυτό, το ΙΟΒΕ περιγράφει ως βασική προτεραιότητα τη σταδιακή αύξηση του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων μέσω συνεργασιών και συγχωνεύσεων.

Ο κ. Θεοδωρόπουλος επέμεινε ιδιαίτερα στο συγκεκριμένο σημείο, υποστηρίζοντας ότι η δομή της ελληνικής επιχειρηματικότητας αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους της χαμηλής παραγωγικότητας της οικονομίας. «Πρέπει να πείσουμε τις ελληνικές επιχειρήσεις ότι πρέπει να μεγαλώσουν», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι οι μικρές επιχειρήσεις «εκ των πραγμάτων δεν διαθέτουν τα κεφάλαια» για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακά εργαλεία.

Τα στοιχεία της μελέτης αποτυπώνουν καθαρά το χάσμα παραγωγικότητας ανάμεσα στις μικρές και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα παράγουν περίπου 14 χιλιάδες ευρώ ανά εργαζόμενο, όταν οι μεγάλες επιχειρήσεις φτάνουν περίπου τις 72 χιλιάδες ευρώ ανά εργαζόμενο, πλησιάζοντας πολύ περισσότερο τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μεγάλες επιχειρήσεις παράγουν περίπου 87 χιλιάδες ευρώ ανά εργαζόμενο, στοιχείο που δείχνει ότι όσο αυξάνεται το μέγεθος των επιχειρήσεων τόσο περιορίζεται και η απόσταση της Ελλάδας από την Ευρώπη.

 Η ίδια η δομή της ελληνικής οικονομίας παραμένει έντονα προσανατολισμένη στις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι επιχειρήσεις έως 9 εργαζόμενους αντιστοιχούν στο 24% της απασχόλησης στην Ελλάδα, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη βρίσκεται κοντά στο 15%.

Ο παράγοντας ΑΙ

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στον ψηφιακό μετασχηματισμό, με την τεχνητή νοημοσύνη να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Η μελέτη του ΙΟΒΕ περιγράφει ως κρίσιμες προτεραιότητες την επέκταση των ψηφιακών υποδομών και την ευρύτερη αξιοποίηση τεχνολογιών όπως cloud, big data, αυτοματοποίηση και AI, σε συνδυασμό με αναδιοργάνωση διαδικασιών και αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Μάλιστα, η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αδύναμη επίδοση της ελληνικής οικονομίας στην παραγωγικότητα δεν συνδέεται μόνο με τη διάρθρωση των κλάδων, αλλά και με την περιορισμένη τεχνολογική αναβάθμιση μέσα στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Το ΙΟΒΕ κάνει λόγο για χαμηλή ενσωμάτωση παραγωγικών επενδύσεων και αδύναμη ενδοκλαδική δυναμική, παρά την ανάκαμψη της οικονομίας τα τελευταία χρόνια.

Ο Πρόεδρος του ΣΕΒ εμφανίστηκε ιδιαίτερα προβληματισμένος για την ταχύτητα με την οποία κινούνται οι ελληνικές επιχειρήσεις στο συγκεκριμένο πεδίο, προειδοποιώντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εξελιχθεί είτε στη μεγαλύτερη ευκαιρία είτε στο μεγαλύτερο πρόβλημα για την ελληνική οικονομία, ανάλογα με το πόσο γρήγορα θα προσαρμοστεί η αγορά.

Σύμφωνα με τον κ. Θεοδωρόπουλο, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις μικρές επιχειρήσεις αλλά και μεγαλύτερους οργανισμούς που εξακολουθούν να κινούνται με αργούς ρυθμούς στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και εργαλείων αυτοματοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη προτείνει και την ανάπτυξη συνεργατικών σχηματισμών και τεχνολογικών οικοσυστημάτων που θα επιτρέψουν τη διάχυση τεχνογνωσίας και καινοτομίας στην οικονομία.

Αγορά εργασίας

Ξεχωριστό κεφάλαιο της μελέτης αφορά το ανθρώπινο κεφάλαιο και την αγορά εργασίας, με το ΙΟΒΕ να υποστηρίζει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας περνά πλέον και μέσα από την αναβάθμιση δεξιοτήτων, την καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας αλλά και την προσέλκυση εργαζομένων υψηλής εξειδίκευσης από το εξωτερικό. Στις προτάσεις που παρουσιάστηκαν περιλαμβάνονται η αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, η ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων και οι ενεργητικές πολιτικές επανακατάρτισης εργαζομένων μέσης ηλικίας.

Η συζήτηση συνδέθηκε άμεσα και με το δημογραφικό πρόβλημα αλλά και τις αυξανόμενες δυσκολίες εύρεσης προσωπικού που αντιμετωπίζουν πλέον πολλές επιχειρήσεις. Ο κ. Θεοδωρόπουλος υποστήριξε ότι η ελληνική οικονομία έχει περάσει σε μια νέα φάση όπου «δεν υπάρχει ουσιαστικά πρόβλημα ανεργίας», αποκαλύπτοντας ότι μόνο στη βιομηχανία υπάρχουν περίπου 90.000 κενές θέσεις εργασίας.

Στο πλαίσιο αυτό, τόσο η μελέτη όσο και η συζήτηση που ακολούθησε ανέδειξαν την ανάγκη διεύρυνσης της «δεξαμενής» εργαζομένων της οικονομίας. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ στάθηκε ιδιαίτερα στη χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ αναφέρθηκε και στην ανάγκη επιστροφής μέρους των Ελλήνων που έφυγαν στο εξωτερικό τα χρόνια της κρίσης.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η χώρα θα χρειαστεί τα επόμενα χρόνια και πιο στοχευμένες πολιτικές προσέλκυσης μεταναστών για την κάλυψη αναγκών σε εργατικό δυναμικό, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου ήδη παρατηρούνται σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Το ίδιο το ΙΟΒΕ προειδοποιεί άλλωστε ότι το μοντέλο ανάπτυξης που στηρίχθηκε τα τελευταία χρόνια κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης αρχίζει πλέον να εξαντλείται, ιδιαίτερα υπό το βάρος της δυσμενούς δημογραφικής τάσης.

Θεσμικές παρεμβάσεις και κίνητρα

Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στον ρόλο του κράτους, περιγράφοντας μια σειρά θεσμικών παρεμβάσεων που θεωρούνται απαραίτητες ώστε να δημιουργηθεί πιο φιλικό περιβάλλον για επενδύσεις και παραγωγική αναβάθμιση. Μεταξύ άλλων, το ΙΟΒΕ ζητά απλοποίηση αδειοδοτήσεων, σταθερό φορολογικό πλαίσιο, μείωση της ρυθμιστικής επιβάρυνσης και βελτίωση της πρόσβασης των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται επίσης στην επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, στην ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης και στη διαμόρφωση ενός σταθερού θεσμικού περιβάλλοντος με διαφανείς κανόνες, το οποίο θα περιορίζει την αβεβαιότητα και το κόστος συναλλαγών για τις επιχειρήσεις. Στις προτάσεις της μελέτης περιλαμβάνονται ακόμη επενδυτικά κίνητρα, όπως υπεραποσβέσεις και επιταχυνόμενες αποσβέσεις, αλλά και πιο στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές.

Παράλληλα, η μελέτη δίνει ιδιαίτερο βάρος και σε πεδία όπου απαιτείται κοινή δράση κράτους και επιχειρήσεων, κυρίως σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο κεφάλαιο, τις δεξιότητες και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας. Στις προτάσεις που παρουσιάστηκαν περιλαμβάνονται η αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και των ψηφιακών δεξιοτήτων, με στενότερη διασύνδεση των προγραμμάτων σπουδών με τις ανάγκες των κλάδων της οικονομίας, αλλά και η ανάπτυξη συνεργατικών σχηματισμών και τεχνολογικών οικοσυστημάτων που θα επιτρέψουν τη διάχυση τεχνολογίας, τεχνογνωσίας και καλών πρακτικών στην οικονομία.

Παράλληλα, δίνεται έμφαση σε ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, στην επανακατάρτιση εργαζομένων μέσης ηλικίας αλλά και στην προσέλκυση ατόμων υψηλής εξειδίκευσης από το εξωτερικό.

Η συζήτηση συνδέθηκε άμεσα και με το δημογραφικό πρόβλημα αλλά και τις αυξανόμενες δυσκολίες εύρεσης προσωπικού που αντιμετωπίζουν πλέον πολλές επιχειρήσεις. Ο κ. Θεοδωρόπουλος υποστήριξε ότι μόνο στη βιομηχανία υπάρχουν περίπου 90.000 κενές θέσεις εργασίας, ενώ περιέγραψε ως βασικές «δεξαμενές» εργαζομένων την επιστροφή μέρους των Ελλήνων που έφυγαν στο εξωτερικό την περίοδο της κρίσης, τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας αλλά και μια πιο στοχευμένη μεταναστευτική πολιτική.

Σημαντικό μέρος των προτάσεων αφορά και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων. Η μελέτη προτείνει την επέκταση των ψηφιακών υποδομών και την ευρύτερη αξιοποίηση τεχνολογιών όπως cloud, big data, αυτοματοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με αναδιοργάνωση διαδικασιών και αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη συνεργατικών σχηματισμών και τεχνολογικών οικοσυστημάτων που θα επιτρέψουν τη διάχυση τεχνολογίας, τεχνογνωσίας και καλών πρακτικών στην οικονομία, ιδιαίτερα σε μικρότερες επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να προχωρήσουν μόνες τους σε μεγάλες επενδύσεις ψηφιακού μετασχηματισμού.

Ανομοιομορφία

Η μελέτη του ΙΟΒΕ δείχνει πάντως ότι το πρόβλημα παραγωγικότητας δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στην ελληνική οικονομία, καθώς υπάρχουν κλάδοι με πολύ υψηλότερες επιδόσεις από άλλους. Στην κορυφή βρίσκεται ο χρηματοπιστωτικός τομέας, με παραγωγικότητα περίπου 157 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ ακολουθούν η βιομηχανία με περίπου 63 χιλ. ευρώ και ο κλάδος Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών με περίπου 60 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο.

