Το 80% των Δημοκρατικών στη Γερουσία ψήφισε υπέρ του να παγώσουν οι πωλήσεις όπλων στο Ισραήλ

Ημερομηνία: 16-04-2026



Μια βαθιά μετατόπιση συντελείται στο εσωτερικό των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ: παρότι η Γερουσία απέρριψε τα ψηφίσματα για πάγωμα πωλήσεων όπλων στο Ισραήλ, η μαζική στήριξη που αυτά έλαβαν από τους Δημοκρατικούς αποτυπώνει μια ρήξη που λίγα χρόνια πριν θα φάνταζε αδιανόητη.

Η ψηφοφορία στη Γερουσία ανέδειξε την αντίφαση: η πλειοψηφία των γερουσιαστών –κυρίως Ρεπουμπλικάνοι– καταψήφισε τις προτάσεις, ωστόσο 40 από τους 47 Δημοκρατικούς στήριξαν το μπλοκάρισμα πώλησης μπουλντόζων αξίας 295 εκατ. δολαρίων, ενώ 36 τάχθηκαν υπέρ της αναστολής αποστολής βομβών αξίας 152 εκατ. δολαρίων στο Ισραήλ.

Πρόκειται για εντυπωσιακή αύξηση σε σχέση με αντίστοιχες ψηφοφορίες το 2024 και το 2025, αποτυπώνοντας μια ταχεία μεταστροφή που συνδέεται άμεσα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ σε Γάζα, Λίβανο και Ιράν, αλλά και με την αυξανόμενη πίεση από τη βάση των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών.

Από το περιθώριο στο «mainstream»

Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και η αμφισβήτηση της χρηματοδότησης του αμυντικού συστήματος Iron Dome θεωρούνταν ακραία θέση. Σήμερα, ωστόσο, ολοένα και περισσότεροι Δημοκρατικοί βουλευτές δηλώνουν ότι δεν μπορούν να στηρίξουν ούτε την αμυντική βοήθεια προς το Ισραήλ.

Ο Μπέρνι Σάντερς, που ηγήθηκε των πρωτοβουλιών για τα ψηφίσματα, υποστηρίζει ότι ο αμερικανικός εξοπλισμός χρησιμοποιείται σε επιχειρήσεις με σοβαρές ανθρωπιστικές επιπτώσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται πλέον και άλλες φωνές στο κόμμα.

Η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ έχει δηλώσει ότι δεν πρόκειται να στηρίξει καμία μορφή χρηματοδότησης προς το Ισραήλ, ακόμη και για αμυντικά συστήματα, ενώ πολιτικοί όπως ο Ρο Κάνα κάνουν λόγο για «την ταχύτερη μεταβολή κοινής γνώμης που έχουμε δει σε οποιοδήποτε ζήτημα».

Η σκιά του πολέμου με το Ιράν

Καθοριστικός παράγοντας για τη μεταστροφή αυτή φαίνεται να είναι η αμερικανική εμπλοκή στον πόλεμο με το Ιράν. Το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια «μακρινή» εξωτερική πολιτική, αλλά ως μια κρίση με άμεσο κόστος και πολιτικές συνέπειες για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.

Όπως παραδέχονται ακόμη και Δημοκρατικοί βουλευτές, η οργή της βάσης επικεντρώνεται στο ερώτημα «γιατί οι ΗΠΑ εμπλέκονται σε αυτόν τον πόλεμο», με αρκετούς να συνδέουν ευθέως την κατάσταση με τις επιλογές της κυβέρνησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η μετατόπιση αυτή ενισχύεται και από τις ίδιες τις δηλώσεις Νετανιάχου περί σταδιακής απεξάρτησης από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, οι οποίες ερμηνεύονται από ορισμένους ως ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται να συνεχίσει τη χρηματοδότηση με τους ίδιους όρους.

Πίεση από τη βάση και πολιτικό κόστος

Η αλλαγή δεν προέρχεται μόνο από την κορυφή του κόμματος, αλλά κυρίως από τη βάση. Δημοκρατικοί σε αμφίρροπες εκλογικές περιφέρειες περιγράφουν έντονη πίεση από ψηφοφόρους και ακτιβιστές, ιδιαίτερα μέσω των κοινωνικών δικτύων.

Η δημόσια συζήτηση έχει σκληρύνει, με αιτήματα για πιο επιθετική στάση απέναντι στο Ισραήλ να γίνονται ολοένα πιο συχνά. Όπως παραδέχονται βουλευτές, ακόμη και μικρές μετατοπίσεις στη βάση μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμες σε εκλογές που κρίνονται σε λίγες χιλιάδες ψήφους.

Την ίδια στιγμή, το πανίσχυρο λόμπι AIPAC επενδύει εκατομμύρια δολάρια για να ενισχύσει φιλοϊσραηλινούς υποψηφίους, γεγονός που μετατρέπει το ζήτημα σε κεντρικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης ενόψει των εσωκομματικών εκλογών.

Οι αντιστάσεις εντός των Δημοκρατικών

Παρά τη σαφή μετατόπιση, σημαντικό τμήμα των Δημοκρατικών εξακολουθεί να στηρίζει τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, ιδίως σε ό,τι αφορά την ασφάλεια.

Ο Τζέρι Νάντλερ αναγνωρίζει ότι οι σχέσεις έχουν επιδεινωθεί, ωστόσο απορρίπτει την πλήρη διακοπή της βοήθειας, ενώ άλλοι, όπως ο Μπραντ Σνάιντερ υπογραμμίζουν ότι τα κοινά αμυντικά προγράμματα εξυπηρετούν και τα αμερικανικά συμφέροντα.

Η αντιπαράθεση αυτή αναμένεται να ενταθεί, καθώς το ζήτημα μεταφέρεται πλέον ανοιχτά στις εσωκομματικές μάχες των Δημοκρατικών, με το Ισραήλ να αποτελεί ίσως το πιο διχαστικό θέμα εξωτερικής πολιτικής για το κόμμα εδώ και δεκαετίες.

Το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών μπορεί να μην άλλαξε άμεσα την αμερικανική πολιτική, αλλά κατέγραψε κάτι βαθύτερο: την αρχή ενός επαναπροσδιορισμού της σχέσης ΗΠΑ–Ισραήλ στο εσωτερικό των Δημοκρατικών.

Και αν η τάση αυτή συνεχιστεί, η μέχρι πρότινος ακλόνητη διακομματική στήριξη προς το Ισραήλ ενδέχεται να μετατραπεί σε ένα από τα πιο αμφισβητούμενα δόγματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος