Ταυτότητες και ταυτίσεις: Η καταλυτική παραλαξία
Κείμενο αποχώρησης δημοσίευσαν δέκα (10) στελέχη της Νέας Αριστεράς, μόλις λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση του Συνεδρίου του κόμματος.
Για έναν αντικειμενικό εξωτερικό παρατηρητή, το διακύβευμα στο εν λόγω Συνέδριο αφορούσε στο εάν η Νέα Αριστερά θα καταφέρει να συγκροτηθεί ως ένας αξιόπιστος πολιτικός φορέας με ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα, αναγνωρίζοντας την –αναγκαία σε τέτοιες περιπτώσεις– διαιρετική τομή Δεξιάς – Αριστεράς.
Σαφώς και η συλλογική απόφαση της Νέας Αριστεράς να επιμείνει στην εν λόγω διαιρετική τομή την αναγκάζει να επωμιστεί τη δύσκολη λύση και τον δύσβατο δρόμο στο πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού. Το εγχείρημα αυτό καθίσταται ακόμη πιο απαιτητικό αν λάβει κανείς υπόψη τις απόπειρες συγκρότησης «εύκολων» πολιτικών δίπολων, όπως το σχήμα συστημισμός – αντισυστημισμός, το οποίο, στην ουσία του, συνιστά μια νεόκοπη αναβίωση του φασισμού.
Και παρότι η εν λόγω ομοιότητα μπορεί να «ταράζει», το δίπολο σύστημα – αντισύστημα, που μας έγινε ευρύτερα γνωστό από τον Ντόναλντ Τραμπ, δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από την περιγραφή που έδωσε ήδη από το 1935 ο Βάλτερ Μπένγιαμιν:
«Ο φασισμός επιχειρεί να οργανώσει τις νεοσύστατες προλεταριακές μάζες χωρίς να επηρεάσει τη δομή ιδιοκτησίας, την οποία οι μάζες προσπαθούν να εξαλείψουν. Ο φασισμός βλέπει τη σωτηρία του στο να δώσει σε αυτές τις μάζες όχι το δικαίωμά τους, αλλά την ευκαιρία να εκφραστούν. Οι μάζες έχουν το δικαίωμα να αλλάξουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Ο φασισμός επιδιώκει να τους δώσει μια έκφραση, διατηρώντας παράλληλα την ιδιοκτησία. Το λογικό αποτέλεσμα του φασισμού είναι η εισαγωγή της αισθητικής στην πολιτική ζωή».
Βέβαια, η εισαγωγή της εικόνας στην πολιτική ζωή πραγματώνεται μέσω των λεγόμενων ταυτίσεων (π.χ. με τον αρχηγό κ.λπ.) και όχι μέσω των ταυτοτήτων. Ωστόσο, η διάκριση αυτή –παρότι υφίσταται με σαφείς επιστημονικούς όρους– φαίνεται να συγχέεται στην ανακοίνωση που δημοσίευσαν οι αποχωρήσαντες από τη Νέα Αριστερά. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται:
«Είμαστε πεπεισμένοι/ες ότι οι πολίτες δεν κινητοποιούνται και δεν ψηφίζουν μόνο βάσει ταυτοτήτων, αλλά κυρίως βάσει ταυτίσεων: με σχέδια, προτάσεις, πρόσωπα και συλλογικές προοπτικές που τους αφορούν άμεσα».
Σαφώς και στην εν λόγω αναφορά εντοπίζεται επιστημονική σύγχυση ως προς τις έννοιες των πολιτικών ταυτίσεων και των ταυτοτήτων. Και αυτό διότι οι πολιτικές ταυτότητες συγκροτούνται με αφετηρία την ένταξη στην ιδεολογία – ή αλλιώς μέσω της «ιδεολογικής έγκλησης», κατά τον Λουί Αλτουσέρ.
«…Θα επαναλάβω κατά γράμμα την έκφραση του Φρόυντ και θα γράψω: η ιδεολογία είναι αιώνια όπως ακριβώς και το ασυνείδητο…», γράφει ο Αλτουσέρ, υπογραμμίζοντας ότι το πολιτικό υποκείμενο συγκροτείται εντός της ιδεολογίας, διαμέσου του λόγου.
Στον αντίποδα της πολιτικής ταυτότητας τοποθετείται η έννοια της ταύτισης. Σε αυτή την περίπτωση, η ταύτιση καθίσταται εφικτή διαμέσου της εικόνας και την υιοθετούν κυρίως ιστορικά σε απολυταρχικά καθεστώτα. Ωστόσο, δεν αποτελεί αποτέλεσμα διαμεσολάβησης του λόγου· γι’ αυτό και συναντάτε ακόμη και σε μη έλλογα όντα.
*Η Βάσω Μουρελά είναι Πολιτική Επιστήμονας