Ωστόσο, οι κλάδοι αυτοί απασχολούν σχετικά περιορισμένο ποσοστό εργαζομένων. Στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εργάζεται μόλις το 1,6% του ενεργού πληθυσμού, στη βιομηχανία το 9,5% και στις τεχνολογίες πληροφορικής περίπου το 2,4%.

Αντίθετα, κλάδοι με πολύ μεγαλύτερο αποτύπωμα στην απασχόληση εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερη παραγωγικότητα. Στο εμπόριο, όπου απασχολείται το 17,1% των εργαζομένων, η παραγωγικότητα διαμορφώνεται περίπου στις 25 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ στα καταλύματα και την εστίαση, που συγκεντρώνουν το 14,2% της απασχόλησης, περιορίζεται περίπου στις 20 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο.

Υπολείπονται των ευρωπαϊκών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το εύρημα ότι ακόμη και οι παραγωγικότεροι ελληνικοί κλάδοι εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων ευρωπαϊκών επιδόσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η ελληνική βιομηχανία, παρότι κινείται αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας, φτάνει μόλις περίπου στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου παραγωγικότητας για τον συγκεκριμένο κλάδο.

Ο μόνος τομέας που εμφανίζεται να υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι ο χρηματοπιστωτικός, εξέλιξη που τόσο οι αναλυτές του ΙΟΒΕ όσο και ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος συνέδεσαν με τον ταχύ ψηφιακό μετασχηματισμό που πραγματοποίησαν οι τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί τα τελευταία χρόνια.

Η συνολική εικόνα παραμένει πάντως προβληματική, καθώς η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί σήμερα μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ-27, ενώ ανά ώρα εργασίας υποχωρεί ακόμη χαμηλότερα, στο 43% της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τη μελέτη, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά στα επίπεδα του 2000, παρά την ανάκαμψη της οικονομίας τα τελευταία χρόνια.

Παραγωγικότητα και αμοιβές

Η συζήτηση για την παραγωγικότητα συνδέθηκε άμεσα και με το επίπεδο των μισθών, με τον Νίκο Βέττα να υπογραμμίζει ότι χωρίς διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας είναι δύσκολο να υπάρξει ουσιαστική βελτίωση εισοδημάτων και ανταγωνιστικότητας τα επόμενα χρόνια. Όπως εξήγησε, η ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας μπορεί να ενισχυθεί είτε μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας είτε μέσω συμπίεσης των μισθών, με το ΙΟΒΕ να επιμένει ότι η μόνη βιώσιμη επιλογή είναι η πρώτη.

Τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν άλλωστε ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στην παραγωγικότητα και τις αμοιβές τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΟΒΕ, οι χώρες και οι κλάδοι με υψηλότερη παραγωγικότητα εμφανίζουν σταθερά και υψηλότερους μέσους μισθούς.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος επιχείρησε να συνδέσει τη συζήτηση για τις συγχωνεύσεις και το μέγεθος των επιχειρήσεων με τις αμοιβές των εργαζομένων, υποστηρίζοντας ότι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις είναι εκείνες που μπορούν να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς. Όπως ανέφερε, σε αρκετούς μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους οι μέσες αμοιβές κινούνται δύο ή και τρεις φορές πάνω από τον μέσο μισθό της ελληνικής οικονομίας.

«Αυτό λέμε: πάμε να συγχωνευθούμε. Να βοηθήσει και η Πολιτεία με όποια κίνητρα, και πάμε να φτιάξουμε επιχειρήσεις με μεγάλους μισθούς», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΣΕΒ, επιχειρώντας να απαντήσει και στην κριτική που ασκείται συχνά απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις και την κερδοφορία τους.

Στην ίδια συζήτηση, τόσο ο κ. Θεοδωρόπουλος όσο και ο κ. Βέττας τοποθετήθηκαν και για τη συζήτηση γύρω από την τετραήμερη εργασία, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε αλλαγή στα μοντέλα εργασίας μπορεί να είναι βιώσιμη μόνο εφόσον συνοδεύεται από ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας.

Το συνολικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η ελληνική οικονομία έχει πλέον εξαντλήσει σε σημαντικό βαθμό το προηγούμενο μοντέλο ανάπτυξης που στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και στην κατανάλωση. Σύμφωνα με ΣΕΒ και ΙΟΒΕ, η επόμενη φάση ανάπτυξης θα κριθεί από το κατά πόσο η χώρα θα μπορέσει να αυξήσει τις παραγωγικές επενδύσεις, να δημιουργήσει μεγαλύτερες και πιο τεχνολογικά προηγμένες επιχειρήσεις και να ενισχύσει την παραγωγικότητα της εργασίας σε επίπεδα πιο κοντά στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Πηγή: newmoney.gr

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος