Θετική σύσταση της Morgan Stanley για ΟΤΕ

Ημερομηνία: 22-04-2026



Τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας του ΟΤΕ προβλέπει η Morgan Stanley, διατηρώντας θετική εκτίμηση για τις προοπτικές του Ομίλου, παρά την ενίσχυση του ανταγωνισμού από την επέκταση της ΔΕΗ στα δίκτυα οπτικών ινών (FTTH).

Σύμφωνα με την έκθεση του διεθνούς οίκου, τα μεγέθη του ΟΤΕ αναμένεται να διατηρήσουν ισχυρή δυναμική, με αιχμή την κινητή και τη σταθερή τηλεφωνία, τις δραστηριότητες ICT / System Solutions και τα μέτρα εξοικονόμησης κόστους που ενισχύουν το προσαρμοσμένο EBITDAaL (προσαρμοσμένα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων).

Η ανάπτυξη εσόδων, EBITDAaL και FCF (ελεύθερες ταμειακές ροές) εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης +2,5%, +3% και +9% αντίστοιχα την περίοδο 2024–2030, με βασικό μοχλό την αύξηση των εσόδων κινητής κατά 3%, έναντι μηδενικού μέσου όρου στον κλάδο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η έκθεση καταγράφει και την ενίσχυση της παρουσίας της ΔΕΗ, η οποία ξεκίνησε τη λιανική προσφορά FTTH το δεύτερο τρίμηνο του 2025 και συνεχίζει την ανάπτυξη δικτύου σε όλη τη χώρα, με τιμές έως και 50% χαμηλότερες σε σχέση με τους λοιπούς παρόχους.

Παρά την εξέλιξη αυτή, η Morgan Stanley επισημαίνει ότι η επίδραση στην αγορά παραμένει μέχρι στιγμής περιορισμένη. Η ΔΕΗ έχει αναπτύξει δίκτυο σε 1,7 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εκ των οποίων περίπου 1 εκατ. ήταν έτοιμα για παροχή υπηρεσίας στα τέλη του 2025, ενώ οι συνδέσεις εκτιμώνται σε περίπου 13 χιλιάδες.

Την ίδια στιγμή, η τιμολογιακή πολιτική των τηλεπικοινωνιακών παρόχων δεν έχει γίνει πιο επιθετική, ενώ η ΔΕΗ δεν διαθέτει υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα προσφοράς συνδυαστικών υπηρεσιών. Ο ΟΤΕ έχει ενισχύσει την προσπάθεια διατήρησης των πελατών του στις περιοχές όπου δραστηριοποιείται η ΔΕΗ, καταγράφοντας χαμηλότερες αποχωρήσεις.

Τηλεδιάσκεψη

Ο οίκος παραθέτει και δήλωση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του ΟΤΕ, Κώστα Νεμπή, ο οποίος στην τηλεδιάσκεψη για τα αποτελέσματα του δ’ τριμήνου 2025 ανέφερε ότι «δεν έχουμε ακόμη αισθανθεί ουσιαστική πίεση ή επίδραση στα μεγέθη μας από τη δραστηριοποίηση της ΔΕΗ».

Στην ίδια ανάλυση σημειώνεται ότι σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, όπως στην Πορτογαλία, η είσοδος νέου παρόχου είχε οδηγήσει σε εντονότερη ανταγωνιστική πίεση μέσα σε λίγους μήνες, εξέλιξη που δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα στην ελληνική αγορά.

Σε ό,τι αφορά τη μετοχή, η Morgan Stanley σημειώνει ότι έχει καταγράψει απόδοση άνω του 20% τον τελευταίο χρόνο, ενώ από την αρχή του έτους κινείται περίπου στο +6%. Ο οίκος αυξάνει την τιμή-στόχο κατά 3% στα 21,4 ευρώ ανά μετοχή.

Παράλληλα, η αποτίμηση του ΟΤΕ παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την απόδοση ελεύθερων ταμειακών ροών να εκτιμάται στο 8,5% για το 2027, έναντι περίπου 6% για τον κλάδο, ενώ σε συνδυασμό με μερίσματα και επαναγορές μετοχών η συνολική απόδοση προς τους μετόχους διαμορφώνεται σε αντίστοιχα επίπεδα.

Στο βραχυπρόθεσμο σκέλος, η προσοχή στρέφεται στην πορεία των εσόδων κινητής τηλεφωνίας, όπου για το πρώτο τρίμηνο του 2026 προβλέπεται αύξηση της τάξης του 4%, υψηλότερη από τον ετήσιο στόχο περίπου 3%, χωρίς ουσιαστική μεταβολή στις εκτιμήσεις για τα κέρδη ανά μετοχή.

Η ανάλυση περιγράφει την ελληνική αγορά κινητής ως αγορά τριών παικτών, με αυξήσεις τιμών συνδεδεμένες με τον πληθωρισμό, ενώ η μετάβαση από προπληρωμένα σε συμβόλαια και η αυξανόμενη κατανάλωση δεδομένων στηρίζουν την ανάπτυξη. Παράλληλα, η διείσδυση των οπτικών ινών και η χρήση Fixed Wireless Access (FWA) λειτουργούν συμπληρωματικά.

Στο ρυθμιστικό πεδίο, από το 2026 καταργείται ο ειδικός φόρος 10% στην τηλεόραση, ενώ εφαρμόζονται μέτρα κατά της πειρατείας, με στόχο την ενίσχυση της ζήτησης για νόμιμες υπηρεσίες περιεχομένου.

Η δραστηριότητα ICT εμφανίζει θετικές προοπτικές, με την ανάπτυξη να προέρχεται σε μεγαλύτερο βαθμό από τον ιδιωτικό τομέα, καθώς περιορίζονται σταδιακά τα έργα που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους.

Η Morgan Stanley αναφέρεται και στη δομή του Ομίλου, σημειώνοντας ότι ο ΟΤΕ έχει απλοποιήσει το αποτύπωμά του μετά την έξοδο από διεθνείς δραστηριότητες, ενώ ο καθαρός δανεισμός παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, με δείκτη καθαρού δανεισμού προς EBITDA στο 0,2x.

Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι ο ΟΤΕ εμφανίζει περιορισμένη έκθεση σε αυξήσεις του ενεργειακού κόστους σε σχέση με άλλους ευρωπαϊκούς τηλεπικοινωνιακούς ομίλους, λόγω της πολιτικής αντιστάθμισης που εφαρμόζει, με αποτέλεσμα η επίδραση στα λειτουργικά του μεγέθη να παραμένει ελεγχόμενη.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος