Συμβάλλει με 84 εκατ. ευρώ στο ΑΕΠ της Ελλάδας
Το οικονομικό αποτύπωμα της στη χώρα μας ανακοίνωσε η φαρμακευτική εταιρεία MSD, της οποίας, σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου WifOR για το 2024, η συνολική συνεισφορά στο ελληνικό ΑΕΠ ανήλθε σε 84 εκατομμύρια ευρώ.
Συγκεκριμένα, η μελέτη με τίτλο «Το Οικονομικό και Κοινωνικό Αποτύπωμα της MSD στην Ελλάδα» (“Economic and Social Footprint of MSD in Greece”), που εκπονήθηκε από το ανεξάρτητο οικονομικό Ινστιτούτο WifOR για το έτος 2024 έδειξε ότι η συνολική συνεισφορά της MSD στο ελληνικό ΑΕΠ για το 2024 ανήλθε σε 84 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 44 εκατ. προέρχονται από την άμεση οικονομική δραστηριότητα της MSD, τα 22 εκατ. από την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα (έμμεσες επιδράσεις) και τα 19 εκατ. από την δαπάνη των εισοδημάτων των νοικοκυριών στην εγχώρια οικονομία (επαγόμενες επιδράσεις).
Ως βιοφαρμακευτική εταιρεία με ισχυρή έμφαση στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D), η MSD το 2024 έριξε βαρύτητα στην καινοτομία. Επένδυσε συνολικά 9 εκατ. ευρώ σε δραστηριότητες R&D, δηλαδή επένδυσε σε ποσό που αντιστοιχεί στο 21% της άμεσης οικονομικής της συνεισφοράς (ΑΕΠ).
Επίσης, η δραστηριότητα της MSD ενίσχυσε την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών κατά 42 εκατ. ευρώ, μέσω μισθών και εισοδημάτων που δημιουργούνται τόσο άμεσα όσο και έμμεσα στην οικονομία.
Ωστόσο, όπως αναφέρει η μελέτη, πέραν της άμεσης συνεισφοράς της, η δραστηριότητα της MSD λειτουργεί μέσω των έμμεσων και επαγόμενων επιδράσεών της, ως παράγοντας πολλαπλασιασμού της οικονομικής δραστηριότητας στην ελληνική οικονομία. Το 2024, η MSD απασχολούσε άμεσα 229 εργαζομένους στην Ελλάδα, ενώ μέσω της δραστηριότητάς της υποστήριξε συνολικά 1.165 θέσεις εργασίας στην οικονομία.
Τέλος, η μελέτη αποτυπώνει και την κοινωνική διάσταση της δραστηριότητας της εταιρείας, αποδίδοντας οικονομική αξία σε πρακτικές που ενισχύουν το ανθρώπινο κεφάλαιο. Δηλαδή, 7.300 ώρες εκπαίδευσης εργαζομένων και συνεργατών, οι οποίες μεταφράζονται σε κοινωνική αξία 922.400 ευρώ και 5,5 εκατ. ευρώ κοινωνική αξία από δίκαιες αμοιβές, που προκύπτει από την καταβολή μισθών υψηλότερων από το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης.


